Κόρη δασκάλων, με καταγωγή από την Ουαλία, μεγάλωσε στο μεταπολεμικό Λονδίνο, σε μια εποχή που οι γυναίκες, μόλις ενηλικιώνονταν, έπρεπε να βγάλουν τα παιδικά ρούχα και τις σχολικές στολές και να φορέσουν απευθείας ταγέρ και πέρλες – ενδιάμεση κατάσταση δεν υπήρχε, τίποτα κοριτσίστικο και ανάλαφρο δεν επιτρεπόταν να περιλαμβάνεται στην γκαρνταρόμπα τους. Τα βρετανικά ήθη επέβαλαν την αυστηρότητα και τη σοβαρότητα – ή μήπως τη σοβαροφάνεια; Η μόδα ήταν συνυφασμένη αποκλειστικά με την υψηλή ραπτική· κυκλοφορούσε μόνο στις πασαρέλες και στα σαλόνια της «καλής» κοινωνίας και αποτελούσε άπιαστο όνειρο για τις κοπέλες των μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων. Όμως, εκείνη είχε διαφορετική άποψη για τα ρούχα: δεν τα θεωρούσε σύμβολο κοινωνικής καταξίωσης, αλλά μέρος της χαράς της ζωής. Και για την ίδια, δικαίωμα στην joie de vivre είχαν οι πάντες. «Το νόημα της μόδας είναι να μπορούν όλοι οι άνθρωποι να αγοράζουν μοντέρνα ρούχα», έλεγε. 

 


Η Μαίρη Κουάντ το 1967.

 

Ονειρευόταν να γίνει χορεύτρια ή σχεδιάστρια. Τελικά σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών του κολεγίου Γκόλντσμιθς και στη συνέχεια έμαθε κοπτική και ραπτική σε νυχτερινό σχολείο. Στα 21 της χρόνια, έχοντας δουλέψει για μερικούς μήνες σε καπελάδικο, άνοιξε μαζί με τον μετέπειτα σύζυγό της, Αλεξάντερ Πλάνκετ Γκριν, ένα μικρό κατάστημα, το Bazaar, στην King’s Road στο Τσέλσι. «Δεν μπορώ να περιμένω την απελευθέρωση των γυναικών», δήλωσε και ξεκίνησε να σχεδιάζει και να ράβει γυναικεία ρούχα: η βιτρίνα της γέμισε με κοντές φούστες και φορέματα σε γραμμή Α, με έντονα χρώματα, με τολμηρά πουά και ριγέ, με χαμηλά παπούτσια και ασυνήθιστα αξεσουάρ. Η επανάσταση της Μαίρης Κουάντ μόλις είχε αρχίσει. Ήταν 1955.

Από εκείνη τη χρονιά πιάνει το νήμα της αφήγησης η έκθεση «Mary Quant», που φιλοξενείται στο λονδρέζικο μουσείο Victoria & Albert (έως τον Φεβρουάριο του 2020). Και φτάνει μέχρι το 1975: διατρέχει δύο δεκαετίες γεμάτες χρώμα, θετική ενέργεια, στιλ και επιτυχίες για τη Βρετανίδα σχεδιάστρια, με... φόντο τις μαργαρίτες της, που έμελλε να γίνουν σήμα κατατεθέν για τις δημιουργίες της. «Στα πρώτα μου σχέδια, όταν δεν είχα ακόμη αποφασίσει ποια θα είναι η υπογραφή μου, ζωγράφιζα μια μαργαρίτα, για να δείχνω ότι είναι ολοκληρωμένα. Στη συνέχεια δοκίμασα κι άλλες λύσεις, αλλά τελικά η μαργαρίτα ήταν η καλύτερη απ’ όλες. Και την κράτησα» έχει εξηγήσει η ίδια. 

Κομμάτι των αναμνήσεων

Όταν οι επιμελητές του V&A άρχισαν να συγκεντρώνουν το υλικό, ζήτησαν τη βοήθεια του κοινού. Μέσα από την καμπάνια #WeWantQuant, προέτρεψαν όσες και όσους είχαν στην κατοχή τους ρούχα, αξεσουάρ ή καλλυντικά με την υπογραφή της σχεδιάστριας να τα δανείσουν, για την πραγματοποίηση της έκθεσης. Η ανταπόκριση ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Περισσότερα από χίλια μηνύματα έφτασαν τις αμέσως επόμενες ημέρες του «προσκλητηρίου» και όχι μόνο από τη Βρετανία, αλλά από πολλές χώρες – έτσι, επελέγησαν τα 120 εκθέματα. Τα περισσότερα είχαν περάσει από γενιά σε γενιά, από γιαγιάδες και μητέρες σε κόρες και εγγονές, είχαν φυλαχτεί ευλαβικά, ως κάτι πολύτιμο. Τι αποδεικνύει αυτό; Ότι όλες αυτές οι γυναίκες δεν αντιμετώπισαν τις δημιουργίες της Κουάντ ως αναλώσιμες, με ημερομηνία λήξης, αλλά ως τεκμήρια του παρελθόντος τους, ως κομμάτι των αναμνήσεών τους και της προσωπικής τους ιστορίας. Ως στοιχείο της ταυτότητάς τους. Και αυτό είναι κάτι που ελάχιστοι σχεδιαστές μόδας έχουν καταφέρει.

Επιστροφή στο success story της Μαίρης Κουάντ... Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60, το Bazaar ήταν το μοναδικό, ίσως, κατάστημα στη βρετανική πρωτεύουσα που λειτουργούσε ως αντίπαλον δέος στον καθωσπρεπισμό των περισσότερων σχεδιαστών υψηλής ραπτικής. Επιπλέον, δεν ήταν απλώς μια μπουτίκ: προσέφερε μια διαφορετική εμπειρία αγορών –με δυνατή μουσική και ποτά– και έμενε ανοιχτό μέχρι αργά το βράδυ. Είχε πια γίνει στέκι. Φωτορεπόρτερ συνωστίζονταν στο πεζοδρόμιο για να απαθανατίσουν τα τολμηρά κορίτσια που περνούσαν το κατώφλι του. Οι Beatles αγόραζαν από εκεί φορέματα για τις συντρόφους τους, προκαλώντας φρενίτιδα στις θαυμάστριές τους. Και το 1966, όταν το μοντέλο Πάτι Μπόιντ και ο Τζορτζ Χάρισον φόρεσαν στον γάμο τους τα γούνινα παλτό που η Κουάντ είχε σχεδιάσει για την περίσταση, το όνομά της έγινε γνωστό σε όλο τον κόσμο. Την ίδια χρονιά λανσαρίστηκε η σειρά καλλυντικών της. Υπολογίζεται ότι το 1969 επτά εκατομμύρια γυναίκες εντός και εκτός Βρετανίας είχαν στην ντουλάπα τους τουλάχιστον ένα κομμάτι με τη διάσημη μαργαρίτα της. Η Vogue αποθέωνε τη σχεδιαστική της ευφυΐα, γράφοντας ότι τα ρούχα της συμβολίζουν την ελευθερία και την αισιοδοξία. Εκατομμύρια γυναίκες έκοβαν τα μαλλιά τους καρέ – όπως εκείνη, όταν αφέθηκε στα χέρια του άγνωστου ακόμη Βιντάλ Σασούν. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 η Μαίρη Κουάντ δεν παρουσίασε ιδιαίτερα καινοτόμες συλλογές ρούχων. Εστίασε σε καλλυντικά, αρώματα και είδη σπιτιού. 

 


Εκατοντάδες γυναίκες ανταποκρίθηκαν στην καμπάνια #WeWantQuant, δανείζοντας στο μουσείο ρούχα, αξεσουάρ και καλλυντικά για την έκθεση. © Ronald Dumont/Stringer/Getty Images

 

Αντί υστερόγραφου

Βγήκα από την έκθεση χαμογελώντας. Το ηλιόλουστο εκείνη την ημέρα Λονδίνο μού φαινόταν ακόμα πιο φωτεινό. Δεν έχω απάντηση στο αν η Μαίρη Κουάντ ήταν εκείνη που «εφηύρε» το μίνι ή όχι (το μήκος της φούστας είχε ανεβάσει πάνω από το γόνατο νωρίτερα ο Γάλλος σχεδιαστής Αντρέ Κουρέζ). Όμως, ο κόσμος της ήταν και παραμένει συναρπαστικός. Η ίδια, στα 85 χρόνια της πλέον, δηλώνει ότι η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής της ήταν όταν έγινε μητέρα και πως μεγαλύτερη χαρά της είναι να ασχολείται με τα φυτά στον κήπο της. (Από το 2000 την εμπορία των προϊόντων Mary Quant έχει αναλάβει ιαπωνική εταιρεία.) «Ποιο τραγούδι θα θέλατε να ακουστεί στην κηδεία σας;» τη ρώτησαν πριν από λίγα χρόνια, σε συνέντευξή της στον Guardian. «Το “We’ll meet again” της Vera Lynn», απάντησε. «Θα συναντηθούμε ξανά»... ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ