ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ώρα είναι τέσσερις το απόγευμα της Πέμπτης και μια κελαρυστή παιδική φωνή γεμίζει την αίθουσα της λυρικής σκηνής του Κέντρου Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος: «Αλέξα, παίξε το αγαπημένο μου τραγούδι!». Βρισκόμαστε στην πρώτη μέρα του GEN Summit, ενός εκ των μεγαλύτερων διεθνών ειδησεογραφικών συνεδρίων που φιλοξενήθηκε φέτος στην Αθήνα, και το κοινό απαρτίζεται από δεκάδες κορυφαίους δημοσιογράφους και εκπροσώπους των μεγαλύτερων εταιρειών τεχνολογίας παγκοσμίως. Επί σκηνής βρίσκεται ο Τζον Σάροφ, ιδρυτής της εταιρείας Chartbeat, τα εργαλεία της οποίας χρησιμοποιούνται από εκατοντάδες αίθουσες σύνταξης του κόσμου, και η φωνή του ηχητικού αποσπάσματος ανήκει στην 4χρονη κόρη του και ηχογραφήθηκε το ίδιο πρωί. «Για οποιονδήποτε είναι κάτω των 10 ετών –δηλαδή για το μελλοντικό δημοσιογραφικό μας κοινό– η δυνατότητα αναγνώρισης φωνής και τα smart speakers δεν θεωρούνται τεχνολογία», αναφέρει ο επιχειρηματίας, εξηγώντας τη σημασία του ήχου για τη δημοσιογραφία της επόμενης μέρας. «Είναι η πραγματικότητα με την οποία μεγαλώνουν».


Το τριήμερο συνέδριο φιλοξενήθηκε στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στην αίθουσα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και στον «Φάρο» που βρίσκεται στην κορυφή του κτιρίου, και απέσπασε θερμά σχόλια από τους επισκέπτες του εξωτερικού.

Το πνεύμα

Το χαριτωμένο στιγμιότυπο είναι μια ακριβής φωτογραφική σύνοψη του πνεύματος του συνεδρίου. Εδώ και εννέα κρίσιμα χρόνια για τον χώρο της ενημέρωσης, το GEN Summit φέρνει κοντά τους πρωτοπόρους της δημοσιογραφίας και της τεχνολογίας για να ανταλλάξουν απόψεις για τις τάσεις της πληροφόρησης του σήμερα και να συζητήσουν προτάσεις για τη βελτίωση της δημοσιογραφίας του αύριο.

Στη λίστα των επίτιμων προσκεκλημένων του φετινού συνεδρίου, που έλαβε χώρα από τις 13 έως τις 15 Ιουνίου, συμπεριλήφθηκαν από τη μία πλευρά του πρίσματος ο Τζον Μίκλετουαϊτ, αρχισυντάκτης του Bloomberg, και η Κάθριν Βάινερ, αρχισυντάκτρια του Guardian, και από την άλλη ο ιδρυτής του Google News, Κρίσνα Μπαράτ, και ο υπεύθυνος Συνεργασιών Ενημέρωσης του Facebook, Τζέσπερ Ντουμπ. Οι συζητήσεις μεταξύ των δύο κόσμων υπήρξαν έντονες, αλλά παράλληλα και ελπιδοφόρες, φέρνοντας στο προσκήνιο νέες ευκαιρίες για συνεργατικότητα και ενδυνάμωση της ενημέρωσης έπειτα από τη μακροχρόνια κρίση και τη διασπαστικότητα που έφερε το Διαδίκτυο στο δημοσιογραφικό οικοσύστημα.

Η ατζέντα του φετινού συνεδρίου βαφτίστηκε από τους διοργανωτές ως «η πρόκληση των τριών V», δηλαδή της ανόδου του ηχητικού περιεχομένου (voice), της επανερχόμενης τάσης για οπτικοποίηση της δημοσιογραφίας (video) και της ανάγκης για διαδικτυακή επικύρωση των ειδήσεων ως απάντηση στην ακμάζουσα παραπληροφόρηση (verification). Κοινός παρονομαστής κάθε θεματικού πυλώνα υπήρξε η επιτακτική ανάγκη άμεσης προσαρμογής της ενημέρωσης στις συνεχώς εξελισσόμενες τάσεις του κοινού. «Δέκα εκατομμύρια ανθρώπων ενημερώνονται πλέον από το ημερήσιο podcast των New York Times», ανέφερε την πρώτη μέρα ο Νικ Νιούμαν, δημοσιογράφος και ερευνητής του Ινστιτούτου του Reuters, τονίζοντας πως οι βετεράνοι του γραπτού Τύπου κινούνται όλο και πιο ραγδαία προς την παραγωγή ηχητικού περιεχομένου. «Τη σημερινή εποχή, περισσότερα βίντεο αναρτώνται στο Διαδίκτυο μέσα σε 30 μέρες απ’ ό,τι παρήγαγαν συνολικά οι τηλεοπτικοί σταθμοί των ΗΠΑ σε 30 ολόκληρα χρόνια», συμπλήρωσε λίγο αργότερα ο Τζέσπερ Ντουμπ.

Ο εκπρόσωπος του Facebook ήταν μια εξαιρετικά συμβολική παρουσία για το συνέδριο: ως πρώην CEO του γερμανικού περιοδικού Der Spiegel, θέση στην οποία βρισκόταν μέχρι πριν από ένα χρόνο, είχε ασκήσει ιδιαίτερα καυστική κριτική στην πλατφόρμα. Ο Ντουμπ παραδέχθηκε αρκετές φορές τα λάθη του Facebook από τη σκηνή του συνεδρίου, ιδιαίτερα όσον αφορά την εκθετική εξάπλωση της παραπληροφόρησης των τελευταίων χρόνων. «Η πλατφόρμα έχει ήδη βελτιωθεί αρκετά, ωστόσο έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Γερμανός εκπρόσωπος της εταιρείας από την κεντρική σκηνή του GEN Summit.

Οι ενδιαφέρουσες ομιλίες του συνεδρίου πλαισιώθηκαν από μια ιδιαίτερα συναρπαστική έκθεση στον λεγόμενο «Φάρο» του ΚΠΙΣΝ, που δεσπόζει στην κορυφή του κτιρίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Δεκάδες εταιρείες και μέσα ενημέρωσης ταξίδεψαν τους συμμετέχοντες στους νέους ορίζοντες της δημοσιογραφίας με τα εκθέματά τους: το Facebook παρουσίασε στο περίπτερό του μια σειρά από πρωτοβουλίες που βοηθούν την ερευνητική δημοσιογραφία, ενώ η μικρή δανική επιχείρηση Hidenburg παρέδιδε σεμινάρια για το εύχρηστο λογισμικό της που επιτρέπει σε κάθε δημοσιογράφο να γίνει ραδιοφωνικός παραγωγός εν μια νυκτί. Τις εντυπώσεις έκλεψε αδιαμφισβήτητα το φουτουριστικό έκθεμα της JYC –αμερικανικής εταιρείας που ειδικεύεται στην επαυξημένη και εικονική πραγματικότητα–, το οποίο πρόσθεσε μια σύγχρονη πινελιά στη γνωστή αλληγορία της σπηλιάς του Πλάτωνα. Φορώντας ένα κράνος, οι επισκέπτες μεταφέρονταν σε ένα εικονικό σπήλαιο, και καλούνταν να αποφασίσουν αν μια σειρά από ειδήσεις ήταν ψευδείς ή αληθινές. Με κάθε σωστή απάντηση, το σπήλαιο διαστελλόταν μέχρις ότου εξαφανιστεί – ωστόσο μια εικονική μικρογραφία του Πλάτωνα προειδοποιούσε τον χρήστη πως «το ταξίδι για την αναζήτηση της αλήθειας δεν σταματά ποτέ».

Τα κέρδη

Η επιτυχία ενός συνεδρίου εξασφαλίζεται συνήθως όταν τόσο οι επισκέπτες όσο και οι οικοδεσπότες έχουν κάτι να κερδίσουν απ’ αυτό. Το φετινό GEN Summit φαίνεται πως πέτυχε και στα δύο. «Η Αθήνα είναι μια μαγευτική πόλη και η πλούσια ιστορία της ένα ιδανικό πλαίσιο για το συνέδριο», ανέφερε με αυθορμητισμό η Σεσίλια Γκαμπιζόν, πρώην αρχισυντάκτρια της γαλλικής Le Figaro, ενώ ατένιζε την όμορφη θέα από την κορυφή του ΚΠΙΣΝ. Λίγο αργότερα, ο ιδρυτής του συνεδρίου Μπερνάρντ Πεκερί εκμυστηρεύτηκε με χαμόγελο πως οι διοργανωτές είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένοι και επιθυμούν να επιστρέψουν στην Αθήνα του χρόνου. Ωστόσο, ίσως η σημαντικότερη αντίδραση ήταν εκείνη των Ελλήνων συμμετεχόντων του GEN Summit. Στο βλέμμα τους αποτυπωνόταν από τη μια η ανησυχία –αποτέλεσμα του πόσο πίσω βρίσκεται το ελληνικό δημοσιογραφικό οικοσύστημα συγκριτικά με τις παγκόσμιες τάσεις–, από την άλλη όμως και μια φανερή αίσθηση έμπνευσης και δημιουργικότητας από το περιεχόμενο του συνεδρίου.

Δύσπιστο το ελληνικό κοινό απέναντι στα μέσα ενημέρωσης

Πέρα από τις συναρπαστικές συζητήσεις, το φετινό GEN Summit φιλοξένησε και την πρώτη δημοσίευση μιας εκ των σημαντικότερων σύγχρονων ερευνών για τη δημοσιογραφία του σήμερα. Το Ινστιτούτο του Reuters για την Ερευνα της Δημοσιογραφίας, το οποίο στεγάζεται στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και απασχολεί μερικούς από τους κορυφαίους αναλυτές του ενημερωτικού οικοσυστήματος, πήρε τη σκηνή του συνεδρίου την Παρασκευή για να αναλύσει τα πορίσματα της ετήσιας έρευνας του, Digital News Report (Ερευνα Ψηφιακών Νέων). Εβδομήντα πέντε χιλιάδες αναγνώστες που ενημερώνονται από το Διαδίκτυο συμμετείχαν στην πολύμηνη έρευνα του ινστιτούτου, η οποία χαρτογραφεί τις τάσεις και τις προκλήσεις της ψηφιακής ενημέρωσης σε 38 χώρες συνολικά, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα.


Τα αποτελέσματα της ετήσιας έρευνας του ινστιτούτου του Reuters παρουσιάστηκαν τη δεύτερη ημέρα του GEN Summit.

«Η Ελλάδα είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση στην έρευνά μας», αναφέρει ο Αντώνης Καλογερόπουλος, ο ερευνητής του ινστιτούτου του Reuters, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την ανάλυση της ενημέρωσης στη χώρα μας. «Το κοινό είναι εξαιρετικά καχύποπτο απέναντι στα ΜΜΕ και χρησιμοποιεί σε πολύ μεγάλο βαθμό τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να ενημερώνεται και να σχολιάζει ειδήσεις», συμπληρώνει. Πράγματι, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 36η θέση της έρευνας όσον αφορά την εμπιστοσύνη των αναγνωστών στη δημοσιογραφία, με μόλις 27% των ερωτηθέντων να δηλώνει πως εμπιστεύεται τους ιστοτόπους από τους οποίους ενημερώνεται. Παρά τη δυσπιστία του κοινού, το ψηφιακό ενημερωτικό οικοσύστημα χαρακτηρίζεται και από έναν παράδοξο πλουραλισμό, καθώς οι Ελληνες επισκέπτονται κατά μέσον όρο πέντε διαφορετικές πηγές για την πληροφόρησή τους, φέρνοντας τη χώρα στη δεύτερη θέση στην αντίστοιχη μέτρηση.

Η κρίση του γραπτού Τύπου, η οποία καταγράφεται διεθνώς τα τελευταία χρόνια, φαίνεται πως είναι εκθετικά πιο μεγάλη στη χώρα μας, σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας. Η κυκλοφορία έχει περιοριστεί σε ένα πενιχρό μόλις κλάσμα συγκριτικά με το ένα εκατομμύριο φύλλων που πωλούνταν συνολικά προ μιας δεκαετίας, και τα παραδοσιακά Μέσα δυσκολεύονται να επιβιώσουν στον ανταγωνισμό της δωρεάν πληροφορίας στο Διαδίκτυο. «Ταυτόχρονα, δίπλα σε ένα ενεργό κοινό που ενημερώνεται από πολλά Μέσα και μοιράζεται πολλές ειδήσεις, υπάρχει και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού που αποφεύγει να ενημερώνεται», αναφέρει ο κ. Καλογερόπουλος, ως αποτέλεσμα της κρίσης του Τύπου. «Παράλληλα, στην Ελλάδα υπάρχει πρόβλημα με τη βιωσιμότητα και κατά συνέπεια με την ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης στο Διαδίκτυο. Δεν υπάρχει κουλτούρα πληρωμής για ειδήσεις στο Διαδίκτυο, ενώ η υψηλή χρήση του ad-blocking στην Ελλάδα περιορίζει τα περιθώρια κέρδους για τα διαδικτυακά μέσα», συμπληρώνει ο ερευνητής του ινστιτούτου.

Στα απαισιόδοξα στοιχεία της έρευνας, ωστόσο, προστίθεται και μια νότα αισιοδοξίας για την παραδοσιακή ενημέρωση. Πάνω από 20 εφημερίδες εθνικής κυκλοφορίας συνεχίζουν τον δύσκολο αγώνα της ενημέρωσης, με τις περισσότερες να καταλαμβάνουν παράλληλα και τις υψηλότερες θέσεις στην κατάταξη της εμπιστοσύνης των χρηστών. Ανάμεσά τους βρίσκεται και η «Καθημερινή», η οποία τοποθετείται πρώτη στη λίστα των ΜΜΕ της Ελλάδας στον παράγοντα της εμπιστοσύνης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ