ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ένα οικογενειακό ταξίδι στα μεσαιωνικά κάστρα και στις παραμυθένιες πόλεις όπου «έζησαν» οι ήρωες των αδελφών Γκριμ.

Κάποια ταξίδια μάς αφήνουν τόσο όμορφες αναμνήσεις, που με τον καιρό αρχίζουν να περιέρχονται στη σφαίρα του εξωπραγματικού. Έτσι που αρχίζεις και αναρωτιέσαι πώς γίνεται και είχες ταξιδέψει τη σωστή χρονική στιγμή, με φίλους στα διάφορα μέρη της διαδρομής για να σε φιλοξενήσουν, είχες νοικιάσει το κατάλληλο αμάξι, είχες πάρει μαζί σου τα σωστά βιβλία, είχες φάει εξαιρετικά, είχες κάνει τις δικές σου ανακαλύψεις, όλα σχεδόν εντός προϋπολογισμού. Και όμως, έτσι ακριβώς ήταν το ταξίδι μου στη νότια Γερμανία κάπου το 2003. Ταξίδευα μόνη, είχα σχεδιάσει τη διαδρομή με βάση τις επιθυμίες μου και είχα εξοπλιστεί με audiobooks για να τα ακούω στο αυτοκίνητο. Πέταξα για Φρανκφούρτη, όπου επισκέφτηκα φίλους από το κολέγιο, πριν συνεχίσω για Χαϊδελβέργη. Στο Μπάντεν-Μπάντεν πήγα μόνο για δουλειά – μου είχε ζητηθεί να συγκρίνω τα περίφημα λουτρά της πόλης με τα πιο πρόσφατα υψηλής τεχνολογίας spa της Νέας Υόρκης για ένα γυναικείο περιοδικό.


Τα ιαματικά λουτρά Caracalla στο Μπάντεν-Μπάντεν.

Για περίπου τρεις εβδομάδες περιπλανήθηκα στον Μέλανα Δρυμό, όπου αισθανόμουν ότι με περιτριγυρίζουν μικρά παιχνιδιάρικα πλάσματα του δάσους, λες και ήμουν η Χιονάτη, πριν καταλήξω στο Μόναχο και ύστερα συνεχίσω βόρεια κατά μήκος του λεγόμενου «ρομαντικού δρόμου», που διέσχιζε ένα τοπίο διάστικτο από διάσημα γερμανικά κάστρα και μεσαιωνικές πόλεις, με τελικό προορισμό πάλι τη Φρανκφούρτη.

Ένα μόνο πράγμα έλειπε από τις περιπλανήσεις μου: τα παιδιά. Τα καταστήματα παιχνιδιών στη Χαϊδελβέργη αποζητούσαν τα παιδικά επιφωνήματα θαυμασμού. Ο Μέλας Δρυμός έχανε τη μαγεία του δίχως παιδιά να φαντάζονται πως τα ξύλινα σπιτάκια του ήταν φτιαγμένα από τούρτες και γλυκίσματα, όπως το σπίτι της κακιάς μάγισσας στο παραμύθι των αδελφών Γκριμ «Χάνσελ και Γκρέτελ». Τα ρολόγια με τους κούκους δεν είναι για ενήλικες. Το Deutsches Museum, το μουσείο επιστήμης και τεχνολογίας στο Μόναχο, δεν ήταν το ίδιο χωρίς παιδιά να κυνηγιούνται γύρω από τα τρένα του. Η ξενάγηση του νυχτοφύλακα στους δρόμους της μεσαιωνικής πόλης Ρότενμπουργκ ομπ ντερ Τάουμπερ σκοπό έχει να σε τρομάξει. Όλα αυτά ήταν προτιμότερο να τα απολαύσει κανείς με την οικογένειά του, και εγώ δεν είχα δική μου οικογένεια ακόμα.

Γονείς με τρία παιδιά

Δεκαπέντε χρόνια μετά, το σχέδιο ήταν να επαναλάβουμε, ως πενταμελής οικογένεια πλέον, όσο πιο πιστά γινόταν εκείνη τη διαδρομή. Θα ήταν άραγε το ίδιο μαγική ή θα μπορούσε να γίνει και πιο μαγική χάρη στα τρία μου παιδιά; Είχαμε άραγε επιλέξει τη σωστή στιγμή γι' αυτό το ταξίδι ή είχαμε αργήσει; Τα παιδιά μου, ηλικίας 9, 11 και 13 ετών, είχαν προ πολλού πάψει να παίζουν με ξύλινα παιχνίδια, να διαβάζουν τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ, να βλέπουν ξανά και ξανά τις μεταφορές τους στη μεγάλη οθόνη από την Disney και να αποστηθίζουν τους στίχους των τραγουδιών από το μιούζικαλ «Τα μυστικά του δάσους». Είχαν, αντίθετα, περάσει στην ελληνική μυθολογία και στον Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, στο παιχνίδι ρόλων Dungeons & Dragons και στη δυστοπική λογοτεχνία – αν και το πρωτογενές υλικό ήταν σαφώς το ίδιο.

Το να ταξιδεύει κανείς με ένα ή δύο παιδιά είναι σχετικά απλό: Νοικιάζεις ένα οποιουδήποτε μεγέθους αυτοκίνητο και στριμώχνεστε σε ένα δωμάτιο. Όταν όμως το έχεις παρακάνει, με τρία παιδιά και πάνω, τα πράγματα δυσκολεύουν, ειδικά στα ξενοδοχεία. Εκεί το να ζητάς από τρία παιδιά, στις ηλικίες που έχουν τα δικά μου, να μοιραστούν το κρεβάτι τους είναι σαν να βάζεις δύο γάτες σε μία τσάντα! Οπότε, θα χρειαστείτε ένα δωμάτιο με τέσσερα κρεβάτια ή, ακόμα καλύτερα, δύο ξεχωριστά δωμάτια.

Επίσης θα χρειαστείτε βανάκι. Όχι από αυτά τα κομψά ευρωπαϊκά, αλλά τα μεγάλα, χαζά αμερικανικά. Οι εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων γενικά δεν μπαίνουν σε τέτοιες λεπτομέρειες, γι’ αυτό και, φτάνοντας στο αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης, βρεθήκαμε, παραπατώντας από το τζετ λαγκ, να συμπληρώνουμε ένα σωρό έντυπα για αναβάθμιση σε βανάκι λογικών διαστάσεων.


Το Κάστρο Νοϊσβανστάιν, κοντά στη λίμνη Κωνσταντίας.

Kουρασμένοι και πεινασμένοι, ξεκινήσαμε για Χαϊδελβέργη. Με στάσεις κάθε δύο ώρες περίπου και μένοντας εντός των συνόρων των κρατιδίων της Βάδης-Βυρτεμβέργης και της Βαυαρίας, ταξιδέψαμε από τη Χαϊδελβέργη για Μπάντεν-Μπάντεν, διασχίσαμε τον Μέλανα Δρυμό, φτάσαμε στη λίμνη Κωνσταντίας (ή Μποντενζέε), περάσαμε στη Βαυαρία και μετά κατευθυνθήκαμε προς το Μόναχο και τον «Ρομαντικό Δρόμο», για να επιστρέψουμε τελικά στη Φρανκφούρτη.

Κάστρα και ρολόγια με κούκους

Αφού φτάσαμε στη Χαϊδελβέργη, τακτοποιηθήκαμε στο ξενοδοχείο Die Hirschgasse Heidelberg, που βρίσκεται στην αντίπερα όχθη του ποταμού Νέκαρ, απέναντι από τη φιλική (σύμφωνα με τον οδηγό Fodor’s) Altstadt (Παλιά Πόλη). Ήταν Κυριακή και τα περισσότερα καταστήματα κλειστά. Κατευθυνθήκαμε προς το εμπορικό κέντρο της πόλης, καταβροχθίζοντας παγωτό και ζελεδάκια ανά τακτά χρονικά διαστήματα, προσπαθώντας παράλληλα να αποφύγουμε ένα σμήνος από μέλισσες που είχαν κατέλθει από τους ουρανούς (βλ. το παραμύθι «Η βασίλισσα μέλισσα» των αδελφών Γκριμ).


Το τραμ ανεβαίνοντας προς το Κάστρο της Χαϊδελβέργης.

Κατόπιν, ξεκινήσαμε για το γραφικό σαν καρτ ποστάλ Κάστρο της Χαϊδελβέργης (Schloss Heidelberg), στο οποίο φτάνει κανείς καλύτερα με τραμ (στην κάθοδο επιλέξτε τις πρώτες θέσεις του πρώτου βαγονιού για μια βουτιά που προκαλεί ζάλη και τα παιδιά δεν χορταίνουν). Το μεσαιωνικό κάστρο είναι εγκαταλελειμμένο, χωρίς έπιπλα και εσωτερικό διάκοσμο. Ορισμένα ιστορικά αντικείμενα, ωστόσο, υπάρχουν ακόμη. Το αγαπημένο μας ήταν το «μεγάλο βαρέλι», για το οποίο υποθέσαμε ότι στην εποχή του θα είχε μεθύσει πολλούς επισκέπτες του κάστρου. Το ανακαλύψαμε, σε στιλ Χρυσομαλλούσας, ακολουθώντας πινακίδες που μας οδήγησαν πρώτα σε ένα παραπλανητικά μεγάλο «μικρό» βαρέλι και μετά σε ένα μεσαίο (πελώριο). Ήταν δύσκολο να μη φανταστείς έναν γίγαντα να κατεβάζει μονορούφι από το στόμιό του την μπίρα.

Αρχικά είχα οραματιστεί να διαβάζω το βράδυ στα παιδιά μου παραμύθια των αδελφών Γκριμ ενώ θα περιφερόμασταν στον Μέλανα Δρυμό. Αν όμως τους είχα προτείνει το «Χάνσελ και Γκρέτελ» στην ηλικία που είναι θα με είχαν στείλει στην Κυρα-Χόλε για να μου κάνει τα χειρότερα. Αντ’ αυτού, ακούγαμε ηχογραφημένες ιστορίες του Edgar Allan Poe σε audiobook στο αυτοκίνητο. Τα βράδια, ο μικρός μου γιος διάβαζε μια σειρά βιβλίων βασισμένα σε σκανδιναβικούς μύθους, που όμως διαδραματίζονταν στο Black Hills της Νότιας Ντακότα. Ο μεγάλος μου γιος διάβαζε για πρώτη φορά Stephen King και η κόρη μου καταβρόχθιζε μια σειρά δυστοπικής λογοτεχνίας που δεν έμοιαζε να έχει τελειωμό. Και εγώ διάβαζα ένα θριλεράκι Jo Nesbo.

Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά στην πόλη Triberg, ένα τουριστικό τμήμα του Μέλανος Δρυμού που βρισκόταν σε έναν λόφο κάτω από τον ψηλότερο καταρράκτη της Γερμανίας. Εδώ, είχα υποσχεθεί στα παιδιά μου να επισκεφτούμε το Μουσείο Ρολογιών με Κούκους, από το οποίο είχα τόσο όμορφες αναμνήσεις. Ακόμη θυμάμαι τη σπηλαιώδη αίθουσα όπου έβλεπες παραταγμένα, όπως στο εργαστήρι του ξυλογλύπτη Τζεπέτο στην ταινία «Πινόκιο» της Disney, δεκάδες ρολόγια με κούκους, το ένα πιο υπέροχα πολύπλοκο από το προηγούμενο. Πού ήταν όμως το μουσείο; Επισκεφτήκαμε πολλά κιτς καταστήματα ρολογιών με κούκους – όλα τους ονομάζονταν «Σπίτι των 1.000 ρολογιών». Και ένα πολύ σύγχρονο Γερμανικό Μουσείο Ρολογιών (Deutsches Uhrenmuseum) που φιλοξενούσε ένα μοναδικό και εκπληκτικό δείγμα ρολογιού με κούκο, αλλά κατά τα άλλα ήταν ένα κλασικό μουσείο με την ιστορία της ωρολογοποιίας και όλες τις γερμανικές μάρκες ρολογιών σε προθήκες. Πήγαμε στο Μουσείο του Μέλανος Δρυμού (Schwarzwaldmuseum Triberg), που διατηρεί μια υπέροχη συλλογή από μηχανήματα που αναπαράγουν τους ήχους μιας ολόκληρης ορχήστρας. Το μαγικό μουσείο των αναμνήσεών μου, ωστόσο, δεν το βρήκαμε ποτέ.

Ξυπόλυτοι στο πάρκο

Οπότε πήγαμε στο πάρκο. Σε δύο πάρκα. Τις τελευταίες δεκαετίες τα λεγόμενα «πάρκα για ξυπόλυτους» (barefoot parks) ξεφυτρώνουν σε διάφορα μέρη της Ευρώπης. Πρόκειται για ιδιαίτερα προσεγμένους δημόσιους χώρους για «γήινους» τύπους που προτιμούν να περπατούν ξυπόλυτοι. Για ένα μικρό αντίτιμο μπορούν να αφήσουν τα παπούτσια τους σε ένα ντουλάπι και να περιπλανηθούν σε μια έκταση με γρασίδι ή να περπατήσουν πάνω σε χαλίκια, ροκανίδια και λακκούβες με λάσπη, που στόχο έχουν να οξύνουν τις αισθήσεις. Καθ’ οδόν οι επισκέπτες ενθαρρύνονται να αγγίξουν, να μυρίσουν, να εξερευνήσουν τη φύση και να κάνουν διαλογισμό στη σκιά. Το Πάρκο των Αισθήσεων (Park mit allen Sinnen) που επιλέξαμε εμείς και βρίσκεται έξω από την πόλη Gutach ήταν σαν τονωτικό μετά την τουριστική επέλαση των ρολογιών με τους κούκους.


Ένα ζωγραφισμένο κτίριο στον κεντρικό εμπορικό πεζόδρομο του Mittenwald.

Το δεύτερο πάρκο ήταν πιο συμβατικό. Με εξαίρεση το ιστορικό Tivoli στην Κοπεγχάγη, πότε δεν θα επεδίωκα να επισκεφτώ ένα από τα θεματικά πάρκα της Ευρώπης. Πώς όμως μπορούσα να στερήσω από τα τέκνα μου το Europa Park, στην πόλη Rust στα γαλλο-γερμανικά σύνορα, το οποίο διαφημίζεται ως το δεύτερο μεγαλύτερο στην Ευρώπη (μετά την Disneyland Paris) και βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από  εκεί που ήμασταν;

To Europa Park είναι σαν την Disneyland, χωρίς όμως την εμπορευματοποίηση. Τα φαγητά και οι βόλτες χωρίζονται αλφαβητικά ανά ευρωπαϊκή χώρα, με τη Γερμανία, φυσικά, να έχει τον μεγαλύτερο χώρο. Τμήμα αυτού είναι αφιερωμένο στο «Μαγεμένο Δάσος» των αδελφών Γκριμ, όπου τα παραμύθια αναπαριστώνται δίκαια, χωρίς χνουδωτά λαγουδάκια για να αντισταθμίζουν τον τρόμο.


Η οδός Hoch στη βαυαρική πόλη Mittenwald.

Στο Mittenwald, γνωστό για τους κατασκευαστές εγχόρδων, με την άψογα διατηρημένη παλιά πόλη και τα κανάλια να διασχίζουν τα πλακόστρωτα στενά, το σκηνικό ήταν πιο διακριτικά παραμυθένιο. Οι εξωτερικοί τοίχοι των κατάλευκων κτιρίων είναι βαμμένοι σε στιλ βαυαρικό με βιβλικές σκηνές και εικόνες που απεικονίζουν τα ποικίλα επαγγέλματα των ιδιοκτητών και των εστιατόρων μέσα σε αυτά. Οι δύο γιοι μου, που παίζουν τσέλο, ενθουσιάστηκαν με τις επισκέψεις μας στα εργαστήρια δύο διάσημων οργανοποιών: του Anton Maller, που επέτρεψε στον τρεμάμενο μεγαλύτερο γιο μου να παίξει με ένα τσέλο αξίας 10.000 δολαρίων, και του Anton Sprenger, που έδωσε ένα μικρό κονσέρτο για χάρη μας. (Σε μια φωτογραφία στον τοίχο ήταν παρέα με την Άνγκελα Μέρκελ και τον Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος χαμογελούσε μέχρι τα αυτιά. Και εμείς το ίδιο μαγεμένοι ήμασταν.)


Ο κατασκευαστής βιολιών Anton Maller στο εργαστήριό του στο Mittenwald.

Μια εγκατάσταση - παραμύθι

Στο Μόναχο οργώσαμε την πόλη χοροπηδώντας από μουσείο σε παλάτι, σε πλατεία, σε εμπορική στοά μέχρις εξαντλήσεως. Λίγο πριν παραδώσουμε πνεύμα, πέσαμε κατά τύχη σε μια προσωρινή έκθεση με τίτλο «Thrill of Deception» (σε ελεύθερη μετάφραση: «Λάτρεις της απάτης») στην Γκαλερί Τέχνης του Μονάχου (Kunsthalle), που παρουσίαζε την τέχνη της οφθαλμαπάτης από τα αρχαία χρόνια έως σήμερα. Προς το τέλος της έκθεσης, ανακαλύψαμε την εικαστική εγκατάσταση εικονικής πραγματικότητας των Laurie Anderson και Hsin-Chien Huang’s «Chalkroom» (το δωμάτιο της κιμωλίας). Ο επισκέπτης έμπαινε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, του οποίου οι τοίχοι είναι γεμάτοι λέξεις γραμμένες με κιμωλία, και περιηγούνταν στον εικονικό χώρο κάνοντας χρήση ακουστικών και τηλεχειρισμού εικονικής πραγματικότητας, που του έδιναν τη δυνατότητα να πετάξει ανάμεσα σε λέξεις, να δει φράσεις να περνούν βιαστικά από δίπλα του, σχηματίζοντας, ενίοτε, προτάσεις. Είναι μια σύγχρονη μορφή αφήγησης. Μια μορφή σύγχρονης μαγείας, θα έλεγε κανείς. Ένα ταξίδι ανακάλυψης, όπου είσαι ταυτόχρονα και αφηγητής και αναγνώστης. Και εμείς βγήκαμε όλοι μας από εκεί μαγεμένοι.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Σουηδική ουτοπία

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΙΝGRID K. WILLIAMS, © 2019 New York Times News Service, ΑΠΟΔΟΣΗ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΝΔΡΑΚΟΥ