ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γαλλία, Νίκαια

Η πόλη που αγάπησαν οι jet setters φλερτάρει με τη θάλασσα και γοητεύει με την αριστοκρατική αύρα της.

Λουσμένη στο μεσογειακό φως και στεφανωμένη από τις Θαλασσινές Άλπεις (Alpes-Maritimes), η Νίκαια αποτελεί ιδανικό προορισμό για όσους αναζητούν την ήπια ατμόσφαιρα μιας παρατεταμένης άνοιξης καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, από τα τέλη του 18ου αιώνα, βασιλείς και γόνοι της αγγλικής αριστοκρατίας διέσχιζαν τα στενά της Μάγχης, για να διαχειμάσουν, ανέγγιχτοι από τη βρετανική υγρασία, στον γαλλικό νότο. Στη συνέχεια, Ρώσοι δούκες της τσαρικής αυλής, ονομαστοί τραπεζίτες, όπως οι Rothschilds, και Αμερικανοί μεγιστάνες ανακάλυψαν τον παράδεισο της Γαλλικής Ριβιέρας, μετατρέποντάς τη σταδιακά σε ένα λαμπερό playground, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση κοσμικών θερέτρων στον πλανήτη. Από τη δεκαετία του 1960 κυρίως και έπειτα, η ευρύτερη περιοχή ανάμεσα στις Κάννες και στο Μονακό συνεχίζει να συγκεντρώνει εκπροσώπους του διεθνούς jet set, που έκτοτε συρρέουν τακτικά για να γευτούν ανέμελα τις χάρες της μεταδοτικής «joie de vivre» της ή την έχουν επιλέξει για μόνιμο αραξοβόλι.

Στο επίκεντρο όμως παραμένει η Nίκαια, η απαστράπτουσα πρωτεύουσα και μεγαλύτερο αστικό κέντρο της Côte d’Azur, που συναγωνίζεται ευθέως σε λάμψη και αίγλη το Παρίσι. Μόνο που εδώ ο φωτισμός είναι περισσότερο φυσικός από ό,τι τεχνητός, φυσάει ο βορειοδυτικός άνεμος μιστράλ και το μπλε του Κόλπου των Αγγέλων (Baie des Anges) πλημμυρίζει με αλμύρα και ιώδιο τις βόλτες στην περίφημη Promenade des Anglais, La Prom’ για τους μυημένους. Κατά μήκος της διάσημης περαντζάδας, ντόπιοι και περαστικοί εισπνέουν με ραθυμία τον φρέσκο αέρα ευζωίας που αναδίδεται, αφήνοντας τον αχανή ορίζοντα να τους οδηγήσει σε μια ευφρόσυνη ψυχική ανάταση. Το εμβληματικό ξενοδοχείο Negrescο, εξέχον δείγμα της Βelle Εpoque, αποτελεί το χαρακτηριστικότερο τοπόσημο σε όλη την παραθαλάσσια διαδρομή.


Περιδιαβαίνοντας ανάμεσα σε παστέλ σπίτια, σε αποχρώσεις της ώχρας, στα στενά της Vieux-Nice. (Φωτογραφία: VISUALHELLAS.GR)

Τα κτίρια της Vieux-Nice, σε τόνους κίτρινης και κόκκινης ώχρας, που διακόπτεται από γκριζογάλαζων αποχρώσεων παραθυρόφυλλα, συνθέτουν τον μεσογειακό καμβά που άσκησε ακαταμάχητη επιρροή σε καλλιτέχνες όπως ο Chagall και ο Μatisse. Με τον χρωστήρα τους δημιούργησαν ζωηρά εικαστικά ιδιώματα, αφήνοντας ταυτόχρονα έντονο το στίγμα τους στην ευρωπαϊκή ζωγραφική του 20ού αιώνα. Λίγο παραπάνω από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό Thiers, στον πιο αραιοκατοικημένο λόφο της κομψής συνοικίας Cimiez, με τις διάσπαρτες βίλες και τα ξενοδοχεία μιας άλλης εποχής, που έχουν μετατραπεί σε συγκροτήματα κατοικιών, δύο μονοθεματικά μουσεία είναι αφιερωμένα στο έργο τους.

ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΜΟΥΣΕΙΑ

Στο Εθνικό Μουσείο Marc Chagall ξεδιπλώνεται η μεγαλύτερη δημόσια συλλογή έργων του σπουδαίου εκπροσώπου της μοντέρνας τέχνης. Το θεματικό αυτό μουσείο γεννήθηκε ουσιαστικά από την επιθυμία και με την καθοριστική συμβολή του ίδιου του ζωγράφου, προκειμένου να βρουν ιδανική στέγη, κατανεμημένοι σε δύο αίθουσες, οι δεκαεπτά μεγάλων διαστάσεων πίνακες που απαρτίζουν τη σειρά «Βιβλικό Μήνυμα», με έμπνευση από την Παλαιά Διαθήκη. Οι υπόλοιποι χώροι φιλοξενούν σχέδια, γκουάς, ακουαρέλες και παστέλ, που ανανεώνονται τακτικά, ενώ ανάμεσα στα εκθέματα εντάσσονται και τα υαλογραφήματα (βιτρό) σε μπλε τόνους, που κοσμούν το auditorium, καθώς και ένα μωσαϊκό αφιερωμένο στον Προφήτη Ηλία.


Η μνημειώδης σκάλα σε στιλ μπελ επόκ οδηγεί στον πρώτο όροφο του Μουσείου Καλών Τεχνών. (Φωτογραφία: AFP/VISUALHELLAS.GR)

Ανηφορίζοντας λίγο παραπάνω, στο βάθος του βουλεβάρτου Cimiez, που διανοίχτηκε από τον ιδρυτή της Crédit Lyonnais, Henri Germain, στέκεται περίοπτα το πρώην ξενοδοχείο Εxcelsior Palais Régina, όπου κατέλυε η βασίλισσα Βικτωρία κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη Νίκαια, αλλά είχε και το διαμέρισμα-ατελιέ του ο κορυφαίος εκπρόσωπος του κινήματος του φωβισμού, Henri Matisse. Στην ανατολική πλευρά του βρίσκονται τα αρχαιολογικά κατάλοιπα τoυ Cemenelum, του ρωμαϊκού οικισμού, που περιλάμβανε επαύλεις και θέρμες. Ο χώρος γύρω από την αρένα, στη σκιά ενός πυκνού ελαιώνα, αποτελεί το ιδανικό τερέν, όπου περίοικοι, αναμετρούμενοι σε ομάδες, αρέσκονται να επιδίδονται στο pétanque, πετώντας εναλλάξ ατσαλένιες μπάλες (boules), με στόχο να πλησιάσουν όσο το δυνατόν πιο κοντά σε ένα ξύλινο μπαλάκι (cochonnet).

H παρακείμενη γενουατική Villa des Arènes του 17ου αιώνα, σε έντονο πορφυρό χρώμα, στεγάζει το Μουσείο Matisse. Συγκεντρώνει μία από τις μεγαλύτερες συλλογές έργων του στον κόσμο, διατρέχοντας την εξελικτική πορεία ενός από τους σημαντικότερους κολορίστες όλων των εποχών, από τις απαρχές της καριέρας του μέχρι δημιουργίες των τελευταίων ετών. Ξεχωρίζουν ορισμένες νεκρές φύσεις που αντανακλούν το «καθάριο, κρυστάλλινο, ακριβές και διαυγές» φως, αυτό που εξέπεμπε στα μάτια του η αγαπημένη του πόλη, όπως και τα περίφημα cut-outs (gouaches découpées), οι ψαλιδισμένες υδατογραφίες, που του έδωσαν τη δυνατότητα να αποτυπώσει το χρώμα και το σχέδιο με μια δυναμική κίνηση.
 
ΟΛΗ Η ΠΟΛΗ ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ

Ένας ευχάριστος περίπατος ανάμεσα σε ελαιόδεντρα οδηγεί στο ιστορικό φραγκισκανικό μοναστήρι της Cimiez, με έναν ανοιχτό κήπο γεμάτο ανθισμένες τριανταφυλλιές, ενώ στο διπλανό κοιμητήριο βρίσκονται οι τάφοι των Raoul Dufy και Henri Matisse μεταξύ άλλων. Αντιδιαμετρικά, κατηφορίζοντας μέσα από στριφογυριστές λεωφόρους προς τις συνοικίες Libération και Saint-Etienne, ξεπροβάλλουν οι χαρακτηριστικοί κρεμμυδόσχημοι τρούλοι του ορθόδοξου καθεδρικού ναού του Αγίου Νικολάου, που ακολουθεί την παραδοσιακή ρωσική ναοδομία και αποτελεί, για πάνω από έναν αιώνα, θρησκευτικό κέντρο της σθεναρής ρωσικής παροικίας.


Η θεατρική Place Masséna γεφυρώνει την παλιά με τη νέα πόλη. (Φωτογραφία: VISUALHELLAS.GR)

Mέσω του βουλεβάρτου François Grosso, αφήνοντας το σχετικά πιο νεόδμητο κομμάτι της πόλης και επιστρέφοντας νοτιοδυτικά του κέντρου, με τις art-deco πολυκατοικίες και τα μεσοπολεμικά μέγαρα, προτείνεται μια στάση στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Νίκαιας. Στεγάζεται σε μια décadent έπαυλη, που κατά το παρελθόν αποτελούσε οικία της Ουκρανής πριγκίπισσας E. V. Kotschoubey. Ο αρχικός πυρήνας της συλλογής, που βασίστηκε σε δωρεά του Ναπολέοντα Γ΄, καλύπτει τριακόσια χρόνια τέχνης, ενώ στον επάνω όροφο το βλέμμα τραβούν η «Σταύρωση» του μανιεριστή Αgnolo Bronzino, κεραμικά του Picasso και μια αίθουσα γεμάτη σχέδια, ακουαρέλες και λάδια του εμπνευσμένου, από το μεθυστικό φως της Γαλλικής Ριβιέρας, φωβιστή Raoul Dufy.

Περπατώντας με κατεύθυνση προς το κέντρο, στον πρώτο παράλληλο της παραλιακής rue de France, στο νούμερο 65, το γωνιακό οικόπεδο καταλαμβάνεται από το Palais Masséna, το οποίο στους πολυτελείς του χώρους στεγάζει το Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας της πόλης. Χτισμένο αρχικά ως θερινή έπαυλη του εγγονού του θρυλικού στρατάρχη του Ναπολέοντα, André Masséna, πλέον παρουσιάζει μια εκλεκτή συλλογή από πορσελάνες φαγιάνς, εικόνες και αφηγήματα της παλιάς Νίκαιας, αλλά και memorabilia του Ναπολέοντα και της Ιωσηφίνας.


Το σουρεαλιστικό γλυπτό «La Tête Carrée» στεγάζει τα γραφεία διοίκησης της δημοτικής βιβλιοθήκης. (Φωτογραφία: AFP/VISUALHELLAS.GR)

Λίγο παρακάτω, από το σημείο εκβολής της αποξηραμένης πλέον κοίτης του ποταμού Paillon, απλώνεται ένας πράσινος ισθμός, που συνδέει την παλιά με τη νέα πόλη. Η Promenade des Arts αποτελεί ιδανικό χώρο περιπάτου και περισυλλογής, και, εκτός από το Εθνικό Θέατρο και τη Δημοτική Βιβλιοθήκη με το μνημειακό γλυπτό La Tête Carrée του Sacha Sosno, περιλαμβάνει το Μουσείο Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης (ΜΑΜΑC), που οριοθετείται ανάμεσα σε τέσσερις φουτουριστικούς πύργους συνδεόμενους με γυάλινους διαδρόμους. Φιλοξενεί αντιπροσωπευτικά έργα των κυριότερων εκπροσώπων της αμερικανικής pop art, όπως ο Andy Warhol και ο Roy Lichtenstein, αλλά και Γάλλων νεορεαλιστών, όπως ο César και ο Yves Klein. Η πανοραμική θέα από την ανοιχτή του ταράτσα μοιάζει σαν μια περιδιάβαση πάνω από τις στέγες των γύρω κτιρίων.

Βορειότερα, υψώνεται το ογκώδες συνεδριακό κέντρο Acropolis και το Palais des Expositions, ενώ από τη συμμετρική πλατεία Garibaldi, που διασχίζεται από τη γραμμή 1 του τραμ, ξεκινάει η περιπλάνηση στον λαβύρινθο των στενών της Vieux-Nice, που θυμίζει περισσότερο σοκάκια βορειο-ιταλικής πόλης. Άλλωστε, η Νίκαια τελούσε επί πολλά χρόνια υπό τη σφαίρα επιρροής των Πιεμοντέζων και των Γενουατών, πριν τελικά περάσει εξ ολοκλήρου σε γαλλικά χέρια το 1860. Ένα από τα μεγαλοπρεπέστερα μέγαρα (hôtels particuliers), που στέκεται ακόμη αγέρωχο, μεταφέροντας την αριστοκρατική ιταλική αύρα του 17ου αιώνα, είναι το Palais Lascaris. Εκτός των άλλων, η μουσειακή του συλλογή αριθμεί πάνω από 500 παλαιά όργανα μουσικής, καθιστώντας την τη δεύτερη σημαντικότερη του είδους της στη Γαλλία.


Οι πάγκοι στην Cours Saleya γεμίζουν, μεταξύ άλλων, με φρέσκα φρούτα εποχής από την Προβηγκία. (Φωτογραφία: Pierre Adenis/laif)

Προχωρώντας στα ενδότερα, μια παστέλ πανδαισία κτιρίων, πλατειών και αρκετών μπαρόκ εκκλησιών αναπτύσσεται, μόνιμοι κάτοικοι κάνουν τα ψώνια τους στα παντοπωλεία της γειτονιάς, τουρίστες αναζητούν προβηγκιανά σουβενίρ και την πιο τραγανή socca (λεπτή πίτα ρεβιθάλευρου), πιτσιρίκια παίζουν στις σκαλινάτες, κάτω από απλωμένες μπουγάδες. Κανείς όμως δεν παραλείπει να κάνει ένα πέρασμα από την Cours Saleya, τη γραφική υπαίθρια αγορά τροφίμων, λουλουδιών και αντικών. Πίσω από το κτίριο της Όπερας, ουρές σχηματίζονται για τα φημισμένα αρωματικά λάδια του Nicolas Alziari, καθώς και τα artisanal σοκολατάκια του Maison Auer, με το ίδιο ροκοκό ντεκόρ από το 1820.


Στάση για χειροποίητα σοκολατάκια στο Maison Auer. (Φωτογραφία: VISUALHELLAS.GR)

Τα σκαλοπάτια της rue και, εν συνεχεία, montée du Château οδηγούν, μέσα από διάφορα μονοπάτια, στον ομώνυμο λόφο, χαρίζοντας μια όαση δροσιάς γύρω από τον τεχνητό καταρράκτη, αλλά και απαράμιλλη θέα στα ανατολικά, προς το αρχαίο λιμάνι Lympia, όπου είχαν βρει απάγκιο οι Φωκαείς γύρω στο 350 π.Χ., ερχόμενοι από τη Μασσαλία, ιδρύοντας ουσιαστικά την πόλη αφιερωμένη στη θεά Νίκη. Σήμερα συνιστά απάνεμο αγκυροβόλι για πολυτελείς θαλαμηγούς και από εδώ αναχωρούν τα πλοία της γραμμής για το Ajaccio της Κορσικής.

Ολόγυρα, πλούσια βλάστηση, κυρίως από πευκόδεντρα, αναμειγνύεται στο βλέμμα μαζί με καταγάλανα νερά. Αεροπλάνα εισέρχονται στην τελική ευθεία του διαδρόμου προσγείωσής τους και σημεία θέασης αποκαλύπτουν πανοραμικά την παραλιακή λεωφόρο και το αεροδρόμιο. Όσο ο καιρός γίνεται ακόμα πιο καλοκαιρινός, η παραλία αρχίζει να γεμίζει με λουομένους, που με στιλ και χάρη απολαμβάνουν την ιεροτελεστία του απογευματινού τους μπάνιου, με φόντο το κινηματογραφικό μέτωπο της φοινικοστόλιστης Promenade des Anglais και της προέκτασής της, Quai des États-Unis.

Μετακινήσεις

• Η Νίκαια συνδέεται με την Αθήνα με απευθείας πτήσεις της Aegean. Ενδεικτική τιμή για πτήσεις στις αρχές Ιουνίου: από 262 ευρώ με επιστροφή.
 
Διαμονή

• Hotel Nap (hotel-nap.com). Στην καρδιά της εμπορικής περιοχής, σε pop τόνους και πολύ βολικό. Στους διαμένοντες προσφέρονται διευκολύνσεις (όπως δωρεάν wi-fi) και στα υπόλοιπα 7 καταλύματα της αλυσίδας Happy Culture. Aπό 110 ευρώ, με πρωινό.
• Hοtel Le Suisse (hotel-nice-suisse.com). Ανάμεσα στην παλιά πόλη και το λιμάνι Lympia, με άπλετη θέα στην παραλιακή λεωφόρο. Από 250 ευρώ.

Για κρατήσεις που αφορούν τη διαμονή σας επισκεφθείτε τo: www.booking.com
 
Φαγητό-Ποτό


• Από τα καλύτερα μέρη για να δοκιμάσετε socca, τη λεπτή πίτα από ρεβιθάλευρο που πασπαλίζεται με κόκκινο πιπέρι, είναι τα Chez René Socca (2, rue Miralheti) και Chez Teresa (28, rue Droite και στην Cours Saleya).
• Τοπικές σπεσιαλιτέ θα γευτείτε στο εστιατόριο L’Escalinada (22, rue Pairolière).
• Τηγανητοί κολοκυθοανθοί και νόστιμα ζυμαρικά σερβίρονται από τον βραβευμένο σεφ Dominique Le Stanc στο μπιστρό La Merenda (4, rue Raoul Bosio).
• Για ένα aperitif παρά θίν’ αλός, προσφέρονται τα μπαλκονάκια των παραλιακών bars στη σειρά: Μovida, Topaze και Waka πάνω στην Quai des États-Unis.

 

 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Le Parisien

ΚΕΙΜΕΝΟ – ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Sebastian Erras/PixartPrinting