ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

«We are with Europe, but not of it. We are linked, but not compromised. We are interested and associated, but not absorbed». Με αυτά τα λόγια, που παραμένουν επίκαιρα μέχρι και σήμερα, περιέγραφε το μακρινό 1930 ο Ουίνστον Τσώρτσιλ τη σχέση μεταξύ της Βρετανίας και της ηπειρωτικής Ευρώπης.

Αντιλαμβανόμενοι τη χώρα τους ως αυτόνομη παγκόσμια δύναμη, οι Βρετανοί ιθύνοντες τηρούσαν πάντα αποστάσεις από τις ευρωπαϊκές υπερεθνικές πρωτοβουλίες και ευνοούσαν μόνο τη διακυβερνητική συνεργασία με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Τι μεσολάβησε όμως μέχρι τη βόρεια διεύρυνση της ΕΟΚ το 1973, όταν η Βρετανία μαζί με τη Δανία και την Ιρλανδία εντάχθηκαν επίσημα στην Κοινότητα, δημιουργώντας πια την Ευρώπη των Εννέα; Λόγω της οικονομικής εξάρτησής τους από τη βρετανική αγορά, η Ιρλανδία, η Δανία αλλά και η Νορβηγία ακολουθούσαν πιστά τα κελεύσματα της βρετανικής πολιτικής απέναντι στην Ευρώπη. Ετσι, η εξέλιξη των ευρωβρετανικών σχέσεων αποτέλεσε τον καταλύτη για την πρώτη διεύρυνση της ΕΟΚ.

Η ευρωπαϊκή ενοποίηση και οι φόβοι του Λονδίνου

Αν και η Βρετανία εξήλθε από τη λαίλαπα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου με την οικονομία της σοβαρά τραυματισμένη, η προσδοκία της να συνεχίσει να παίζει σημαντικό ρόλο στη διεθνή σκηνή απέτρεπε οποιαδήποτε συμμετοχή της στην ενοποιούμενη Δυτική Ευρώπη. Τίποτα δεν συνοψίζει καλύτερα τις προτεραιότητες της μεταπολεμικής βρετανικής πολιτικής όσο ο γνωστός λόγος «των τριών κύκλων» που εκφώνησε ο Τσώρτσιλ ως αρχηγός της αντιπολίτευσης το 1948. Σύμφωνα με αυτόν, η Βρετανία θα μπορούσε να διατηρήσει τον παγκόσμιο ρόλο της αν διαχειριζόταν σωστά την κεντρική θέση που κατείχε στο σημείο συνάντησης των τριών «κύκλων» που αποτελούσαν τον δυτικό κόσμο: τη Βρετανική Κοινοπολιτεία, την ειδική σχέση με τις ΗΠΑ μέσω της οποίας προσδοκούσε να υπολογίζεται ως τρίτη δύναμη μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων στον Ψυχρό Πόλεμο και τέλος την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Είναι φανερό ότι η τελευταία εθεωρείτο ο πιο αδύναμος κρίκος της αλυσίδας από τους Βρετανούς ιθύνοντες, οι οποίοι ποτέ δεν σκέφτηκαν σοβαρά μέσα στη δεκαετία του 1950 να αποδεχθούν την αρχή της υπερεθνικότητας που ήταν το θεμέλιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ετσι, η κριτική ότι οι συντηρητικές κυβερνήσεις της δεκαετίας του 1950 έχασαν την ευκαιρία να «προλάβουν το λεωφορείο» δεν ευσταθεί, καθώς ούτε το ήθελαν ούτε αυτό ήταν συμβατό με τις αντιλήψεις τους για τον ρόλο της χώρας στον κόσμο.

Παρ’ όλα αυτά, ενώ δρομολογείτο η ίδρυση της ΕΟΚ, οι Βρετανοί αισθάνθηκαν τον κίνδυνο αποκλεισμού της βρετανικής αγοράς από μια ευρωπαϊκή τελωνειακή ένωση και πρότειναν τη δημιουργία μιας διευρυμένης ζώνης ελεύθερου εμπορίου, η οποία συνάντησε την άρνηση της Γαλλίας του Σαρλ ντε Γκωλ. Ετσι, μην έχοντας άλλη επιλογή, η Βρετανία ίδρυσε το 1959 μαζί με άλλες έξι ευρωπαϊκές χώρες που δεν συμμετείχαν στην ΕΟΚ την Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ). Αν και η φύση της ΕΖΕΣ ήταν ανταγωνιστική ως προς την ΕΟΚ, ο οργανισμός αυτός δεν υπήρξε ποτέ αυτοσκοπός για τους Βρετανούς. Λειτούργησε περισσότερο ως γέφυρα για να εξασφαλιστεί στο μέλλον ένας ευνοϊκός διακανονισμός με την ΕΟΚ που θα έλυνε την εμπορική αντιπαράθεση.


22.1.1972. Ο πρωθυπουργός Εντουαρντ Χιθ υπογράφει τη συνθήκη ένταξης της Βρετανίας στην ΕΟΚ. Η συνθήκη εγκρίθηκε με δημοψήφισμα το 1975.

Η πρώτη αίτηση ένταξης από τον Μακμίλαν το 1961

Μόλις δύο χρόνια μετά την ίδρυση της ΕΖΕΣ, το 1961, η συντηρητική κυβέρνηση του Χάρολντ Μακμίλαν έκανε αίτηση ένταξης στην ΕΟΚ ακολουθούμενη αμέσως από τη Δανία, τη Νορβηγία και την Ιρλανδία. Προφανώς υπήρχαν σημαντικοί οικονομικοί παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή την απόφαση: πρώτον, η ανάγκη να διασφαλιστεί η πρόσβαση των βρετανικών εξαγωγικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά, η οποία είχε γίνει τώρα πιο σημαντική από αυτή των χωρών της Κοινοπολιτείας και δεύτερον, οι περιορισμένοι ρυθμοί ανάπτυξης της βρετανικής οικονομίας και οι συνεχείς κρίσεις της στερλίνας, στοιχεία που προκαλούσαν ανησυχία για το μέλλον, την ίδια στιγμή που οι χώρες της ΕΟΚ εμφάνιζαν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και πιο υγιείς οικονομίες. Η ένταξη στην ΕΟΚ θα έδινε νέες οικονομικές προοπτικές, ενώ ταυτόχρονα θα βοηθούσε να λυθούν θεμελιώδη δομικά προβλήματα που κρατούσαν πίσω τη βρετανική οικονομία. Ομως, η βασική λογική πίσω από την επιδίωξη της ένταξης ήταν πολιτική. Οι Βρετανοί ιθύνοντες είχαν πλέον πειστεί ότι μόνο μέσω της ΕΟΚ θα μπορούσε η χώρα να διατηρήσει το status της μεγάλης δύναμης. Σε αυτό το συμπέρασμα συνέτειναν διάφοροι παράγοντες. Λόγω της αποαποικιοποίησης, η Κοινοπολιτεία ήταν δύσκολο να ελεγχθεί πολιτικά, ενώ είχε μειωθεί και η οικονομική αξία της, αφού τα νέα ανεξάρτητα κράτη αναζητούσαν πολλές φορές αλλού τον οικονομικό προσανατολισμό τους. Επίσης, η «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ φαινόταν να απειλείται από την οικονομική και πολιτική δύναμη της ΕΟΚ, η οποία θα μπορούσε να αντικαταστήσει τη Βρετανία ως προνομιακός εταίρος της υπερδύναμης, ενώ οι Αμερικανοί ευνοούσαν τη συμμετοχή της Βρετανίας στα ευρωπαϊκά υπερεθνικά σχήματα για στρατηγικούς λόγους. Ετσι, με τους δύο «κύκλους» της βρετανικής πολιτικής σε αβεβαιότητα, η πολιτική επιρροή της χώρας θα μπορούσε να διασωθεί μόνο με την ανάληψη της ηγεσίας της ΕΟΚ, κάτι που οι Βρετανοί ιθύνοντες ήλπιζαν ότι λίγο πολύ θα συνέβαινε αυτόματα. Επομένως, η ευρωπαϊκή στροφή της Βρετανίας δεν ήταν ζήτημα επιλογής, αλλά ζήτημα αναγκαιότητας και έλλειψης εναλλακτικών, κάτι που εξηγεί την έλλειψη θετικής δέσμευσης της χώρας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση μέχρι και σήμερα.

Δύο βέτο κατά Βρετανίας από τον στρατηγό Ντε Γκωλ

Η μερική δυσπιστία με την οποία αντιμετώπισαν τη βρετανική αίτηση οι Ευρωπαίοι επιβεβαιώθηκε από τις υπερβολικές παραχωρήσεις που ζητούσαν οι Βρετανοί κατά τη διάρκεια των πρώτων διαπραγματεύσεων, ειδικά σε σχέση με την Κοινοπολιτεία και την ΕΖΕΣ.


Ενα τεράστιο πανό υπέρ του «Ναι» σε δρόμο της Κοπεγχάγης λίγες ημέρες πριν από το δημοψήφισμα για την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ.

Αν και μέσα στο 1962 υπήρχε αισιοδοξία για επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων, τον Ιανουάριο του 1963 ο Ντε Γκωλ ανακοίνωσε μονομερώς σε συνέντευξη Τύπου ότι η Βρετανία δεν ήταν έτοιμη να ενταχθεί στην Κοινότητα λόγω του εντελώς διαφορετικού της προσανατολισμού σε σχέση με αυτόν των ηπειρωτικών ευρωπαϊκών χωρών, βάζοντας ουσιαστικά τέλος στη βρετανική υποψηφιότητα.

Η δεύτερη αίτηση ένταξης της Εργατικής κυβέρνησης Ουίλσον το 1967 είχε και αυτή την ίδια τύχη. Τα βέτο του Ντε Γκωλ προκάλεσαν σημαντικούς τριγμούς εντός της ΕΟΚ βαθαίνοντας περισσότερο την κρίση που περνούσε η Κοινότητα στα μέσα της δεκαετίας του 1960.

Ωστόσο, η στάση του Γάλλου προέδρου δεν είχε να κάνει τόσο με το ζήτημα της διακυβερνητικής ή υπερεθνικής φύσης της Κοινότητας όσο με θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Ο Ντε Γκωλ έβλεπε τη βρετανική ένταξη ως πρόκληση απέναντι στη γαλλική ηγεσία, ενώ θεωρούσε τη Βρετανία «Δούρειο Ιππο» των Αμερικανών, των οποίων την επιρροή προσπαθούσε να περιορίσει στα ευρωπαϊκά θέματα και να εξασφαλίσει έτσι μια διακριτή θέση για τη Γαλλία και την ΕΟΚ στον Ψυχρό Πόλεμο. Οσο ο Στρατηγός παρέμενε στην προεδρία δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα για τη βρετανική ευρωπαϊκή προοπτική.


Ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας Τρίγκβε Μπρατέλι παραιτήθηκε μετά το απορριπτικό δημοψήφισμα στη χώρα του.

Η Διάσκεψη της Χάγης ανοίγει τον δρόμο

Τον Απρίλιο του 1969 ο Ντε Γκωλ αποσύρθηκε από την πολιτική και ο διάδοχός του, Ζορζ Πομπιντού, αν και ακόμα επιφυλακτικός προς τη Βρετανία, αποδέχθηκε την προοπτική της διεύρυνσης, αποσπώντας ταυτόχρονα υποχωρήσεις από τα υπόλοιπα μέλη της ΕΟΚ σε άλλα κοινοτικά ζητήματα. Το ότι η διεύρυνση ήταν η προτεραιότητα της ΕΟΚ επιβεβαιώθηκε και στην ιστορική διάσκεψη κορυφής της Χάγης τον Δεκέμβριο του 1969, όπου ελήφθησαν σημαντικές αποφάσεις για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και άνοιξε ο δρόμος για την ένταξη των τεσσάρων υποψηφίων χωρών στην Κοινότητα. Οι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν περίπου έναν χρόνο και τον Ιανουάριο του 1972 υπεγράφη η Συνθήκη Ενταξης της Βρετανίας, Δανίας, Νορβηγίας και Ιρλανδίας. Στη Δανία και στην Ιρλανδία διενεργήθηκαν δημοψηφίσματα που με συντριπτική πλειοψηφία ενέκριναν τη συνθήκη, ενώ στη Νορβηγία η αντιπαράθεση για τη συμμετοχή της χώρας στην Κοινότητα δίχασε την κοινωνία και κορυφώθηκε με το δημοψήφισμα του 1972, στο οποίο η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας απορρίφθηκε οριακά με ποσοστό 53%.

Στη Βρετανία, η ασυνήθιστα φιλοευρωπαϊκή συντηρητική κυβέρνηση του Εντουαρντ Χιθ κατάφερε να περάσει από το Κοινοβούλιο τη συμφωνία ένταξης που είχε διαπραγματευθεί. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Εργατικός Χάρολντ Ουίλσον επέστρεψε στην πρωθυπουργία, διενήργησε δημοψήφισμα το 1975, στο οποίο οι Βρετανοί πολίτες τάχθηκαν υπέρ της παραμονής της χώρας στην ΕΟΚ. Ωστόσο, οι μη ρεαλιστικές προσδοκίες των Βρετανών ιθυνόντων από την ΕΟΚ, η εκμετάλλευση του ζητήματος για μικροπολιτικούς σκοπούς και βραχυπρόθεσμα οφέλη από τις βρετανικές κυβερνήσεις και η πολιτισμική απόσταση της κοινωνίας και της ιθύνουσας τάξης από την ηπειρωτική ευρωπαϊκή πολιτική κουλτούρα θα οδηγούσαν σε μια δύσκολη σχέση με την Ευρώπη, της οποίας τα αποτελέσματα βλέπουμε σήμερα.

* Ο κ. Ιωάννης Χάλκος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας στο European University Institute.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ