ΕΛΛΑΔΑ

Κέντρο ψυχαγωγίας το «τρίγωνο»

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Σε διασκεδασούπολη μετατρέπεται σταδιακά το εμπορικό τρίγωνο, η κιβωτός της οικονομικής ζωής της πρωτεύουσας. Τα οικογενειακά μικρομεσαία εμπορικά δεύτερης και τρίτης γενιάς, τα υφασματάδικα, τα κουμπάδικα, δίνουν σταθερά τη θέση τους σε εστιατόρια, μπαρ, καφέ, ξενοδοχεία, αποτέλεσμα της ραγδαίας τουριστικοποίησης της περιοχής, που αλλοιώνει την εικόνα του λιανεμπορίου, το οποίο πλήττεται όχι μόνον από την ύφεση, αλλά και από την εγκληματικότητα, την κρατική αδιαφορία, σύμφωνα με έρευνα του ΕΚΚΕ και του Δήμου Αθηναίων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι το πιο ζωντανό κομμάτι του ιστορικού κέντρου, ο αυθεντικός σκληρός πυρήνας της πρωτεύουσας, το εμπορικό τρίγωνο. Κάθε στενό, κάθε κτίριο, μνημείο εποχών, κιβωτός μιας μακράς κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Μια διαρκής αρένα που ανανεώνεται χωρίς να αλλάζει δραματικά. Ή μήπως πλέον αλλάζει; Τι μορφή έχει σήμερα; Πόσο έχει τροποποιηθεί από την αυγή της κρίσης; Τι δραστηριότητες φιλοξενεί; Ποιες είναι οι βαθύτερες συνέπειες της οφθαλμοφανούς αναζωογόνησης, συγκεκριμένα πόσο κινδυνεύει να χάσει τον παραδοσιακό εμπορικό χαρακτήρα του προς όφελος της τουριστικοποίησης;

Στα ερωτήματα αυτά απαντά έρευνα που διεξήχθη στην καρδιά του εμπορικού τριγώνου από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), κατά το α΄ εξάμηνο του 2019, σε συνεργασία με την ομάδα έργου του Προγράμματος Πιλοτικής Αναβάθμισης του Εμπορικού Τριγώνου του Δήμου Αθηναίων, με την ιδρυτική δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ). Η έρευνα αποτελεί συνέχεια παλαιότερου μεγάλου ερευνητικού προγράμματος του ΕΚΚΕ που είχε διεξαχθεί μεταξύ 2005 και 2007 σε όλο το τότε ιστορικό κέντρο.

«Η περιοχή, η οποία αποτελούσε από παλιά την καρδιά του αθηναϊκού εμπορίου και αποτύπωνε γλαφυρά τη χαρακτηριστική ελληνική ανάμειξη χρήσεων γης, κοινωνικών ομάδων, επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, για άλλη μία φορά αλλάζει, ακολουθώντας το παραγωγικό πρότυπο της χώρας, τις οικονομικές εξελίξεις και πολιτικές», σημειώνει στην «Κ» η διευθύντρια Ερευνών του ΕΚΚΕ και επιστημονική υπεύθυνη και των δύο ερευνών Ιωάννα Τσίγκανου. «Παραδοσιακά το κέντρο κατακλυζόταν από ελληνικές οικογενειακές μικρομεσαίες επιχειρήσεις (που υποστηρίζονταν από ευρεία βάση ελληνικών βιοτεχνιών, οι περισσότερες στον κλάδο της μεταποίησης), με πολυετή παρουσία και όλα τα χαρακτηριστικά του νοικοκυρεμένου τρόπου άσκησης εμπορίου, αλλά και ένα επιχειρηματικό πνεύμα εξωστρεφές, κοσμοπολίτικο. Πολλές επιχειρήσεις διέθεταν υποκαταστήματα σε άλλες περιοχές της Αθήνας, στην ελληνική επαρχία, αλλά και σε πόλεις του εξωτερικού (Ιαπωνία, Κίνα, ΗΠΑ, Αυστραλία).

Με την αποδυνάμωση της ελληνικής βιοτεχνίας και μεταποίησης, αποδυναμώθηκε και η ντόπια εμπορική δραστηριότητα», εξηγεί.

Ανατροπή συσχετισμών

«Οι απώλειες στο ελληνικό μικρεμπόριο είχαν ήδη σημειωθεί προ κρίσης. Ο ανταγωνισμός με “περιφερειακά” εμπορικά κέντρα, με την εγκατάσταση πολυκαταστημάτων και τη διείσδυση του franchise στην ελληνική αγορά ανέτρεψε τους συσχετισμούς εις βάρος του και άλλαξε την εικόνα του κέντρου. Μολονότι σήμερα η περιοχή διατηρεί ακόμη αυτόν τον μοναδικό ανάμεικτο εμπορικό χαρακτήρα», λέει η κ. Τσίγκανου, «καθώς πλειοψηφούν τα εμπορικά καταστήματα και οι παραδοσιακές επιχειρήσεις δεύτερης και τρίτης γενιάς, όπως και οι επιχειρήσεις που λειτουργούν τα τελευταία 20-25 χρόνια, σταδιακά αυτή η εικόνα ανατρέπεται».

«Τα τελευταία πέντε χρόνια νέοι επιχειρηματίες δραστηριοποιούνται, έχουν ανοίξει γραφεία αρχιτεκτόνων, διακοσμητών, σχεδιαστών, τεχνικά γραφεία, καταστήματα ηλεκτρονικών και υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας. Δηλαδή παρατηρούνται φαινόμενα του λεγόμενου εξωραϊσμού ή εξευγενισμού (gentrification), κάτοικοι χαμηλότερων εισοδημάτων, ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι εγκαταλείπουν την περιοχή και το κενό καταλαμβάνουν επαγγελματίες που προσφέρουν πολιτισμικά προϊόντα και υπηρεσίες, καλλιτέχνες κ.λπ., αλλά και πολλά ξενοδοχεία λόγω της αυξημένης τουριστικής κίνησης, επιχειρήσεις εστίασης, καφενεία, καταστήματα τροφοδοσίας. Αλλάζει η ιδέα του εμπορικού κέντρου, καθώς αυτό σταδιακά μετατρέπεται σε κέντρο ψυχαγωγίας και σίτισης», συμπληρώνει η κ. Τσίγκανου. Οπως σχολιάζει ένας από τους ερωτώμενους, αναφερόμενος στο κύμα των βραχυχρόνιων μισθώσεων, «η περιοχή είναι πλέον ξενοδοχειακό τρίγωνο. Εχουν κλείσει πολλά καταστήματα και στη θέση τους ανοίγουν εστιατόρια και ξενοδοχεία. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν συμφέρει στους ιδιοκτήτες των κτιρίων η εμπορική ανάπτυξη, καθώς οι καφετέριες κ.λπ. δίνουν υψηλότερα ενοίκια. Μιλάμε για υποβάθμιση της περιοχής σε ό,τι αφορά το εμπόριο».

Ωστόσο, «οι περισσότεροι έμποροι (69,1%) δεν δείχνουν ενοχλημένοι από την εστίαση και τα μπαρ, κυρίως λόγω τους εξωστρεφούς και κοσμοπολίτικου χαρακτήρα του ελληνικού εμπορίου, που βοηθάει σε αυτή τη στροφή. Στη συλλογική μνήμη του Αθηναίου το κέντρο ήταν πάντα χώρος ζωής· περισσότερο τους ενοχλούν τα κλειστά καταστήματα. Αυτό βέβαια δημιουργεί τον κίνδυνο να χαθεί η φυσιογνωμία του λιανεμπορίου και η περιοχή να τουριστικοποιηθεί. Δηλαδή να εξαφανιστούν, π.χ., τα παραδοσιακά υφασματάδικα και κουμπάδικα, τα οποία θα ήταν χρυσή ευκαιρία να επιβιώσουν εάν τα ξενοδοχεία επέλεγαν από αυτά τον ιματισμό τους», λέει η κ. Τσίγκανου. «Εμμένει μόνο η συνήθεια μεγαλύτερων σε ηλικία πελατών που συνεχίζουν να κάνουν τις αγορές τους στο κέντρο “γιατί η επαφή με τους καταστηματάρχες είναι ανθρώπινη” και τα ψώνια παραμένουν μια απολαυστική κοινωνική δι-αντίδραση πωλητών και πελατών», συμπληρώνει.

Η επιτόπια έρευνα πραγματοποιήθηκε με προσωπικές συνεντεύξεις, οι ερευνητές ήρθαν σε επαφή με τη ζωή και την κίνηση σε όλο το τρίγωνο (την περιοχή που περικλείεται μεταξύ Περικλέους - Αθηναΐδος - Αθηνάς - Ευριπίδου - Πραξιτέλους - Λέκκα), όπου ολοκληρώνεται στο τέλος του μηνός το πρόγραμμα πιλοτικής αναβάθμισης με δωρεά του ΙΣΝ και έργα πεζοδρομήσεων και αναβάθμισης δικτύων. Στο τρίγωνο αυτό δραστηριοποιούνται 450 επιχειρηματίες, οι ερευνητές ήρθαν σε προσωπική επαφή με 346, οι συνεντεύξεις ολοκληρώθηκαν με 230 (66,5%).

Ο «χάρτης» της περιοχής

Ως σημαντικότερες δραστηριότητες καταγράφηκαν το εμπόριο ενδυμάτων, υποδημάτων, κοσμημάτων, καλλυντικών ειδών, ειδών δώρου, πολιτιστικών, θρησκευτικών προϊόντων (49,6%), που μαζί με εκείνο των ειδών σπιτιού, εποχικών ειδών, νημάτων καταλαμβάνουν το 65,7% των χρήσεων γης του τριγώνου. Ακολουθούν οι χώροι αναψυχής, εστιατόρια, καφενεία, κάβες ποτών, παντοπωλεία, καταστήματα με μπαχαρικά, ξηρούς καρπούς, βότανα (15,7%). Στο 7% ανέρχονται τα καταστήματα με σφραγίδες, επιγραφές, σιδηρικά και χρώματα, στο 5,2% τα καταστήματα με προϊόντα τεχνολογίας, γραφική ύλη, τεχνικά γραφεία, κέντρα αθλητισμού και εναλλακτικής θεραπείας, χώροι στάθμευσης και στο 4,3% οι επιχειρήσεις ειδών γάμου και βάφτισης.

Προβληματική η γενική εικόνα

Οι μισοί και πλέον επιχειρηματίες περιγράφουν τον τζίρο της επιχείρησής τους από καθόλου ικανοποιητικό έως απογοητευτικό. «Δεν τα βγάζουν πέρα. Μάλιστα, το α΄ εξάμηνο του 2019, τα πράγματα πήγαν ακόμη πιο άσχημα, χειρότερα από τον περασμένο χρόνο. Διαπίστωσαν, όπως είπαν, αισθητά μικρότερη κατανάλωση, δεν κατέβηκαν στο κέντρο όσοι το είχαν επισκεφθεί το 2018, έπαιξαν ρόλο και το κρύο του χειμώνα, η γρίπη, η οικονομική στενότητα, τα είδη πολυτελείας κόπηκαν, η κατανάλωση περιορίστηκε στα τελείως απαραίτητα», σημειώνει η υπεύθυνη της έρευνας κ. Τσίγκανου. Ως βασικότερη αιτία της πορείας ύφεσης των επιχειρήσεών τους αναφέρουν την υπερφορολόγηση και την επιχειρηματική πολιτική του κράτους, τη γενικότερη οικονομική κρίση και την ανεργία. «Δεν υπάρχει χώρα όπου μπορεί να επιβιώσει επιχείρηση με 24% ΦΠΑ, 46% εισφορές, 29% φόρο από το πρώτο ευρώ», αναφέρει ερωτώμενος.

Οι απαντήσεις

Σύμφωνα με την έρευνα, περισσότερο δηλώνουν ότι έχουν πληγεί οι λιανέμποροι καλλυντικών αρωμάτων, ειδών δώρων, κοσμημάτων (66,6%), ένδυσης, υπόδησης, αξεσουάρ (57,3%). Λιγότερο δυσαρεστημένοι (44%) εμφανίστηκαν οι επιχειρηματίες στα είδη γάμου και βάφτισης, σπιτιού, σε υλικά οικοδομής και διακόσμησης, εστίαση.

Την ικανοποίησή τους (74,9%) δήλωσαν εκείνοι που παρέχουν υπηρεσίες, εμπορεύονται αξεσουάρ κινητών και ηλεκτρολογικών προϊόντων, ψιλικά.

Για δύο από τους τρεις ερωτώμενους η εικόνα του εμπορικού κέντρου είναι προβληματική (63,5%), άποψη που σχετίζεται με ένα πλήθος παραγόντων, όπως παράνομη στάθμευση (75,2%), ελλιπής αστυνόμευση (72,2%), έλλειψη φωτισμού (67,4%), προβλήματα καθαριότητας (67,8%), και με τα πολλά κενά ακίνητα, τα οποία είναι αναξιοποίητα και πόλος έλξης παράνομων δραστηριοτήτων, συγκέντρωσης σκουπιδιών (64,3%). Και οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους, όπως δηλώνει το 83,5% των επιχειρηματιών, ή εκείνες του δήμου (71,7%) δεν ενδιαφέρονται για τα προβλήματά τους. «Το δίπλα μπαλκόνι πέφτει και δεν δίνει κανείς βάση. Το διπλανό παλαιό εγκαταλελειμμένο κτίριο έχει προκαλέσει ζημιές σε αυτοκίνητα λόγω πτώσης υλικών, αλλά κανείς δεν κάνει κάτι γι’ αυτό», λένε. Η φωνή των περιοίκων και των καταστηματαρχών δεν λαμβάνεται υπόψη από τους ιθύνοντες όταν προβαίνουν σε αποφάσεις που τους αφορούν (75,2%). Δεδομένα που, «αφενός επιβεβαιώνουν τη βιβλιογραφικά διαπιστωμένη κυριαρχία αισθήματος δυσπιστίας των επιχειρηματιών προς το Δημόσιο και αφετέρου σκιαγραφούν το μοντέλο τής άνωθεν επιβολής ή συνδιαλλαγής και όχι της συνεργασίας της δημόσιας διοίκησης με τον επιχειρηματικό κόσμο», αναφέρεται στην έρευνα. «Το κράτος είναι ανύπαρκτο», «Φυσικά και όχι, δεν ενδιαφέρονται για τα προβλήματά μου, προφανώς όχι, αφού υπάρχει διωγμός των μικρομεσαίων», «Εν μέρει υπάρχει ενδιαφέρον κι αυτό γιατί υπάρχει γνωριμία με ανθρώπους του δήμου, είναι το διαπροσωπικό των σχέσεων που παίζει ρόλο και όχι ο δήμος», σχολιάζουν επιχειρηματίες. Μόνο τρεις στους δέκα νέους επιχειρηματίες με δραστηριότητα τα τελευταία πέντε χρόνια αναγνωρίζουν το μέτριο ενδιαφέρον του κράτους ή του δήμου («Προσπαθούν, αλλά έχει δρόμο ακόμη»).

«Τσαντάκηδες έχουν επιτεθεί ακόμη και μέσα στο μαγαζί σε πελάτες»

«Ενα από τα προβλήματα που αναφέρουν οι επιχειρηματίες είναι η εγκληματικότητα. Εφυγε το αστυνομικό τμήμα της περιοχής, το Α.Τ. Ακροπόλεως, και νιώθουν ανασφάλεια, συνεννοούνται να κλείνουν όλοι μαζί ώστε να φεύγουν όλοι μαζί. Το έγκλημα του δρόμου είναι σε πορεία ανοδική, ωστόσο πιστεύω ότι ο βασικός λόγος που αναφέρεται ως πρόβλημα συχνότερα είναι η κρίση. Εσπειρε μια αβεβαιότητα η οποία εκφράζεται κυρίως ως αίτημα για ασφάλεια, γεγονός που από μόνο του υποδηλώνει όψεις υπανάπτυξης», τονίζει η κ. Τσίγκανου. «Και παλιότερα υπήρχε εγκληματικότητα, αλλά οι δρόμοι, τα καταστήματα ήταν γεμάτα κόσμο, δεν υπήρχε τόσο μεγάλη ανασφάλεια, τώρα περνάει κάποιος και σπάει τη βιτρίνα, και ο καταστηματάρχης δεν μπορεί να αντεπεξέλθει» λέει η ίδια.

Ενας στους δύο επιχειρηματίες (48,2%) δηλώνει λίγο ή καθόλου ασφαλής. Το 68,7% αναφέρει παράνομες ενέργειες κατά των επιχειρήσεων της περιοχής, που περιγράφονται ως αρκετά και πολύ συχνές (41,7%). Οι ερωτώμενοι αναφέρουν κλοπές («Απειρα κρούσματα κάθε μέρα.

Τσαντάκηδες έχουν επιτεθεί ακόμη και μέσα στο μαγαζί σε πελάτες»), διαρρήξεις και ληστείες, πλαστογραφίες, βανδαλισμούς και εν γένει καταστροφές κτιρίων, δολιοφθορές και εμπρησμούς, ξυλοδαρμούς. Παραπονούνται για την παρουσία χρηστών εξαρτησιογόνων ουσιών, αναφέρουν πως οι προσβολές κατά καταστημάτων αυξάνονται τις μέρες που διενεργούνται πορείες και διαδηλώσεις.

Τα έργα πιλοτικής αναβάθμισης στο τρίγωνο που ολοκληρώνονται στο τέλος του μήνα προκάλεσαν τη δυσφορία μερίδας επαγγελματιών, κυρίως λόγω των μπάζων που έμεναν για καιρό στους δρόμους, αλλά και «γιατί έγιναν σε μια περίοδο κατά την οποία οι ίδιοι υπέφεραν οικονομικά», όπως λέει η κ. Τσίγκανου. Ωστόσο, οι περισσότεροι είδαν θετικά τις παρεμβάσεις. Το πρόγραμμα πιλοτικής παρέμβασης περιελάμβανε κατασκευή και ανακατασκευή πεζοδρόμων, δημιουργία νέων δικτύων ύδρευσης, αποχέτευσης, επικοινωνίας, ενίσχυση πρασίνου και προσβασιμότητας (ΕΣΠΑ 2014-2020, στο πλαίσιο της Ολοκληρωμένης Χωρικής Επένδυσης Αθήνας).

Ακόμη, με δωρεά του ΙΣΝ, περιελάμβανε καθαρισμό επιφανειών, εικαστικές παρεμβάσεις στα ΚΑΦΑΟ, χρήση ανενεργών κτιρίων, ανανέωση αστικού εξοπλισμού, προμήθεια νέου εξοπλισμού και οχημάτων καθαριότητας, φωτισμό, δράσεις με κατοίκους, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, φορείς, όπως και δράσεις για τη διατήρηση του τριγώνου ως παραδοσιακής εμπορικής γειτονιάς.

Η έρευνα «Η επιχειρηματική και επαγγελματική δραστηριότητα στο εμπορικό τρίγωνο της Αθήνας» (2019) αποτελεί συνέχεια του ερευνητικού προγράμματος «ΑΡΙΣΤΕΙΑΣ» του ΕΚΚΕ με τίτλο «Επιχειρηματικότητα, κίνδυνοι και ανταγωνισμός στο ιστορικό-εμπορικό κέντρο της Αθήνας» (2005-2007) υπό την επιστημονική ευθύνη της διευθύντριας Ερευνών του ΕΚΚΕ, δρος Ιωάννας Τσίγκανου. Επιστημονικά υπεύθυνες του πρόσφατου έργου είναι οι Ιωάννα Τσίγκανου και Δήμητρα Κονδύλη και συντονίστρια ερευνητικού έργου η Ρόη Κιντή. Στη διεξαγωγή της συμμετείχαν 35 φοιτητές και φοιτήτριες προπτυχιακών και μεταπτυχιακών τμημάτων κοινωνικών επιστημών του ΕΚΠΑ και του Παντείου Πανεπιστημίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ