ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ-ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Οταν ακούς πως η Ρενέ Ζελβέγκερ κάνει για πρώτη φορά στην καριέρα της τηλεόραση και μάλιστα πρωταγωνιστώντας σε μια σειρά του Netflix, σίγουρα σου κινεί το ενδιαφέρον. Πόσο μάλλον που την περασμένη εβδομάδα είχαμε την ευκαιρία να βρεθούμε στο Λος Αντζελες και να συνομιλήσουμε τόσο με την Αμερικανίδα σταρ, όσο και με τους υπόλοιπους συντελεστές του «What/If», το οποίο έχει κάνει την εμφάνισή του στη διαδικτυακή πλατφόρμα εδώ και μερικές μέρες.

Λίγα λόγια για την υπόθεση όμως, που μοιάζει πολύ –και δεν το κρύβει– με διασκευή της καλτ σήμερα «Ανήθικης πρότασης» (1993) του Αντριαν Λιν. Εκεί ένας ζάμπλουτος άνδρας (Ρόμπερτ Ρέντφορντ) προσφέρει σε κάποιο ανδρόγυνο ένα εκατομμύριο δολάρια, προκειμένου να περάσει μια νύχτα με τη γυναίκα (Ντέμι Μουρ). Στο «What/If» από την άλλη, το ζευγάρι είναι η Λίσα (Τζέιν Λίβαϊ) και ο Σον (Μπλέικ Τζένερ) αυτός πρώην αθλητής του μπέιζμπολ και εκπαιδευόμενος πυροσβέστης, ενώ εκείνη λαμπρή επιστήμων, που όμως αδυνατεί να χρηματοδοτήσει την έρευνά της πάνω στον καρκίνο. Κάπου εκεί στο παιχνίδι μπαίνει η Ζελβέγκερ φορώντας το προσωπείο της Αν Μοντγκόμερι, μιας μυστηριώδους όσο και αδίστακτης επενδύτριας, η οποία θα προσφερθεί να λύσει οριστικά τα οικονομικά τους προβλήματα, με αντάλλαγμα μια νύχτα με τον Σον. Γύρω τους εμφανίζεται ακόμα μια σειρά από χαρακτήρες, οι οποίοι βρίσκονται κι εκείνοι μπροστά στα δικά τους σταυροδρόμια.

Οι επιρροές

«Αποφάσισα πως θέλω να γίνω σεναριογράφος όταν είδα τον “Πρωτάρη” του Μάικ Νίκολς. Είχα πάθει εμμονή με τον χαρακτήρα της Αν Μπάνκροφτ και πάντα αναρωτιόμουν πώς θα είχε καταλήξει αυτή η γυναίκα, αν αντί να διοχετεύσει τον δυναμισμό και τα κίνητρά της στο αλκοόλ και την αυτοκαταστροφή, τα χρησιμοποιούσε για να χτίσει κάτι για τον εαυτό της και να σταθεί απέναντι στον κόσμο. Η δεύτερη επιρροή είναι προφανώς η “Ανήθικη πρόταση” αλλά και όλα τα υπόλοιπα κοινωνικά θρίλερ εκείνης της εποχής (“Fatal Attraction”, “Βασικό ένστικτο”), τα οποία φαίνεται σήμερα να είναι λίγο εκτός μόδας. Και βέβαια υπάρχουν και όσα έγιναν τα τελευταία χρόνια στη Γουόλ Στριτ. Εκεί όπου το λεγόμενο 1% κατέστρεψε την παγκόσμια οικονομία και στην ουσία πήρε άφεση αμαρτιών. Ολα αυτά τα πάντρεψα με τον “Κόμη Μόντε Κρίστο” που είναι η καλύτερη ιστορία εκδίκησης και προσπάθησα να τα στρέψω στο πιο προσωπικό να ζητήσω τελικά από τους θεατές να εξετάσουν τη δική τους ηθική στάση απέναντι σε όσα τους απασχολούν και η ζωή φέρνει μπροστά τους», εξηγεί σχετικά με τις βάσεις της σειράς, ο δημιουργός της, Μάικ Κέλι.

Το «What/If» έχει όντως στον κεντρικό πυρήνα του τα διλήμματα. Μικρά ή μεγάλα, περισσότερο ή λιγότερο τρομακτικά, είναι συνεχώς εκεί και αφορούν τόσο τους πρωταγωνιστές όσο και τους περιφερειακούς χαρακτήρες της ιστορίας. «Εχει κυρίως να κάνει με το πόσο διατεθειμένος είναι κανείς να αλλοιώσει την ηθική του. Το βλέπεις να συμβαίνει συχνά, ειδικά στη χώρα μας (σ.σ. Αμερική). Πολλοί άνθρωποι κυνηγούν την επιτυχία με κάθε κόστος και κάποιοι απλά προτιμούν τον “σύντομο” δρόμο», αναφέρει σχετικά η Τζέιν Λίβαϊ, η οποία δείχνει παραπάνω από ενθουσιασμένη που πρωταγωνιστεί στη σειρά. Η έννοια της ηθικής πάντως, που όντως παίζει μεγάλο ρόλο, δεν αντιμετωπίζεται μονοδιάστατα.

Κάποιες φορές βλέπουμε για παράδειγμα τη συντηρητική «ηθική» να στέκεται εμπόδιο στην επιτυχία μιας ερωτικής σχέσης ή μιας τολμηρής ιδέας.

Ο πραγματικός χαρακτήρας-κλειδί βέβαια, όπως είπαμε, είναι αυτός της Αν Μοντγκόμερι – το όνομα αποτελεί προφανή φόρο τιμής στη μεγάλη Αν Μπάνκροφτ. Αυτή η ιδιοφυής γυναίκα, που βρίσκεται στον ρόλο του κακού, διαθέτει, και με τη σειρά της χαρίζει, πολύ περισσότερο βάθος στη σειρά. «Μου άρεσε που η Αν είναι ένας χαρακτήρας ασυνήθιστος, ειδικά για γυναίκα. Προσωπικά δεν έχω ξαναπαίξει τέτοιον ρόλο και μου φάνηκε συναρπαστικό να εξερευνήσω αυτή την ιδέα των επιλογών και των συνεπειών τους. Οχι τυχαία, η Αν είναι εξαιρετική σκακίστρια. Και από την άλλη είναι σκληρή, αδυσώπητη, σαν μια στρεβλή ηρωίδα του φεμινισμού που αποφασίζει να θέσει εκείνη τους κανόνες του παιχνιδιού.

Ευτυχώς τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν για εμάς τις γυναίκες τελευταία...» λέει γελώντας η Ρενέ Ζελβέγκερ και συμπληρώνει πως ένιωσε σαν να κάνει ελεύθερη πτώση με αυτή την πρώτη της τηλεοπτική συμμετοχή. «Δεν είχα σκεφθεί πως θα ήθελα να κάνω τηλεόραση. Ο Μάικ όμως με κάλεσε και μου έδειξε το σενάριο, μόνο του πρώτου επεισοδίου, και του είπα αμέσως το ναι. Δεν συμβουλεύτηκα καν τον ατζέντη μου ή κάποιο κοντινό μου πρόσωπο. Είπα πως θέλω οπωσδήποτε να παίξω αυτόν τον χαρακτήρα».

Πολυδιάστατη ερμηνεία

Η σειρά φυσικά δεν θα λειτουργούσε καθόλου χωρίς την ίδια. Εδώ εμφανίζεται σε τέλεια φόρμα, αφοσιωμένη σε μια απαιτητική και πολυδιάστατη ερμηνεία. Ο Μάικ Κέλι μας την περιέγραψε ως εξής: «Δεν έχω δουλέψει ποτέ με κανέναν καλύτερο από τη Ρενέ. Εκείνη έχτισε ολόκληρο τον χαρακτήρα: τα μαλλιά, τα ρούχα, την ομιλία της. Οταν έπαιξε για πρώτη φορά και είδα τη σοκαριστική αλλαγή στη στάση και στον τόνο της φωνής της, κατάλαβα γιατί αυτή η ηθοποιός έχει κερδίσει το Οσκαρ και όλα τα υπόλοιπα βραβεία».


Το «What/If» είναι εμφανώς επηρεασμένο από την «Ανήθικη πρόταση» (1993) του Αντριαν Λιν, αλλά και την προσωπικότητα της Αν Μπάνκροφτ, η οποία ανέκαθεν γοήτευε τον δημιουργό της σειράς.

Ευκαιρίας δοθείσης, δεν θα μπορούσαμε να μη ρωτήσουμε την Τεξανή ηθοποιό και για την εξαετή απουσία της (πολύ σπάνια για σταρ του βεληνεκούς της) από τον κινηματογράφο, η οποία έληξε το 2016, με μία ακόμα εκδοχή της «Μπρίτζετ Τζόουνς». «Το διάλειμμα έξι ετών ήταν διότι έκανα αυτή τη δουλειά για 25 χρόνια – πόσο άπληστο να γίνει ένα κορίτσι;» απαντά χαμογελώντας πονηρά και συνεχίζει: «Ηθελα να βρω κάτι καινούργιο ως άνθρωπος, ως προσωπικότητα. Εμαθα να ισορροπώ καλύτερα, να βάζω όρια και επίσης έμαθα τι πράγματα αρέσουν στην ανιψιά και στους ανιψιούς μου. Από την άλλη η υποκριτική είναι η ζωή μου, η ευτυχία μου, τώρα την εκτιμώ ακόμα παραπάνω».

Αυτό πάντως που είναι γενικώς αξιοσημείωτο, και το ανέφεραν όλοι οι συνομιλητές μας στο Λος Αντζελες, είναι το πώς η σύγχρονη διαδικτυακή τηλεόραση, η οποία πρόσφατα απέκτησε και νέους «παίκτες», δημιουργεί επί της ουσίας μια νέα βιομηχανία στον χώρο, δίνοντας ευκαιρίες σε δημιουργούς, όπως ο Μάικ Κέλι, ο οποίος μερικά χρόνια πριν έγινε γνωστός χάρη στην επιτυχία του επίσης τηλεοπτικού «Revenge». Η ίδια η Ρενέ Ζελβέγκερ είναι ξεκάθαρη: «Λέω ζήτω! Είμαι ενθουσιασμένη γιατί έχω πολλούς φίλους σεναριογράφους και τώρα είναι πραγματικά η εποχή τους. Υπάρχει τεράστια όρεξη και ζήτηση για πρωτότυπο υλικό αυτή τη στιγμή».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ