ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ηταν Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015 όταν χτύπησε το τηλέφωνο στις φυλακές ανηλίκων του Αυλώνα. Στην άλλη άκρη της γραμμής, υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Δικαιοσύνης  ανακοίνωνε πως θα ερχόταν εκεί ο Κουφοντίνας. «Ποιος Κουφοντίνας;» ρώτησε ο υπάλληλος σαστισμένος. «Ο γνωστός. Θα έχει μαζί του όλα τα δικαιολογητικά», απάντησαν. «Πότε;» ρώτησε εκείνος. «Σήμερα». Πριν προλάβουν από τη διεύθυνση να ενημερώσουν τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και την εξωτερική φρουρά για την εξέλιξη, αντιλήφθηκαν πως υπήρχε μεγάλη αναστάτωση στην πύλη. Κλιμάκια της Αντιτρομοκρατικής είχαν ήδη φτάσει στον Αυλώνα. Φορώντας μάσκες, κρατώντας όπλα, εξέταζαν τον χώρο πριν βγάλουν τον κρατούμενο της 17Ν από την κλούβα.

Μέσα σε λίγα λεπτά επικράτησε πανικός. Η αστυνομία αντέδρασε, δεν είχαν ενημερωθεί και το μικρό αστυνομικό τμήμα της περιοχής, αλλά και οι φυλακές, δεν είχαν τα μέτρα ασφαλείας που θα χρειάζονταν για έναν «τέτοιο» κρατούμενο. Παρόμοια αντίδραση και από τους επόπτες εισαγγελείς. Εν τω μεταξύ, ο Κουφοντίνας είχε περάσει τον έλεγχο της εισόδου και κατευθυνόταν προς τα κεντρικά γραφεία της διεύθυνσης.

Ηταν ήρεμος, συνεργάσιμος και χαρούμενος. Μετά 13 χρόνια βρισκόταν για πρώτη φορά σε μια φυλακή που, όπως ο ίδιος είπε, «έβλεπε ήλιο». Ενα χρόνο νωρίτερα, η Νέα Δημοκρατία με αφορμή την απόδραση του Χριστόδουλου Ξηρού είχε νομοθετήσει τη φυλακή υψίστης ασφαλείας. Σε αυτήν, στον Δομοκό, είχαν μεταφερθεί ο Κουφοντίνας και οι υπόλοιποι κρατούμενοι της 17Ν. Ο ίδιος νόμος έθετε αυστηρές προϋποθέσεις και για τις άδειες (τόσο σε αυτές τις φυλακές τύπου Γ΄ όπου πλέον απαγορεύονταν, αλλά και σε κανονικές φυλακές, όπου καταδικασμένοι για βαριά εγκλήματα έπρεπε να έχουν μείνει τουλάχιστον 18 χρόνια έγκλειστοι). Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση είχε από την πρώτη στιγμή αντιδράσει και πράγματι, τέσσερις μήνες αφότου εξελέγη κυβέρνηση, τις κατήργησε και μαζί ό,τι προβλεπόταν για τις άδειες κρατουμένων με πολλά ισόβια στην πλάτη τους.

Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», ο Κουφοντίνας είχε αιτηθεί να επιστρέψει στον Κορυδαλλό. Κάποιος από το υπουργείο είχε, όμως, μια αντιπρόταση για εκείνον: «Μπορείς εάν θες να πας στον Αυλώνα. Θα είσαι κοντά στο σπίτι σου στον Βαρνάβα», του είχε πει. Εκείνος αρχικά απόρησε, δεν είχε φανταστεί πως θα μπορούσε να πάει σε μια φυλακή σαν τον Αυλώνα. «Υπάρχει τρόπος», τον διαβεβαίωσαν.

Ο «τρόπος» είχε να κάνει με μια πρακτική που χρησιμοποιούσαν διαχρονικά όλες οι κυβερνήσεις: Στον Αυλώνα υπάρχει το συνεργείο που αποτελείται από δεκαπέντε ενήλικους κρατούμενους με ειδικότητες και γνώσεις απαραίτητες για να συντηρούν το ταλαιπωρημένο κτίριο των φυλακών. Υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, μηχανικοί κάνουν αίτηση και ουσιαστικά εργάζονται, έγκλειστοι μέχρι να αποφυλακιστούν. Από τις δεκαπέντε θέσεις του συνεργείου ήταν κοινό μυστικό πως τρεις-τέσσερις «χρησιμοποιούνταν» για επιλογές της εκάστοτε κυβέρνησης. Πρόκειται ουσιαστικά για επίλεκτους κρατούμενους (μεταξύ τους, οι σωφρονιστικοί τούς αποκαλούν «VIP») που έβρισκαν καταφύγιο εκεί όπου οι συνθήκες είναι σαφώς καλύτερες από οποιαδήποτε άλλη φυλακή της χώρας. Με αυτόν τον τρόπο, για παράδειγμα, είχαν βρεθεί εκεί επί Ν.Δ. πρώην υπουργός ξένου κράτους με τον γιο του και ένας προμηθευτής της ΕΥΠ και της Αντιτρομοκρατικής.

Την τακτική αυτή τη γνώριζε και την είχε ήδη χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ στέλνοντας δύο μήνες μετά τις εκλογές τον δικό της πρώτο «VIP», υπόδικο τότε στην υπόθεση του «Noor 1». Μπορεί όταν έφτασε στον Αυλώνα τα χαρτιά του να μην ήταν συμπληρωμένα σωστά και να υπήρξε μια αναστάτωση και ένταση μεταξύ διεύθυνσης και υπουργείου, αλλά η παρεξήγηση λύθηκε γρήγορα και ο κρατούμενος εντάχθηκε –στα χαρτιά τουλάχιστον– στο συνεργείο.

Η περίπτωση του Κουφοντίνα, όμως, ήταν διαφορετική. Σχεδόν όλοι εξέφραζαν σοβαρές αντιρρήσεις. Ελάχιστοι ήταν ουδέτεροι, ένας μόνο υπάλληλος ήταν θετικός, ζητώντας από τους υπολοίπους να δουν τη μεταγωγή με ανοιχτό μυαλό: «Πιστέψτε με, είναι αξιόλογος», επέμενε, «θα μπορούσε να βοηθήσει στο σχολείο, να διδάσκει κάποια απογεύματα». Ακόμη και όσοι δεν ήταν εναντίoν στο να μείνει εκεί ο Κουφοντίνας, πάγωσαν: «Ως τι να διδάσκει; Ως τρομοκράτης ή ως μελισσοκόμος;» είπε κάποιος. Μερικοί ξέσπασαν σε γέλια και κάπως ελάφρυνε το τεταμένο κλίμα.

Οι ενστάσεις

Από τη διεύθυνση επικοινωνούσαν συνεχώς με το υπουργείο και τους μετέφεραν τη μεγάλη αναστάτωση που είχε δημιουργηθεί. «Γιατί δεν αντιδρούσατε όταν το έκανε η Ν.Δ.; Μόνο με τους δικούς μας αντιδράτε;» τους απαντούσαν εκείνοι. Από τη φυλακή προσπαθούσαν να τους εξηγήσουν πως στο συγκεκριμένο σωφρονιστικό κατάστημα καθημερινά μπαινοβγαίνει κόσμος –εκπαιδευτικοί, δημοσιογράφοι, επισκέπτες– και δεν υπάρχουν τα ειδικά μέτρα ασφαλείας που θα χρειάζονταν για έναν κρατούμενο σαν τον Κουφοντίνα. «Δεν το έχετε μάθει; Οι φυλακές υψίστης ασφαλείας έχουν καταργηθεί», τους απαντούσαν. Εν τω μεταξύ, οι εισαγγελείς είχαν στείλει και γραπτώς υπόμνημα με τις αντιρρήσεις τους. Ηταν επίσης σαφές σε όλους πως ο Κουφοντίνας θα προσπαθούσε σύντομα να πάρει άδεια και δεν ήθελαν να διαχειριστούν εκείνοι την... καυτή πατάτα.

Πέντε ημέρες αργότερα, έφτασε στον Αυλώνα ο ίδιος ο γενικός γραμματέας του υπουργείου, Ευτύχης Φυτράκης. «Γιατί δημιουργείς πρόβλημα;» τον άκουσαν να λέει στη διευθύντρια της φυλακής με αυστηρό τόνο. «Δεν δημιουργώ πρόβλημα. Υπάρχει πρόβλημα», του απάντησε εκείνη. Για ώρα ήταν κλεισμένοι στο γραφείο της και οι υπάλληλοι της διεύθυνσης τους άκουγαν να συζητούν σε ιδιαίτερα έντονο κλίμα. Στη συνέχεια, ο γενικός γραμματέας ζήτησε να έχει μια κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Κουφοντίνα και τη δικηγόρο του. Σύμφωνα με επιστολή που είχε δημοσιεύσει ο ίδιος ο Κουφοντίνας στο Διαδίκτυο, ο Φυτράκης του μίλησε για «σχέδια προβοκάτσιας» και «κλίμα πιέσεων» για να μη μείνει στον Αυλώνα.

Η στοχοποίηση

Την ίδια ημέρα, αποφασίστηκε πως θα έπρεπε να φύγει για λόγους «ασφαλείας και εύρυθμης λειτουργίας της φυλακής». Στο έγγραφο της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών υπήρχε όμως ένα παράδοξο: Αναφέρονταν ονομαστικά τρεις άνθρωποι που είχαν εκφράσει έντονα αντιρρήσεις (δύο εισαγγελείς και η διευθύντρια). Από το υπουργείο ζητούσαν να επιδοθεί το υπηρεσιακό έγγραφο στον ίδιο τον Κουφοντίνα, μια κίνηση πέρα από κάθε προβλεπόμενη διαδικασία. Από τη διεύθυνση των φυλακών ένιωσαν πως από το υπουργείο, θέλοντας να αποστασιοποιηθούν από την αρνητική απόφαση, ουσιαστικά στοχοποιούσαν εκείνους.

Εφεραν αντιρρήσεις στο να επιδοθεί το έγγραφο, από το υπουργείο ήταν όμως ανένδοτοι. Τελικά, ο αρχιφύλακας του το έδωσε – εκείνος το διάβασε, αλλά δεν φάνηκε να εκπλήσσεται. «Δεν άντεξαν στις πιέσεις ούτε πέντε ημέρες», είπε και μάζεψε τα λιγοστά του πράγματα. Μπήκε πάλι στην κλούβα και επέστρεψε στις δικαστικές φυλακές του Κορυδαλλού. Εκεί ανακοίνωσε πως ξεκινούσε απεργία πείνας ζητώντας τη μετεγκατάστασή του σε ειδικό παράρτημα των γυναικείων φυλακών. «Υπενθύμισα και πάλι στο υπουργείο ότι υπάρχει ένα όριο πέρα από το οποίο η προσωπική αξιοπρέπεια δεν μπαίνει σε καμία ζυγαριά με όρους υγείας ή της ίδιας της ζωής», έγραφε σε επιστολή του. Το αίτημά του πολύ γρήγορα ικανοποιήθηκε. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ