ΘΕΑΤΡΟ

Η «Νόρμα» ως «αντικαταναλωτική» διαμαρτυρία

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Το δάπεδο της σκηνής καλύφθηκε με μεγέθυνση φωτογραφίας από πλαστικά λύματα, ενώ και μέρος της πρόσοψης του σκηνικού κτιρίου του Ηρωδείου καλύφθηκε από δίχτυα γεμάτα πλαστικά σκουπίδια.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα κρούσματα βιασμού κλασικών έργων στο όνομα της διαρκούς δυνατότητάς τους να αφορούν και να συνομιλούν με το σημερινό κοινό, αυξάνονται και πληθύνονται όχι μόνο στο θέατρο αλλά και στην όπερα. Θυμάστε την «Κάρμεν» (Ηρώδειο, 2016) του Αγγλου Στίβεν Λάνγκριτζ, που, επιδιώκοντας να «επικαιροποιήσει» την ιστορία, μετέφερε τη δράση σε ένα κέντρο υποδοχής/κράτησης προσφύγων και μεταναστών; Τον ψηλό συρμάτινο φράκτη και τα κοντέινερ που κυριαρχούσαν στη σκηνή του Ηρωδείου; Μικρό το κακό, σε σύγκριση με το τελευταίο κρούσμα σκηνοθετικής αλαζονείας, τη φετινή «Νόρμα», σε σκηνοθεσία και σκηνογραφία του Κάρλους Παντρίσα, ενός από τους έξι καλλιτεχνικούς διευθυντές της αξιόλογης καταλανικής θεατρικής ομάδας La Fura dels Baus.

Ο Παντρίσα, προφανώς ευαισθητοποιημένος από το μείζον πρόβλημα της εποχής μας, την οικολογική καταστροφή και την ολοένα απειλητικότερη ρύπανση του πλανήτη από τα πλαστικά απορρίμματα, είχε τη φαεινή ιδέα να τοποθετήσει τη δράση μετά-την-Καταστροφή, σ’ ένα νησί από πλαστικό το έτος 2050. Το ιερό δάσος και ο ναός των Δρυΐδων του πρωτοτύπου εξαφανίζονται και τη θέση τους καταλαμβάνει, σχεδόν στο κέντρο της σκηνής του Ρωμαϊκού Ωδείου, μια εντυπωσιακή δενδρόσχημη κατασκευή από κίτρινο πλαστικό. Επάνω σε αυτήν η Νόρμα (η πολύ καλή Ιταλίδα υψίφωνος Κάρμεν Τζανατάζιο), η αρχιέρεια του Δρυΐδων, επικοινωνεί με τον θεό και καθοδηγεί τους Γαλάτες πολεμιστές που είναι έτοιμοι να επιτεθούν στους Ρωμαίους κατακτητές. Βέβαια, δεν υπάρχουν Γαλάτες στο σενάριο του Παντρίσα και ο Ρωμαίος κατακτητής είναι, όπως γράφει ο σκηνοθέτης στο σημείωμά του στο πρόγραμμα της παράστασης, εκπρόσωπος ευρωπαϊκής εταιρείας που θέλει να κυριαρχήσει στην περιοχή!

Η ερμηνευτική και η αισθητική βία αυτής της σκηνοθετικής προσέγγισης είναι άνευ προηγουμένου. Το δάπεδο της σκηνής καλύφθηκε με μεγέθυνση φωτογραφίας από πλαστικά λύματα, ενώ και μέρος της πρόσοψης του σκηνικού κτιρίου του Ηρωδείου καλύφθηκε από δίχτυα γεμάτα πλαστικά σκουπίδια. Δεν ήταν μόνο που τίποτα δεν λειτουργούσε σωστά σε σχέση με το λιμπρέτο, είναι και αυτή η τσιρκολάνικη διάθεση εντυπωσιασμού του κοινού που ενοχλούσε, με λύσεις όπως οι φορτωμένοι με σκουπίδια, ή με πανύψηλες παντιέρες από μαύρες σακούλες Γαλάτες, που κατέβαιναν από την κορυφή του κοίλου προς τη σκηνή. Ή οι δύο ξανθιές «νύμφες» που κάποια στιγμή βυθίζονται μέσα σε διαφανή, ευμεγέθη δοχεία που κρέμονται από το ιερό δέντρο – στα οποία στην κατά Παντρίσα εκδοχή της «Νόρμας» ο πληθυσμός συλλέγει πόσιμο νερό. Ή τα παιδιά της Νόρμας, που ενώ θα έπρεπε να κοιμούνται όταν η ηρωίδα σκέφτεται να τα σκοτώσει, εδώ κρέμονται σε κούνιες πίσω από ημιδιαφανές πλαστικό παραβάν.

Οι αστοχίες διαδέχονταν επίμονα η μία την άλλη. Ας πούμε η πρώτη εμφάνιση του Οροβέζο, του πατέρα της Νόρμας, γίνεται στην πιο υψηλή καμάρα του σκηνικού κτιρίου, σημείο που βρίσκεται εκτός του φυσικού ηχείου του ωδείου, με αποτέλεσμα η φωνή του καλού Ρέιμοντ Ατσέτο να χάνεται. Αφήστε δε τον κίτρινο γερανό, πάνω στον οποίο εμφανίζεται και τραγουδά ο άπιστος εραστής Πολιόνε (ο Αρνολντ Ρουτκόβσκι, όχι σε πολύ καλή στιγμή στην παράσταση που είδα), η λειτουργία του οποίου ήταν χειροκίνητη, που σημαίνει ότι ένα σύνολο μαυροφορεμένων βοηθών με κόπο τον πηγαινοέφερνε ή τον προσάρμοζε στο θεμιτό ύψος.

Για να μην αναφερθώ στα εσωτερικώς φωτισμένα κοστούμια της Νόρμας και της Ανταλτζίζα (έξοχη η Τσέλια Κοστέα) και τα χιλιάδες φωτάκια των κοστουμιών των χορωδών – οι πολεμιστές ως κινούμενα χριστουγεννιάτικα δέντρα!

Η οικτρή αποτυχία της σκηνικής προσέγγισης εξηγείται. Ο Παντρίσα θέλησε να υποτάξει δύο ετερογενή σύμπαντα, το αρχαίο Ωδείο και μια διάσημη όπερα του 1831, στη δική του, απολύτως αυθαίρετη ως προς τα δεδομένα του πρωτοτύπου, σκηνική προσέγγιση. Αγνόησε την απίστευτης δυναμικής σημειολογία του χώρου ως υπόλειμμα ενός αρχαίου πολιτισμού – άρα ως μνημείο όχι μεγαλείου αλλά των ορίων της προόδου, που φυσικώ τω τρόπω προκαλεί τον στοχασμό για τη φθορά και το τέλος.

Επιπλέον, δεν έσκυψε να δει τι λέει το έργο. Παρά το απλοϊκό λιμπρέτο, είναι μια ιστορία απαγορευμένης, προδομένης αγάπης, ισχυρότερη και από τη θρησκεία και από την πατρίδα – ιδέα πολύ τολμηρή ακόμα και σήμερα. Ο Παντρίσα προτίμησε την μπαναλιτέ της καλλιτεχνικής «καταγγελίας», του δημιουργού που τολμάει να δείξει στο πεπαιδευμένο αστικό κοινό τη φρίκη που αρνείται να δει, επιδιώκοντας να αφυπνίσει το αίσθημα ενοχής του. Αλλά είναι δυνατόν ένα υπερθέατρο όπως είναι η όπερα να μετατρέψει την κατ’ ανάγκην παθητική σχέση ερμηνευτών - θεατών σε ενεργητική συνενοχή; Το θέαμα είναι και αυτό ένα προϊόν προς κατανάλωση, άρα η παράσταση της «Νόρμας» ως «αντικαταναλωτική» διαμαρτυρία, έστω έμμεση, δεν μπορεί να αποστασιοποιηθεί από την εμπορευματοποιημένη πραγματικότητα που καταδικάζει.

Πολλοί καλλιτέχνες, και εν προκειμένω ο Καταλανός σκηνοθέτης, αδυνατούν να αντιληφθούν ότι τέτοιες επιφανειακές επιλογές δεν ευνοούν αλλά ακυρώνουν την κριτική αφύπνιση του κοινού. Και όχι επειδή το κοινό της όπερας είναι συντηρητικό – μολονότι ένα αξιοσέβαστο ποσοστό του πράγματι εξακολουθεί να ανθίσταται στις νεωτερικές προσεγγίσεις. Αλλά γιατί πρόκειται για τέχνη «παραφουσκωμένων καλλιτεχνικών εγώ ή μιας μορφής καταναλωτικού υπερακτιβισμού, αν όχι και τα δύο ταυτόχρονα», όπως γράφει ο Ζακ Ρανσιέρ («Ο χειραφετημένος θεατής», 2008, εκδ. Εκκρεμές, 2015).

Με άλλα λόγια, όταν αυτό που καταγγέλλεις γίνεται θέαμα, αίρεται η αντίθεση ανάμεσα στο φαινόμενο και στην πραγματικότητα, στην οποία στηρίζεται η αποτελεσματικότητα του κριτικού λόγου. Οχι των κριτικών, αλλά των θεατών, οι οποίοι τελικά θα «μεταφράσουν» τη σκηνική πρόταση ως ώθηση για άμεση πολιτική δράση.

Ενα μεγαλειώδες υπεραιωνόβιο δέντρο, σαν την ιερή βελανιδιά του Μαντείου της Δωδώνης ή τη βασιλικήν Δρυν του Παπαδιαμάντη, είναι το μόνο σκηνικό που σκέφτομαι ότι ταιριάζει στη «Νόρμα» του Μπελίνι. Για την κρίση της διαχείρισης πλαστικών και άλλων απορριμμάτων υπάρχουν άλλοι τρόποι να μιλήσουν και να δράσουν καλλιτέχνες και θεατές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ