Γιάννης Παλαιολόγος ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Μάρτιν Φέλντσταϊν: Ενας μεγαλοφυής συντηρητικός που συνδύαζε θεωρία και πράξη

ΚΟΣΜΟΣ

Ο Μάρτιν Φέλντσταϊν (1939-2019), πολέμιος των ελλειμμάτων, του κρατισμού και του ευρώ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

​​​​Ελλάδα είναι σε φρικτή κατάσταση. Δεν νομίζω ότι μπορεί να διορθωθεί». Ηταν 7 Ιουνίου 2012, δέκα μέρες πριν από τις κρίσιμες επαναληπτικές εκλογές της χρονιάς εκείνης. Με τον ΣΥΡΙΖΑ να βρίσκεται μία ανάσα από την εξουσία, ο πυρετός του Grexit είχε εξελιχθεί σε πανδημία. Και ο Μάρτιν Φέλντσταϊν θεωρούσε ότι έβλεπε τις δυσοίωνες προφητείες του να γίνονται πραγματικότητα. Μιλώντας στην τηλεόραση του Bloomberg εκείνη την ημέρα, επέμενε ότι η μόνη λύση για την Ελλάδα ήταν «να φύγει από την Ευρωζώνη».

Είχαν περάσει 15 χρόνια από το διάσημο δοκίμιο του Φέλντσταϊν στο Journal of Economic Perspectives, στο οποίο προειδοποιούσε για τις ολέθριες συνέπειες της υιοθέτησης του ευρώ. «Η επιβολή ενός κοινού επιτοκίου και μιας άκαμπτης συναλλαγματικής ισοτιμίας σε χώρες που χαρακτηρίζονται από διαφορετικά οικονομικά σοκ, απουσία μισθολογικής ευελιξίας, χαμηλή κινητικότητα εργασίας και ξεχωριστά εθνικά δημοσιονομικά συστήματα χωρίς σημαντικές διασυνοριακές κυκλικές μεταβιβάσεις, θα αυξήσει το συνολικό επίπεδο της κυκλικής ανεργίας μεταξύ των μελών της ΟΝΕ», έγραφε. Η κοινή νομισματική πολιτική και η μη προσαρμογή της ισοτιμίας ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες της κάθε χώρας «θα δημιουργήσουν συγκρούσεις όποτε οι κυκλικές συνθήκες διαφέρουν ανάμεσα στα κράτη-μέλη». Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι το ευρώ ήταν ένα πολιτικό εγχείρημα, το οποίο είχε προωθηθεί παραπλανητικά ως οικονομικά επωφελές. Οταν τα οικονομικά προβλήματα θα ανέκυπταν, υπονοούσε, η πολιτική λογική για την ΟΝΕ θα δοκιμαζόταν.

Ως προφήτης της κατάρρευσης του ευρώ, ο Φέλντσταϊν, όπως και άλλοι Αμερικανοί τιτάνες των Οικονομικών (για παράδειγμα ο Πολ Κρούγκμαν), έχουν διαψευστεί μέχρι στιγμής από τις εξελίξεις. Η μεγάλη του συνεισφορά, σε κάθε περίπτωση, έλαβε χώρα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, από τις αίθουσες διδασκαλίας του Harvard ώς το Οβάλ Γραφείο.

Ο Φέλντσταϊν γεννήθηκε στις 25 Νοεμβρίου του 1939 στη Νέα Υόρκη, γόνος εβραϊκής οικογενείας. Ελαβε πτυχίο Οικονομικών από το Harvard το 1961 με Summa Cum Laude («άριστα») και μεταπτυχιακό και διδακτορικό από την Οξφόρδη. Ηδη το 1969, σε ηλικία μόλις 30 ετών, είχε γίνει καθηγητής στο Harvard.

To 1977 του απονεμήθηκε το φημισμένο John Bates Clark Medal, που δινόταν –εκείνη την εποχή– κάθε δύο χρόνια στον οικονομολόγο κάτω της ηλικίας των 40 που είχε διακριθεί για την προσφορά του στα Οικονομικά. Την ίδια χρονιά διορίστηκε πρόεδρος του National Bureau for Economic Research – θέση στην οποία παρέμεινε σχεδόν αδιάλειπτα ώς το 2008.

Η μόνη εξαίρεση ήταν η περίοδος 1982-84, όταν διορίστηκε πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων στον Λευκό Οίκο, κατά την πρώτη θητεία του Ρόναλντ Ρέιγκαν. «Ηταν συντηρητικός, πιστεύοντας σθεναρά στους χαμηλούς φόρους και στο μικρό κράτος. Ηταν επίσης ένας άνθρωπος με αρχές, επιμένοντας στα πιο αυστηρά στάνταρ και στην προσήλωση στα αποδεικτικά στοιχεία», έγραψε γι’ αυτόν στους Financial Times ο φίλος του, Μάρτιν Γουλφ.

Ο οικονομικός του συντηρητισμός, στη θεωρία, ταίριαζε απολύτως με τη φιλοσοφία του Ρέιγκαν, που στην τελετή ορκωμοσίας του τον Ιανουάριο του 1981 είχε πει ότι «το κράτος δεν είναι η λύση στο πρόβλημα· το κράτος είναι το πρόβλημα». Στην πράξη, ωστόσο, ο Φέλντσταϊν ήρθε αντιμέτωπος με τις πολιτικές προτεραιότητες μιας κυβέρνησης που ήθελε μεν να μειώσει τους φόρους, αλλά παράλληλα να αυξήσει θεαματικά τις στρατιωτικές δαπάνες, στο πλαίσιο της άσκησης νέων πιέσεων στη Σοβιετική Ενωση. Ο Γκρεγκ Μάνκιου, άλλος ένας καθηγητής του Harvard που έγινε πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων επί Τζορτζ Μπους του νεότερου, και που είχε συνεργαστεί με τον Φέλντσταϊν στην κυβέρνηση Ρέιγκαν, μιλώντας στη Wall Street Journal ανέφερε ότι «τον ανησυχούσε πολύ το κρατικό χρέος και δεν πίστευε ότι υπήρχε τίποτα δωρεάν».

Η απροθυμία του να αποδεχθεί την ιδέα του free lunch τον έφερε αντιμέτωπο με τους ιδεολογικούς υποστηρικτές της καμπύλης Λάφερ στα χρόνια του Ρέιγκαν, που επέμεναν ότι οι περικοπές των φόρων θα προκαλούσαν τέτοια αναπτυξιακή έκρηξη που τελικά θα οδηγούσαν σε αύξηση των φορολογικών εσόδων. Οι εκκλήσεις του για αυξήσεις φόρων δεν εισακούστηκαν και το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ διευρύνθηκε επικίνδυνα.

Το 2005 ήταν από τους βασικούς υποψηφίους για τη διαδοχή του Αλαν Γκρίνσπαν στο τιμόνι της Federal Reserve τo 2005 (η θέση τελικά πήγε στον Μπεν Μπερνάνκι). Παρότι Ρεπουμπλικανός, δέχθηκε να συμμετάσχει στην Συμβουλευτική Επιτροπή για την Οικονομική Ανάκαμψη του Μπαράκ Ομπάμα μετά την κρίση του 2008.

«Αποτελούσε ένα παράδειγμα για όλους μας με τη συνεχή και ακόρεστη εμπλοκή με τα οικονομικά και τη διαμόρφωση πολιτικής», έγραψε σε tweet ο Τζέισον Φέρμαν, επικεφαλής του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων επί προεδρίας Ομπάμα. Πολλοί άλλοι απέτισαν φόρο τιμής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για την ευφυΐα του, τον πατριωτισμό του και τη γενναιοδωρία του προς τους συναδέλφους του.

Στα χρόνια του Ντόναλντ Τραμπ, το ζόμπι της καμπύλης του Λάφερ βγήκε από τον τάφο των νεκρών ιδεών και επανήλθε θεαματικά στην κεντρική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ. Ο Τραμπ και το ρεπουμπλικανικό Κογκρέσο επέμεναν ότι το νομοσχέδιο περικοπών φόρων (ειδικά για τις επιχειρήσεις) που προωθούσαν στα τέλη του 2017 θα ήταν δημοσιονομικά ουδέτερο.

Ο Φέλντσταϊν επέμενε μέχρι τέλους να ξεμπροστιάζει τους ιδεολόγους – ακόμα κι αν ανήκαν στο κόμμα του. Γράφοντας στη Wall Street Journal τον περασμένο Μάρτιο (το άρθρο είχε τίτλο «Η κρίση χρέους έρχεται»), προειδοποιούσε ότι το έλλειμμα και το χρέος είναι «το πιο επικίνδυνο εσωτερικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ».

Παρέμεινε, με άλλα λόγια, συντηρητικός και πιστός στα δεδομένα ώς το τέλος – σε μια εποχή που οι Ρεπουμπλικανοί υιοθετούν και πάλι απερίσκεπτα την πολιτική των ελλειμμάτων, και που έχουν γίνει όμηροι των «εναλλακτικών γεγονότων».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ