Κατερίνα Σώκου ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Ελληνικές εκλογές και οικονομία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εχει επικρατήσει να αναφερόμαστε στο φαινόμενο ως εκλογικό κύκλο: είναι ένας εύσχημος τρόπος για τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς να εκφράσουν την ανησυχία τους για την πίεση που ασκούν οι εκλογές στα δημόσια οικονομικά. Ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων, οι μηχανισμοί συλλογής των φόρων ατονούν, οι δαπάνες πολλαπλασιάζονται, και το αποτέλεσμα είναι ο προϋπολογισμός να εκτροχιάζεται.

Αντί να ανησυχούμε, όμως, φαίνεται σαν να πέφτουμε όλοι σε μία προεκλογική νιρβάνα, καθώς στις εκλογικές αναμετρήσεις η πολιτική αναλαμβάνει τα ηνία από την οικονομία. Συμβάλλει σε αυτό και ότι συνήθως οι εκλογές λαμβάνουν χώρα πριν ή μετά το καλοκαίρι, παρατείνοντας την αίσθηση του ευχάριστου διαλείμματος από τη ρουτίνα.

Τι πειράζει, θα πουν κάποιοι, μία παράταση στην προθεσμία υποβολής των φορολογικών δηλώσεων; Ή ακόμη και ένα μέτρο δεκαπλασιασμού των δόσεων ακόμη και για όσους οφειλέτες του Δημοσίου έχουν τη δυνατότητα να εκπληρώνουν κανονικά τις υποχρεώσεις τους; Πρώτον και αμεσότερο, μπορούν να ρίξουν έξω τον προϋπολογισμό, άρα οι πιστωτές θα είναι πιο σκληροί απέναντι στην επόμενη κυβέρνηση, μέχρι να βεβαιωθούν ότι «πιάνει τα νούμερα». Δεύτερον και ίσως πιο προβληματικό μεσοπρόθεσμα, σύμφωνα με τους ξένους αναλυτές: Υπονομεύει τη φορολογική συνείδηση των πολιτών και τελικά δυσκολεύει τις κυβερνήσεις στην άσκηση της πολιτικής τους.

Αν στο παρελθόν μία προεκλογική περίοδος φυγής από την πραγματικότητα φάνταζε ανώδυνη, η κρίση μάς έδειξε ότι μπορεί να είναι επικίνδυνη. Τα δημόσια οικονομικά συχνά εκτροχιάζονται στα εκλογικά έτη, δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο αυτό. Ωστόσο, στην Ελλάδα η δημοσιονομική χαλάρωση των απερχόμενων κυβερνήσεων για να μην «κακοκαρδίσουν» τους ψηφοφόρους τους έχει συνδυαστεί με την προσπάθεια των νέων κυβερνώντων να κάνουν μία καθαρή αρχή, εκ του αποτελέσματος εις βάρος των προηγούμενων. Ακόμη και αν αναγνωρίσει κανείς τις αγνότερες των προθέσεων στις απογραφές Αλογοσκούφη και Παπακωνσταντίνου, λειτούργησαν τελικά ως μπούμερανγκ όχι μόνον για την αξιοπιστία της μιας ή της άλλης κυβέρνησης, αλλά του ίδιου του ελληνικού κράτους.

Αποτέλεσμα είναι να έχει κυριαρχήσει ως βασικό αφήγημα διεθνώς ότι η Ελλάδα μπήκε στην Ευρωζώνη με πλαστά στοιχεία, αλλά και ότι διαδοχικές κυβερνήσεις έκλεβαν στα νούμερα. Και μπορεί εν τω μεταξύ να έχει γίνει σημαντική πρόοδος στην ανεξαρτησία της ελληνικής στατιστικής αρχής, ωστόσο οι ατελείωτες δικαστικές περιπέτειες ενός Ελληνα τεχνοκράτη από το ΔΝΤ που αγνόησε το εγχώριο κατεστημένο θα έπρεπε να ταράζουν τον ύπνο του δικαίου όσων θεωρούν ότι το πρόβλημα λύθηκε. Αν βέβαια δεν έχουν ξυπνήσει ήδη από την οπισθοχώρηση της κυβέρνησης στις μεταρρυθμίσεις, τη μονομερή αλλαγή του στόχου για το πλεόνασμα και τις προεκλογικές παροχές πέρα από κάθε δημοσιονομική δυνατότητα.

Οπως και το 2014, οι διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές έχουν σταματήσει ενόψει εκλογών. Οι Ευρωπαίοι «παγώνουν» την καταβολή πολύτιμων κεφαλαίων για τη στήριξη της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, για μία ακόμη φορά καθυστερεί η ελάφρυνση του χρέους – ούτε που τόλμησε τελικά να ζητήσει η κυβέρνηση την επιστροφή μέρους του ακριβού χρέους του ΔΝΤ...

Αλλά εδώ τελειώνουν και οι συγκρίσεις με το 2014. Αυτή τη φορά, η απειλή ότι η επόμενη κυβέρνηση «θα σκίσει τα μνημόνια» και θα απειλήσει με έξοδο από την Ευρωζώνη δεν υπάρχει πια. Με την Ελλάδα να έχει εξέλθει των προγραμμάτων στήριξης και με την προοπτική μιας αλλαγής πολιτικής που θα στηρίξει τις επιχειρήσεις, οι επενδυτές επιστρέφουν στο ελληνικό χρηματιστήριο, ενώ οι αγορές ομολόγων προεξοφλούν ομαλότερες σχέσεις με τους Ευρωπαίους.

Σε αυτή τη συγκυρία, ευτυχώς η οικονομία δεν απειλείται με κατάρρευση. Ομως αυτό δεν μπορεί να μας αρκεί. Οχι μόνο επιβεβαιώνεται για μία ακόμη φορά η παντελής αποτυχία των κομμάτων να διασφαλίσουν μια ελάχιστη συνέχεια στην ελληνική πολιτεία, όχι μόνον τινάζεται στον αέρα ο προϋπολογισμός ενός ακόμη εκλογικού έτους, αλλά με την επιλογή της κυβέρνησης να προχωρήσει σε φοροελαφρύνσεις μόνιμου χαρακτήρα λίγο πριν από τις εκλογές υπονομεύεται το έργο και τα περιθώρια ελιγμών της επόμενης. Η πολιτική σκοπιμότητα θριαμβεύει για μία ακόμη φορά, υπονομεύοντας την οικονομική πρόοδο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ