Ακολουθώντας τις πινακίδες για Βίντιν, στρίβουμε στον δρόμο που θα μας οδηγήσει σε λίγα λεπτά σε μία από τις φτωχότερες περιοχές της Ευρωπαϊκής  Ένωσης. 

Λίγο πριν από την είσοδο της μικρής πόλης, το θέαμα σε προϊδεάζει γι’ αυτό που θα ακολουθήσει. Στη δεξιά πλευρά του δρόμου ξεχωρίζει μια σειρά από κουφάρια μεγάλων εργοστασιακών μονάδων, απομεινάρια της κομμουνιστικής Βουλγαρίας, που κάποτε κατασκεύαζαν στα σπλάχνα τους μηχανήματα, λάστιχα και ηλεκτρισμό που τροφοδοτούσε όλη την περιοχή. Θηριώδεις κατασκευές, με εντυπωσιακές γέφυρες και φουγάρα, τώρα ρημάζουν σε μια δυσοίωνη σιωπή, που διαταράσσεται μόνο από τον ήχο που κάνουν οι ξεχαρβαλωμένες λαμαρίνες όταν σηκώνεται αέρας. 

Μπαίνοντας στο Βίντιν, η πρώτη εικόνα θυμίζει σκηνή μετα-αποκαλυπτικής ταινίας και μαρτυρά την παρακμή των τελευταίων δεκαετιών: ψηλές οικοδομές από μπετόν, σπασμένα πλακάκια στα πεζοδρόμια και σιντριβάνια χωρίς ίχνος νερού. Στους δρόμους κυκλοφορούν ελάχιστοι άνθρωποι, ενώ στο επιβλητικό κτίριο του λιμανιού οι γυάλινες πόρτες είναι σπασμένες.

Η μικρή πόλη, η οποία απλώνεται μπροστά από τις όχθες του Δούναβη και απέχει μόλις λίγα λεπτά από τη Ρουμανία, αποτυπώνει δύο από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα, τη φτώχεια και την ταχεία συρρίκνωση του πληθυσμού, ειδικά στην επαρχία. 

Πόλη ηλικιωμένων και αντιφάσεις

Το Βίντιν ανήκει στη βορειοδυτική Βουλγαρία, που είναι η πιο φτωχή περιφέρεια σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν αγγίζει μόλις το 31% του κοινοτικού μέσου όρου, την ίδια στιγμή που στην περιφέρεια του Λονδίνου, την πλουσιότερη στην ΕΕ, αγγίζει το 625%. Παράλληλα, η ευρύτερη περιοχή έχει το υψηλότερο ποσοστό μείωσης πληθυσμού στη Βουλγαρία και το υψηλότερο ποσοστό ηλικιωμένων ατόμων σε όλη τη χώρα, καθώς οι νεότεροι κάτοικοί του συχνά εγκαταλείπουν το Βίντιν, για να κυνηγήσουν την τύχη τους στη Σόφια ή στη Δυτική Ευρώπη. 

Παρ’ όλα αυτά, μακριά από τα έρημα στενά και τα μπλοκ από τσιμέντο, στην καρδιά της πόλης απλώνεται ένα καταπράσινο ολάνθιστο πάρκο, δίπλα στον Δούναβη. Το απόγευμα γεμίζει από ζευγάρια που απολαμβάνουν τη βόλτα τους, μικρά παιδιά που παίζουν και εφήβους που πειράζουν ο ένας τον άλλον. Στις όχθες του ποταμού είναι αγκυροβολημένα πολυτελή ποταμόπλοια, ενώ στο βάθος διακρίνεται η εντυπωσιακή «Γέφυρα της Νέας Ευρώπης», που συνδέει τη Βουλγαρία με τη Ρουμανία. Όσο χρήσιμοι κι αν είναι οι οικονομικοί δείκτες, συχνά αδυνατούν να αποτυπώσουν κάτι πολύ πιο σύνθετο, όπως είναι η ποιότητα της ζωής. Και οι κάτοικοι του Βίντιν δείχνουν να ξέρουν πως η ποιότητα αυτή δεν εξαρτάται μόνο από το ΑΕΠ· εξαρτάται από την οικογένεια, τους φίλους, τη ζεστασιά της πατρίδας, τον κόκκινο ουρανό που απλώνεται πάνω από την πόλη όταν το καλοκαίρι έχει σχεδόν φτάσει.   

 

 

Θίοντορ (δάσκαλος): «Έχω φίλους, παίζω μπάσκετ κάθε μέρα, έχω τη δουλειά μου»

Κόντρα στο ρεύμα, ο 27χρονος Θίοντορ αποφάσισε να μείνει στο Βίντιν, όπου εργάζεται ως δάσκαλος γυμναστικής στο σχολείο Τσάρος Συμεών Α΄, το οποίο στεγάζεται σε ένα πανέμορφο διατηρητέο κτίριο. «Για πολλούς κατοίκους η ζωή εδώ είναι βαρετή, γιατί δεν υπάρχουν πολλά μέρη να πάνε. Υπάρχει μόνο μία ντίσκο χειμώνα καλοκαίρι. Δεν τους αρέσει, γιατί είναι μικρή πόλη και δεν υπάρχουν πολλά άτομα της ηλικίας μας. Αλλά εμένα μου αρέσει. Έχω φίλους, παίζουμε μπάσκετ κάθε μέρα, έχω τη δουλειά μου», αναφέρει. 

Σε αντίθεση με τη μεγαλύτερη αδελφή του, που ζει μόνιμα στο Λονδίνο, ο Θίοντορ δεν σκέφτεται να αφήσει την πόλη των περίπου 30.000 κατοίκων, καθώς, όπως λέει, απολαμβάνει την ήρεμη ζωή του. Ο μισθός του ως δημοσίου υπαλλήλου αυξήθηκε φέτος και έφτασε τα 480 ευρώ. Ζώντας με τους γονείς του, όπως και οι περισσότεροι συνομήλικοί του, έχει τη δυνατότητα να διαθέσει πολλά από αυτά τα χρήματα για τη διασκέδασή του. Συνήθως θα πάει για καφέ ή φαγητό στα εστιατόρια δίπλα στον Δούναβη και έπειτα στην ντίσκο. Όταν βαρεθεί, θα οδηγήσει με τους φίλους του μέχρι τη Σερβία, όπου θα πάνε για να επισκεφθούν spa και εστιατόρια. Η καλύτερη περίοδος ωστόσο είναι την άνοιξη και το καλοκαίρι, όταν με την παρέα του θα ξαπλώσουν στις αμμώδεις ακτές του Δούναβη, θα ακούσουν μουσική, θα πάνε βόλτα με τις βάρκες και θα κολυμπήσουν. «Τα νερά δεν είναι καθαρά. Αλλά τι να κάνεις; Σε αυτά θα κολυμπάμε μια ζωή», τον διακόπτει γελώντας ο Νταγιάν, παιδικός φίλος του, που τον συνοδεύει σε αυτές τις εξορμήσεις. Ο Νταγιάν είναι από τους λίγους συνομήλικους φίλους που έχει ο Θιοντόρ, καθώς, όπως λέει, οι περισσότεροι στην ηλικία του έχουν φύγει στο εξωτερικό ή μετακόμισαν στη Σόφια και στο Πλόβντιβ. «Πολλοί από αυτούς θέλουν να γυρίσουν πίσω, αλλά έχουν κολλήσει εκεί. Δεν ξέρουν όλοι γιατί φεύγουν. Κάποιοι απλώς είναι στη Σόφια και δουλεύουν ως ντελιβεράδες», σχολιάζει ο Νταγιάν, ο οποίος συνειδητά επέστρεψε από το Λονδίνο στο Βίντιν μετά τις σπουδές του. 

Η μετανάστευση των νέων έχει πολλές και απροσδόκητες προεκτάσεις. «Δεν υπάρχουν πολλά κορίτσια στην ηλικία μου. Εγώ έχω τώρα σχέση με μια κοπέλα επτά χρόνια μικρότερη από εμένα», αναφέρει ο Θίοντορ. Τα επόμενα σχέδιά του είναι, μόλις αποφοιτήσει η κοπέλα του, να νοικιάσουν ένα φθηνό σπίτι στην πόλη, με 80 ευρώ/μήνα, και να ξεκινήσουν την κοινή ζωή τους εκεί.

 

 

Μπόγκνταν (γιατρός): «Προτιμώ ο γιος μου να φύγει από το Βίντιν»

Στο νοσοκομείο του Βίντιν συναντάμε τον Μπόγκνταν, ορθοπεδικό και αντιπρόεδρο του νοσοκομείου, ο οποίος σε λίγο κλείνει τα πενήντα του χρόνια και είναι γέννημα θρέμμα της μικρής πόλης. Μετά τις σπουδές του στη Σόφια, επέστρεψε στον τόπο του και άσκησε το επάγγελμα της ιατρικής. Όπως αναφέρει, τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ τις τελευταίες δεκαετίες. «Εξετάζω πλέον τους μισούς ασθενείς από αυτούς που εξέταζα πριν από είκοσι χρόνια. Τότε υπήρχαν τα εργοστάσια που δούλευαν 24 ώρες το 24ωρο, και οι άνθρωποι είχαν πολλά προβλήματα και τραυματισμούς λόγω των πολλών ωρών δουλειάς. Τώρα ο πληθυσμός είναι όλο και πιο γερασμένος. Το πιο συχνό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε πλέον είναι η οστεοπόρωση», λέει προβληματισμένος.

Ο Μπόγκνταν βιώνει το πρόβλημα της μετανάστευσης των νέων στην καθημερινότητά του. Κανείς νέος γιατρός δεν κάθεται πλέον στο Βίντιν για να εργαστεί, με αποτέλεσμα το νοσοκομείο να μη διαθέτει όλες τις ειδικότητες. Όπως λέει χαρακτηριστικά, χρειάζεται να έρθουν τουλάχιστον σαράντα γιατροί ακόμα, ώστε το προσωπικό να επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών του κόσμου. «Οι μισοί γιατροί που δουλεύουν θα έπρεπε να είχαν συνταξιοδοτηθεί κανονικά, αλλά συνεχίζουν», διευκρινίζει. Δουλεύοντας περίπου 12 ώρες την ημέρα, η αμοιβή φτάνει περίπου τα 800 ευρώ.

Ο ίδιος ούτε τώρα ούτε παλαιότερα είχε σκεφτεί να φύγει. «Η πέτρα είναι πιο βαριά όταν είναι στο χώμα της», λέει με νόημα. Ο πενηντάχρονος άντρας φαίνεται, εξάλλου, να χαίρεται τη ζωή του στη μικρή πόλη, η οποία του παρέχει ό,τι θα επιθυμούσε. Όπως λέει χαρακτηριστικά, στο Βίντιν τον γνωρίζουν όλοι και τον χαιρετούν, οι γονείς του τον βοηθούν σε ό,τι χρειαστεί, το ψυγείο του είναι πάντα γεμάτο, έχει ένα σχετικά καινούργιο αυτοκίνητο, ενώ μία εβδομάδα τον χρόνο έχει τη δυνατότητα να πηγαίνει διακοπές είτε στην Ελλάδα είτε στην Τουρκία. Όταν έρχεται η κουβέντα στον δεκαπεντάχρονο γιο του, ωστόσο, τα πράγματα αλλάζουν. Ο ίδιος προτιμά ο μικρός του γιος να αφήσει την πόλη. «Ό,τι κι αν σπουδάσει το παιδί, δεν υπάρχει μέλλον εδώ».

 

 

Βαλεντίν (οδηγός ταξί): «Τίποτα δεν συμβαίνει εδώ»

Λίγα χρόνια νεότερος, ο Βαλεντίν, οδηγός ταξί, επίσης δεν βλέπει μέλλον στην πόλη. «Τίποτα δεν συμβαίνει εδώ», αναφωνεί ρουφώντας έναν κρύο καφέ σε μια καφετέρια κοντά στην είσοδο της πόλης. Ο σαρανταεπτάχρονος άνδρας μετακόμισε στο Βίντιν από την πολύβουη Σόφια, γιατί παντρεύτηκε. Ο Βαλεντίν έχει ένα από τα περίπου 150 ταξί που κυκλοφορούν στην περιοχή. Καθώς η πόλη είναι μικρή, υπάρχει στάνταρ τιμή για κάθε δρομολόγιο, που φτάνει τα 2,5 ευρώ. Κατά βάση, ο Βαλεντίν πηγαίνει παιδιά στο σχολείο ή ανθρώπους στις δουλειές τους, που μερικές φορές είναι σε διπλανά χωριά. 

Σε αντίθεση με τον Μπόγκνταν, η ζωή του δεν τον ενθουσιάζει. Φτάνοντας τις 12 ώρες εργασίας την ημέρα, ο μισθός του κυμαίνεται στα 1.000 ευρώ. Ωστόσο τα χρήματα αυτά δεν αρκούν με τίποτα για να συντηρηθεί μια πενταμελής οικογένεια, όπως λέει με σιγουριά. «Για τα βασικά μια πενταμελής οικογένεια ξοδεύει περίπου 1.500 ευρώ τον μήνα», αναφέρει. «Με αυτά τα χρήματα δεν θα σου λείψει φαγητό ή δεν θα είναι κρύο το σπίτι σου, αλλά δεν θα μπορείς να φύγεις λίγες ημέρες να πας διακοπές ή να φας πάνω από μία φορά σε ένα εστιατόριο», αναφέρει. Τον ρωτάω αν το μικρό μέγεθος της πόλης στέρησε κάτι από τα παιδιά του. «Τίποτα», μου απαντά. «Το σχολείο προσφέρει στα παιδιά ό,τι χρειάζονται». 

Το μεγαλύτερο αγόρι του, που αποφοιτά σε λίγο, μάλλον θα παραμείνει στο Βίντιν, σε αντίθεση με αρκετούς συμμαθητές του. «Αφού μπήκαμε στην ΕΕ, όλο και περισσότεροι νέοι φεύγουν. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν δουλειές εδώ. Οι περισσότερες γυναίκες δουλεύουν σε βιοτεχνίες υφαντουργίας ή ως βοηθοί καταστήματος και οι άντρες είτε γίνονται ταξιτζήδες είτε έχουν μια μικρή επιχείρηση και ασχολούνται με το εμπόριο».

 

 

Πέρκα (συνταξιούχος): «Με 177 ευρώ τα καταφέρνω μια χαρά»

Η 84χρονη Πέρκα έφτασε στο Βίντιν πολύ νέα, για να ξεκινήσει τη ζωή της με τον άντρα της και το παιδί τους. Επί είκοσι έξι χρόνια δούλεψε σκληρά στον τομέα του ελέγχου ποιότητας στις τεράστιες φάρμες που είχαν δημιουργηθεί την περίοδο του κομμουνισμού έξω από την πόλη. 

Η μικροκαμωμένη γυναίκα με τα γκρίζα μαλλιά μάς υποδέχθηκε με ιδιαίτερη χαρά στο διαμέρισμά της σε μια ψηλή, κακοσυντηρημένη πολυκατοικία, που βρίσκεται σε μια συνοικία όπου άλλοτε ζούσαν τα στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος. Στην τηλεόραση παίζει μια ινδική σειρά. 

Καθισμένη στον καναπέ της, η Πέρκα αναπολεί τις εποχές όπου χιλιάδες εργάτες και αγρότες δούλευαν στις φάρμες και στα εργοστάσια που βρίσκονταν έξω από την πόλη. «Όπου και να έπεφτε το μάτι σου, δεν υπήρχε ούτε ένα κομμάτι γης που να μην ήταν σπαρμένο», θυμάται. «Η πόλη τότε ήταν ζωντανή. Μπορεί να πηγαίναμε μία φορά την εβδομάδα στα ρεστοράν, αλλά θα πηγαίναμε καλοντυμένοι και θα χορεύαμε». Όπως αναφέρει η ίδια, τότε ο μισθός της ήταν 120 λεβ (61,35 ευρώ), αλλά το κόστος της ζωής ήταν τόσο χαμηλό που η ίδια με τον σύζυγό της κατάφερναν μέχρι και να αποταμιεύουν χρήματα. 

Με την κατάρρευση του καθεστώτος, όλα άλλαξαν. Η ίδια είχε προλάβει να βγει στη σύνταξη πριν αρχίσουν να κλείνουν τα εργοστάσια.

Γυναίκα με έντονο δυναμισμό, η Πέρκα δεν παραπονιέται καθόλου για τη σημερινή κατάσταση. Η σύνταξή της, λόγω προϋπηρεσίας αλλά και της υψηλής θέσης που κατείχε, είναι περίπου 177 ευρώ, την ώρα που από τον Ιούλιο η χαμηλότερη σύνταξη στη χώρα θα φτάνει τα 111 ευρώ. «Με αυτά τα χρήματα τα καταφέρνω μια χαρά», λέει. Και πράγματι το πετυχαίνει, καθώς η ίδια όχι μόνο συντηρεί τον εαυτό της, αλλά βοηθάει και τον εγγονό της, κάνοντάς του συνέχεια δώρο τα καινούργια εξαρτήματα του αυτοκινήτου του. Μόνο της παράπονο είναι για την εγγονή της, η οποία ζει μακριά της, στη Γερμανία.

 

 

Κρασιμίρα (ελεύθερη επαγγελματίας): «Οι άνθρωποι στοχεύουν ψηλότερα»

Τρεις ορόφους κάτω από την Πέρκα ζει η 52χρονη Κρασιμίρα με τον άντρα της και τα δύο της νεαρά αγόρια. Παρότι είναι στην ίδια πολυκατοικία, τα δύο διαμερίσματα διαφέρουν κατά πολύ. Το σπίτι της Κρασιμίρα είναι μοντέρνα και λιτά διακοσμημένο, ενώ τα αγγλικά βιβλία στη βιβλιοθήκη μαρτυρούν τις σπουδές των γιων της στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η κομψή γυναίκα διατηρεί, τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια, ένα κατάστημα με ρούχα στον κεντρικότερο δρόμο του Βίντιν. Αγαπάει το μικρό μέρος στο οποίο κατάφερε να στήσει την επιχείρησή της και να αναθρέψει τα παιδιά της, ωστόσο, όπως παραδέχεται, το Βίντιν δεν είναι εύκολο μέρος για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Η συρρίκνωση του πληθυσμού και ειδικά του νεανικού, αλλά και η μειωμένη αγοραστική δύναμη του κόσμου, κάνουν δύσκολες τις πωλήσεις. Η ίδια όμως δεν το βάζει κάτω. Άρχισε να μαθαίνει αγγλικά και έστησε ένα online κατάστημα, προκειμένου να διαθέτει τα ρούχα της και μέσω διαδικτύου. 

Με αυτόν τον τρόπο έχει αποκτήσει πελάτες και σε άλλες πόλεις της Βουλγαρίας και στο εξωτερικό, και έχει καταφέρει να αντεπεξέρχεται στα σταδιακά αυξανόμενα κόστη. 

Η ίδια πληρώνει 230 ευρώ τον μήνα για ενοίκιο, ενώ δίνει τον βασικό μισθό, περίπου 280 ευρώ, στη βοηθό της. Συνυπολογίζοντας τα έξοδα για ασφαλιστικές εισφορές, η Κρασιμίρα κερδίζει περίπου 511 ευρώ τον μήνα, δουλεύοντας από το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα. Όπως λέει, για να ζήσει αρκετά άνετα μια τετραμελής οικογένεια στο Βίντιν, ειδικά αν πληρώνει και ενοίκιο, χρειάζεται περίπου 2.000 ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι πρέπει να δουλεύουν και οι δύο γονείς. 

Η ίδια δεν αγαπάει πολύ τις εξόδους και διασκεδάζει μαζεύοντας τους φίλους της στο εξοχικό που έχει στο βουνό, σχεδόν μισή ώρα μακριά από την πόλη. Τη ρωτάω εάν η ένταξη της Βουλγαρίας στην ΕΕ βελτίωσε την κατάσταση. Η απάντησή της είναι μάλλον αρνητική. «Οι άνθρωποι πάντα στοχεύουν σε ένα καλύτερο επίπεδο ζωής. Μπαίνοντας στην ΕΕ, βλέπουν πώς ζουν οι άνθρωποι στη δυτική Ευρώπη, αλλά η οικονομική τους κατάσταση δεν τους το επιτρέπει ακόμα». Χαριτολογώντας, προσθέτει πως για την ίδια η ένταξη ήταν κάτι θετικό, καθώς, βλέποντας οι πελάτες της πόσο κοστίζουν στην υπόλοιπη Ευρώπη ρούχα όπως αυτά που διαθέτει η ίδια, αντιλαμβάνονται το πόσο καλές τιμές προσφέρει.    ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ