ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Ο Αρούν Γκάντι έχει ζήσει μια γεμάτη ζωή σε τρεις ηπείρους. Κάτοικος εδώ και αρκετά χρόνια της Νέας Υόρκης, μεγάλωσε στη Νότια Αφρική, στον οικισμό τον οποίο είχε ξεκινήσει ο παππούς του, Μοχάντας (Μαχάτμα) Γκάντι, ενώ για 30 χρόνια, πριν μετακομίσει στην Αμερική, ήταν δημοσιογράφος στους Times of India, με έδρα τη Βομβάη.

Η διδασκαλία και το παράδειγμα του παππού του, με τον οποίο έζησε για δύο χρόνια στην Ινδία πριν επιστρέψει στη Νότια Αφρική, λίγες εβδομάδες πριν από τη δολοφονία του Μαχάτμα, ήταν καθοριστικά για τη ζωή του. Ως κοινωνικός ακτιβιστής και συγγραφέας ταξιδεύει ανά τον κόσμο κηρύττοντας το ευαγγέλιο της μη βίας και της συγχώρεσης.

Δεν είναι πάντα σίγουρος ότι το κοινό είναι έτοιμο να εισακούσει αυτό το μήνυμα. Προ ολίγων ετών βρέθηκε στο Φέργκιουσον του Μιζούρι, στον απόηχο των ταραχών που ακολούθησαν τον θανάσιμο πυροβολισμό ενός άοπλου 18χρονου μαύρου από την αστυνομία.

Οπως λέει στην «Κ», το κλίμα στην αφροαμερικανική κοινότητα ήταν ιδιαίτερα φορτισμένο και φοβόταν πώς θα αντιδρούσαν.

Στο τέλος της ομιλίας του στο Φέργκιουσον το κοινό τον χειροκροτούσε όρθιο. Ευρύτερα, ωστόσο, το μήνυμα της συμφιλίωσης και της ειρηνικής επίλυσης διαφορών δεν γνωρίζει τις μεγαλύτερές του δόξες. Ειδικότερα, στις δύο χώρες που θεωρεί πατρίδες του ο Γκάντι, κυβερνούν δημαγωγοί με αυταρχικές τάσεις και μισαλλόδοξες κοσμοθεωρίες. Στην Ινδία, μόλις επανεξελέγη ο Ναρέντρα Μόντι του υπερσυντηρητικού BJP, με ενισχυμένη λαϊκή εντολή, μετά μία εκστρατεία με έντονα εθνικιστικούς τόνους. Πώς το σχολιάζει αυτό;

Οι εκλογές στην Ινδία

«Είναι πολύ θλιβερό. Η Ινδία έχει μια μακρά ιστορία ως ένα ανεκτικό και κοσμικό έθνος. Αυτές οι εκλογές ήταν ένα σοκ για πολλούς από εμάς, αλλά επίσης αναδεικνύουν τη δική μας ευθύνη ως πολίτες για την αποτελεσματική λειτουργία της δημοκρατίας. Ξέρετε, συζητάμε πολύ συχνά για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά κανείς δεν μιλάει για τις υποχρεώσεις των πολιτών – πρωταρχικά την υποχρέωση συμμετοχής στη δημοκρατική διαδικασία».

Σημειώνει ότι ολοένα και περισσότεροι ψηφοφόροι γίνονται «μοιρολάτρες», καθώς «προσδοκούν άμεσες αλλαγές και όταν αυτές δεν συμβαίνουν, αποκαρδιώνονται. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αλλαγές συμβαίνουν με αργούς ρυθμούς και πρέπει να δείχνουμε την αναγκαία υπομονή».

Ως παράδειγμα αυτής της μακροπρόθεσμης οπτικής και της υπομονής και επιμονής στον αγώνα για πρόοδο, ο Γκάντι αναφέρει τον παππού του. «Ξέρετε, στο τέλος της ζωής του έβλεπε όλα αυτά για τα οποία είχε εργαστεί να καταστρέφονται με τον εμφύλιο πόλεμο. Παρ’ όλα αυτά, δεν απελπίστηκε – παρέμενε πολύ θετικός. Μου φαίνεται απίστευτο, ακόμα και σήμερα. Ζούσα μαζί του εκείνο τον καιρό...».

Τι άλλο θυμάται από εκείνη την περίοδο; «Θυμάμαι ότι, παρά την κρίση που σοβούσε την περίοδο εκείνη, η οπία ήταν η πιο πολυάσχολη της ζωής του, μου αφιέρωνε μία ώρα κάθε μέρα και μου έδινε την ίδια σημασία και προσοχή που αφιέρωνε στις πολιτικές του δραστηριότητες. Μιλούσαμε, μου έλεγε ιστορίες, με βοηθούσε με τα μαθήματά μου – γενικά, συμπεριφερόταν σαν παππούς».

Η συζήτηση στρέφεται στη δεύτερη πατρίδα του, στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου επίσης πνέει ένας άνεμος φυλετικών εντάσεων και διχασμού. Τον ρωτώ πόσο ανησυχεί για την κατάσταση της ένωσης στις ημέρες του Ντόναλντ Τραμπ, και ειδικά αν θεωρεί ότι μπορεί τα πράγματα να οξυνθούν πολύ περισσότερο – αν για παράδειγμα ο Τραμπ ηττηθεί οριακά στις εκλογές του 2020. «Κατ’ αρχάς ελπίζω να ηττηθεί. Αν και δεν πιστεύω ότι θα αποδεχθεί εύκολα την ήττα – δεν είναι τέτοιος ο χαρακτήρας του. Διχάζει τον κόσμο κάθε μέρα, με τα σχόλια και τα tweets του, αντί να τους ενώνει. Ψεύδεται κραυγαλέα, είναι ακραία ναρκισσιστής, έχει διαλύσει κάθε έννοια αρχής στην πολιτική. Εχει πάει την Αμερική 100 χρόνια πίσω».

Οι ελίτ και οι άνεργοι

Ο Γκάντι είναι, όμως, έντονα επικριτικός και απέναντι στο φιλελεύθερο, κοσμοπολίτικο κατεστημένο κατά του οποίου έχουν εξεγερθεί οι ηττημένοι της παγκοσμιοποίησης. «Οταν έκλεισαν τα εργοστάσια, δεν έγινε καμία προσπάθεια να βοηθηθούν οι άνθρωποι που έμειναν άνεργοι, να επανεκπαιδευθούν – αφέθηκαν στη μοίρα τους», λέει. «Ολοι ήταν απορροφημένοι από την πρόοδο που σημειωνόταν και δεν παρατήρησαν τις παράπλευρες απώλειες».

Θεωρεί ότι η κάστα αυτή –οι ελίτ, οι κερδισμένοι της παγκοσμιοποίησης– έχουν αντιμετωπίσει με σοβαρότητα της πηγές της οργής που γέννησε τον νέο λαϊκισμό; Ή περιορίζονται στο να λοιδωρούν τους δημαγωγούς και κατ’ επέκταση τους ψηφοφόρους τους;

«Στο μεγαλύτερο μέρος του, το κατεστημένο δεν έχει λάβει το μήνυμα. Είναι τόσο προσκολλημένοι στις ιδέες τους, που βλέπουν την αντίδραση η οποία εκδηλώνεται ως κάτι εφήμερο που σύντομα θα περάσει και η ζωή θα συνεχιστεί. Πιστεύουν στον μύθο του trickle-down – ότι τα οφέλη που αποκομίζουν οι ίδιοι θα διαχυθούν και στην υπόλοιπη κοινωνία. Αυτό που βλέπουμε, όμως, είναι ότι το χάσμα μεταξύ φτωχών και πλουσίων αυξάνεται κι αυτό δημιουργεί μεγάλη δυσαρέσκεια, που μεταφράζεται σε μισαλλοδοξία, αυξημένη εγκληματικότητα και βία. Κι αυτά συμβαίνουν σε όλο τον κόσμο, στις ανεπτυγμένες οικονομίες αλλά και σε χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα. Η εξαίρεση είναι κάποιες χώρες, κατά κανόνα μικρότερες, όπου η ευημερία είναι πιο ισότιμα κατανεμημένη και άρα υπάρχει μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή».

Η βία δεν είναι ποτέ ηθικά σωστή, αλλά μπορεί να είναι αναγκαία

Μετά την ανάλυση της επικαιρότητας, η κουβέντα παίρνει φιλοσοφική τροπή. Τον ρωτώ αν υπάρχουν ποτέ συνθήκες στις οποίες δικαιολογείται η βία – για παράδειγμα ως μέθοδος αντίστασης απέναντι σε ένα καταπιεστικό καθεστώς.


«Κανείς δεν μιλάει για τις υποχρεώσεις των πολιτών – πρωταρχικά την υποχρέωση συμμετοχής στη δημοκρατική διαδικασία», λέει ο Αρούν Γκάντι.

«Δεν θα έλεγα ακριβώς ότι δικαιολογείται, με την έννοια ότι είναι ηθικά σωστή η χρήση της. Αλλά μπορεί σε κάποιες περιστάσεις να είναι αναγκαία – ένα αναγκαίο κακό», λέει. «Για παράδειγμα, στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, υπήρχε ένα αεροπλάνο το οποίο είχαν καταλάβει αεροπειρατές, με σκοπό από ό,τι φαίνεται να το ρίξουν στο Καπιτώλιο. Οι επιβάτες κατάλαβαν τι επρόκειτο να συμβεί και επιτέθηκαν στους αεροπειρατές, με αποτέλεσμα να συντριβεί το αεροσκάφος και να μη φτάσει στον στόχο του. Νομίζω ότι στις συγκεκριμένες συνθήκες αυτή ήταν η επιλογή που είναι πιο συνεπής με τις αρχές της μη βίας. Ηταν βία με σκοπό την αποτροπή περισσότερης βίας. Αντιθέτως, αυτό που έκανε στη συνέχεια ο πρόεδρος Μπους, ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, δεν ήταν ηθικά σωστό, ούτε ήταν αναγκαίο: ήταν καθαρά μία πολιτική εκδίκησης». Θυμάται μάλιστα ότι είχε στείλει τότε, πριν από την εισβολή στο Ιράκ, ένα άρθρο γνώμης, τόσο στους New York Times όσο και στη Washington Post, στο οποίο έγραφε ότι «δεν είναι ώρα για εκδίκηση, αλλά για ενδοσκόπηση σχετικά με το τι κάναμε λάθος στις σχέσεις μας με αυτήν την περιοχή του πλανήτη». Το άρθρο απορρίφθηκε και από τις δύο εφημερίδες: «Μου είπαν ότι δεν είναι καιρός τώρα να μιλήσουμε για ειρήνη».

Ο ρόλος του θυμού

Ενα από το βιβλία του Γκάντι έχει τίτλο «The Gift of Anger» («Το Δώρο του Θυμού»). Είναι ο θυμός αναγκαίο συστατικό της μάχης για κοινωνική πρόοδο; «Ο θυμός είναι αναγκαίος για την ανθρώπινη ζωή γενικότερα. Μας κινητοποιεί για να διορθώνουμε τα κακώς κείμενα που βλέπουμε γύρω μας. Το πρόβλημα είναι ότι σπάνια διοχετεύεται σωστά, δεν χρησιμοποιείται εποικοδομητικά. Πρέπει, λοιπόν, να μελετήσουμε τον θυμό μας, να τον μετριάσουμε με τον ορθό λόγο και να μάθουμε τις πραγματικές πηγές του. Ο ρόλος του στην ανθρώπινη ζωή είναι αντίστοιχος με τον αυτόματο διακόπτη σε ένα ηλεκτρικό κύκλωμα. O ρόλος τού διακόπτη είναι να αποτρέπει τον κίνδυνο: αν κάτι πάει στραβά στο κύκλωμα, ο διακόπτης πέφτει και σταματάει την παροχή ρεύματος. Αντιστοίχως, ο θυμός στέλνει ένα σήμα ότι υπάρχει ένα πρόβλημα, ένα ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί. Δυστυχώς, αντί να το κάνουμε αυτό, παρασυρόμαστε από τον θυμό μας και τον εκδηλώνουμε με τρόπους που δεν βοηθούν κανέναν».

Αλήθεια και ΜΜΕ

Τι τον δίδαξαν οι τρεις δεκαετίες του στη δημοσιογραφία; «Συχνά θεωρούμε ότι η αλήθεια είναι προφανής, ότι είναι αυτό που βλέπουμε μπροστά μας. Η αλήθεια όμως δεν αποκαλύπτεται, είναι φευγαλέα – η πρώτη όψη μπορεί να είναι παραπλανητική», απαντά. «Χρειάζεται πραγματική προσπάθεια για να φτάσουμε στην ουσία των πραγμάτων και συχνά, εξαιτίας της βιασύνης μας, επειδή θέλουμε να μεταδώσουμε πρώτοι μία είδηση, δίνουμε μία επιφανειακή εκδοχή, που απέχει σημαντικά από την αλήθεια. Το πρόβλημα αυτό, φυσικά, έχει επιδεινωθεί στην εποχή του Διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης». Εκτιμά, πάντως, ότι η πόλωση και η ακραία αντιπαράθεση που παρατηρείται στον διαδικτυακό διάλογο είναι επιφαινόμενα της εφαρμογής πολιτικών «που διχάζουν τους ανθρώπους και αυξάνουν την ανισότητα μεταξύ τους: αν αλλάξουν αυτές οι πολιτικές, θα αλλάξει και το ύφος του διαλόγου».

Η συνάντηση

Ο κ. Γκάντι βρέθηκε στην Αθήνα για να μιλήσει στο δέκατο TEDxAthens, που έλαβε χώρα Σάββατο βράδυ στο ΚΠΙΣΝ. Συναντηθήκαμε στο εστιατόριο του ογδόου ορόφου του Grand Hyatt Athens στη Λεωφόρο Συγγρού, δίπλα στην πισίνα του ξενοδοχείου. Μέσα από το τζάμι φαίνονταν οι σιλουέτες των κολυμβητών να λικνίζονται κάτω από το νερό, σαν φούσκες μέσα σε μία λάμπα λάβας. Ο συνδαιτυμόνας της «Κ» περιορίστηκε σε μία σαλάτα με παντζάρια και σπανάκι (οι γιατροί του, όπως μας είπε στωικά αλλά και με ίχνη θλίψης, του έχουν επιβάλει μία ιδιαίτερα αυστηρή δίαιτα). Μαζί με το κοτόπουλο που παρήγγειλα εγώ και δύο καφέδες (φίλτρου και εσπρέσο), ο λογαριασμός ανήλθε στα 45,50 ευρώ.

Οι σταθμοί του

1934
Γεννιέται στο Ντέρμπαν της Νοτίου Αφρικής.

1946
Πηγαίνει να ζήσει για δύο χρόνια με τον παππού του, Μοχάντας Γκάντι, στο Ασράμ του στην Ινδία.

1949
Κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο, «A Patch of White», στο οποίο γράφει για τις εμπειρίες του στη ρατσιστική κοινωνία της Ν. Αφρικής.

1987
Μετακομίζει, με τη σύζυγό του, στις ΗΠΑ.

1991
Ιδρύει το M.K. Insitute for Nonviolence, αρχικά στο Μέμφις (αργότερα θα μεταφερθεί στη Νέα Υόρκη).

1996
Συνιδρύει το Season of Nonviolence, μία ετήσια εκδήλωση προς τιμήν του Γκάντι και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

2008
Υποχρεώνεται σε παραίτηση από το Iνστιτούτο του λόγω άρθρου στο οποίο ασκούσε δριμεία κριτική στο Ισραήλ.

2018
Κυκλοφορεί το νεότερο βιβλίο του, «Το δώρο του θυμού», το οποίο γίνεται Sunday Times best-seller.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ