ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με δεδομένη την όλο και αυξανόμενη συζήτηση και ευαισθητοποίηση των πολιτών γύρω από την προστασία του περιβάλλοντος και τις επιπτώσεις από την κλιματική αλλαγή, η «Κ» αποφάσισε να προσκαλέσει για μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης την Τζένιφερ Μόργκαν, εκτελεστική διευθύντρια της Greenpeace International από το 2016. Μας μίλησε για την αμερικανική πραγματικότητα σχετικά με τις πολιτικές για την αντιμετώπιση της απειλής αυτής, για την προοπτική του Ευρωκοινοβουλίου να επηρεάσει την ευρωπαϊκή στρατηγική ενάντια στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, αλλά και τα νέα σχέδια για εξόρυξη υδρογονανθράκων στην Ελλάδα.

– Η παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας αυξήθηκε κατά 2,8% το 2018, το οποίο αποτελεί ρεκόρ δεκαετίας. Το φυσικό αέριο ως πηγή ενέργειας είναι πλέον πρώτο στην προτίμηση των καταναλωτών και μοιάζει να αποτελεί τη μεταβατική επιλογή έως ότου ξεκινήσουμε να χρησιμοποιούμε 100% ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Παρ’ όλα αυτά, η Greenpeace έχει εναντιωθεί σφόδρα στη χρήση φυσικού αερίου. Για ποιον λόγο έχετε πάρει αυτή την απόφαση και πόσο χρόνο θα χρειαστούμε μέχρι να απεμπλακούμε εντελώς από μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας;

– Θεωρώ ότι θα μεταβούμε στη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας πλήρως μόνο εάν πραγματικά προσπαθήσουμε για κάτι τέτοιο. Η ευκαιρία είναι τώρα, κυρίως διότι η τιμή της ενέργειας αυτής έχει μειωθεί δραματικά τα τελευταία έτη. Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής είναι τερατώδεις και παρουσιάζονται με τεράστια ταχύτητα. Γνωρίζουμε ότι είμαστε αναγκασμένοι να μειώσουμε τις παγκόσμιες εκπομπές ρύπων κατά το ήμισυ έως το 2030. Το φυσικό αέριο δεν μπορεί να αποτελέσει τη μεταβατική επιλογή, πρώτον, διότι η ανανεώσιμη ενέργεια δύναται να το αντικαταστήσει πλήρως και δεύτερον, επειδή οποιαδήποτε επένδυση γύρω από το φυσικό αέριο θα πρέπει γρήγορα να εγκαταλειφθεί, άρα θα αποτελέσει μια χαμένη επένδυση ουσιαστικά. Επιπλέον, η ταχύτητα με την οποία πρέπει να δράσουμε δεν μας αφήνει χρόνο για καμία άλλη μεταβατική «λύση», πρέπει γρήγορα να κινηθούμε προς τα ανανεώσιμα.

– Γνωρίζω ότι η Greenpeace έχει θέσει ένα χρονικό πλαίσιο δέκα χρόνων μέσα στο οποίο μπορούμε να κάνουμε το αποφασιστικό βήμα για την πλήρη ανεξαρτητοποίηση από την κατανάλωση ενέργειας που προέρχεται από την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου. Μήπως, όμως, ένας τέτοιος χρονικός ορίζοντας είναι μη ρεαλιστικός;

– Οπως προείπα, οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής είναι τραγικές. Δείτε τι γίνεται στη Μοζαμβίκη (ακραία καιρικά φαινόμενα όπως πλημμύρες, κ.τ.λ.), δείτε τι γίνεται στη χώρα μου, την Αμερική, με τον τυφώνα «Σάντι» ή στη Γερμανία με την ξηρασία. Αυτά πρέπει να έχουμε κατά νου όταν θέτουμε χρονικό πλαίσιο. Αν ήμουν, πάντως, επενδυτής σίγουρα δεν θα επένδυα στην εξόρυξη ορυκτών. Τα μηνύματα που έρχονται από την Τράπεζα της Αγγλίας σχετικά με αυτές τις επενδύσεις είναι αποθαρρυντικά και αυτό είναι καλό.

– Ρωτάω κάθε φορά τον συνεντευξιαζόμενο για τις επιπτώσεις της παραπληροφόρησης στον τομέα στον οποίο συνεισφέρει και είναι αλήθεια ότι την τελευταία τετραετία έχουμε εξοικειωθεί με τον όρο «fake news». Ο πρόεδρος Τραμπ αναφέρεται σε αυτά συχνά. Αλλά η παραπληροφόρηση έχει διεισδύσει και στη συζήτηση γύρω από την κλιματική αλλαγή. Πώς κρίνετε τον αντίκτυπο που μπορεί να έχουν τα «fake news» στις προσπάθειές μας να επιβραδύνουμε την κλιματική υποβάθμιση;

– Σε κάποιες χώρες έχει πράγματι μειώσει και διαβρώσει την ευαισθητοποίηση του κόσμου αυτή η παραπληροφόρηση – δεν πρέπει να δίνεται χώρος από τα ΜΜΕ σε ανθρώπους που διασπείρουν ψεύτικες πληροφορίες. Για παράδειγμα, προσωπικά δεν θα δεχθώ ποτέ να κάτσω στο ίδιο τραπέζι και να συζητήσω με έναν αρνητή της αλλαγής του κλίματος, διότι δεν θεωρώ ότι πρέπει να δίνεται βήμα σε τέτοιους προπαγανδιστές.

– Είπατε ότι δεν θα καθίσετε να κουβεντιάσετε με αρνητές της κλιματικής αλλαγής. Μήπως θα ήταν αποτελεσματικότερο να συζητήσετε μαζί τους και παραθέτοντας ισχυρά επιχειρήματα να προσπαθήσετε να αλλάξετε την άποψή τους;

– Δεν νομίζω. Πολλοί εξ αυτών πληρώνονται από τη βιομηχανία των ορυκτών καυσίμων. Αν ψάξετε, θα δείτε ότι υπάρχουν έρευνες που συνδέουν τέτοια άτομα με την προαναφερθείσα βιομηχανία. Τέτοια άτομα δεν θεωρώ πως πρόκειται να αλλάξουν τρόπο σκέψης, διότι το κίνητρό τους δεν είναι επιστημονικό. Υπάρχει και παράδειγμα ενός κυρίου ο οποίος δήλωσε δημοσίως πως είχε κάνει λάθος για το ότι ηρνείτο την κλιματική αλλαγή, ότι διέσπειρε ψευδείς ειδήσεις και ότι πλέον συνειδητοποιεί ότι οι έρευνες γύρω από το φαινόμενο αυτό αποτυπώνουν την πραγματικότητα. Στην Greenpeace δεν έχουμε μόνιμους φίλους ή εχθρούς. Είμαστε διατεθειμένοι να μιλήσουμε με τους πάντες, αρκεί να υπάρχει διαφάνεια – που στην περίπτωση των αρνητών δεν υπάρχει.

– Σε τι βαθμό συνεργάζεστε με την κυβέρνηση Τραμπ;

– Δεν συνεργαζόμαστε με την κυβέρνηση Τραμπ καθόλου.

– Ναι, αλλά με την κυβέρνηση Ομπάμα γνωρίζω ότι συνεργαζόσασταν…

– Η Greenpeace είναι ένας ανεξάρτητος οργανισμός ο οποίος δεν χρηματοδοτείται από κυβερνήσεις ή ιδιωτικές εταιρείες, επιχειρήσεις, κ.τ.λ. Προσπαθούσαμε να πιέσουμε την κυβέρνηση Ομπάμα να ακολουθήσει πιο αποφασιστικές πολιτικές –και εντός της Συνθήκης των Παρισίων– και να σταματήσει τις δοκιμές για εξορύξεις. Με την κυβέρνηση Τραμπ οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές, ακριβώς επειδή και ο ίδιος ο πρόεδρος είναι αρνητής της κλιματικής αλλαγής.

– Ποιο είναι το σχόλιό σας για την απόφαση Τραμπ να αποσύρει τη χώρα από τη Συνθήκη των Παρισίων;

– Θεωρώ ότι ο αριθμός των Αμερικανών που είναι καχύποπτοι για τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής έχει μειωθεί. Κατά 60% με 70% το αμερικανικό κοινό θεωρεί ότι υπάρχει πραγματική κρίση ή είναι έστω θορυβημένο. Και είναι αστείο, διότι δεν γνωρίζω κανένα άλλο θέμα πάνω στο οποίο οι Αμερικανοί να συμφωνούμε τόσο πολύ. Ουσιαστικά αυτό που έχουμε διαπιστώσει είναι ότι μετά την έλευση του Τραμπ το κίνημα κατά της κλιματικής αλλαγής έχει αναζωογονηθεί. Υπάρχει ακόμα το κίνημα «We are still in», το οποίο αποτελείται από πολιτείες και πόλεις που όχι μόνον εκτελούν το περιεχόμενο της Συνθήκης των Παρισίων αλλά προσπαθούν να κάνουν ακόμα περισσότερα απ’ ό,τι η Συνθήκη περιλαμβάνει. Η Νέα Υόρκη έχει ξεκινήσει να νομοθετεί εναντίον μεγάλων εταιρειών που κάνουν κακό στον πλανήτη και συμβάλλουν αρνητικά σε φαινόμενα όπως τον τυφώνα «Σάντι». Αρα, η προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να μπλοκάρει αυτές τις νομοθετικές ενέργειες είναι σκανδαλώδης. Μιλούσα με έναν Ρεπουμπλικανό φίλο και συζητούσαμε ότι μέχρι και το «Today Show» στην Αμερική πλέον αφιερώνει ολόκληρες ώρες για το κλίμα – και μου είπε ότι τον τελευταίο χρόνο έχει παρατηρηθεί μεγάλη αύξηση στην αφιέρωση τηλεοπτικού χρόνου αναφορικά με τη σημασία του σεβασμού στο περιβάλλον.

– Το ότι ανακοινώθηκε η αποχώρηση από τη Συνθήκη των Παρισίων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα πραγματοποιηθεί κιόλας (οι ΗΠΑ πρόκειται να αποχωρήσουν το 2020). Προσπαθείτε με οποιονδήποτε τρόπο να αντιστρέψετε την απόφαση αυτή;

– Είναι σαφές ότι είναι στο εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ να παραμείνουν, από όπου και να το δεις. Από την οπτική του ότι οι ΗΠΑ είναι εξαιρετικά ευάλωτες από την αλλαγή του κλίματος, από την οπτική του ότι θέλουμε ως χώρα να πρωταγωνιστήσουμε στην καινοτομία παγκοσμίως, από την οπτική ότι θέλουμε να γεννήσουμε νέες θέσεις εργασίας – απ’ όπου και να το δεις μας συμφέρει να μην αποχωρήσουμε. Υπάρχει η ελπίδα ότι η απόφαση αυτή θα αλλάξει ή ότι ένας νέος πρόεδρος θα επανεντάξει τη χώρα στη Συνθήκη, εισακούοντας την επιθυμία των πολιτών για μια «Πράσινη Νέα Συμφωνία» («Green New Deal»).

Γεννά ελπίδα

– Η «Πράσινη Νέα Συμφωνία» των αντιπροσώπων Οκάζιο-Κορτέζ και Εντ Μάρκι έχει πράγματι προκαλέσει πολλή συζήτηση σε όλον τον κόσμο, ενώ την έχει στηρίξει και ο υποψήφιος για το χρίσμα των Δημοκρατικών για την προεδρία, Μπέρνι Σάντερς. Τι μέλλον έχει η πρόταση αυτή;

– Εχει τεράστιο μέλλον. Δουλεύω στις ΗΠΑ για το περιβάλλον από το 1994 και είναι η πρώτη φορά που βλέπω τόση θετική ενέργεια γύρω από ένα τέτοιο πλάνο. Κρίνω ότι αυτό συμβαίνει διότι μιλάμε για ένα σχέδιο που μπορεί να συνδυάσει το εθνικό συμφέρον, δηλαδή να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, να επενδυθεί κεφάλαιο σε υποδομές και την ίδια στιγμή να εγκαταλειφθεί η κατανάλωση ορυκτών καυσίμων. Το σχέδιο για το οποίο μιλάμε έρχεται από την εποχή Ρούσβελτ να δώσει νέα πνοή στην αμερικανική οικονομία και περιβαλλοντική πολιτική. Εμπνέει τους νέους, δημιουργεί κινήματα και γεννά την ελπίδα.

Σε πλήρη ασυμφωνία οι ελληνικοί κανόνες για κλίμα και ενέργεια


«Δημιουργήσαμε μία πλατφόρμα μέσω της οποίας οι Ελληνες πολίτες μπορούν να έρθουν σε επαφή με τους δημάρχους τους και να τους ζητήσουν να τους παρέχεται ηλιακή ενέργεια, προερχόμενη από ενεργειακές κοινότητες», αναφέρει η Τζένιφερ Μόργκαν.
 

– Ας πάμε στις ευρωεκλογές. Πώς κρίνετε τις –μέχρι σήμερα– ενέργειες του Ευρωκοινοβουλίου αναφορικά με το περιβάλλον και πώς μπορεί ένα δυνατότερο Ευρωπαϊκό Πράσινο Κόμμα να επηρεάσει τις πολιτικές του;

– Η κλιματική αλλαγή δεν είναι κομματικό θέμα. Κάθε παράταξη εντός του Ευρωκοινοβουλίου πρέπει να πιέζει π.χ. για να μειωθούν οι ατμοσφαιρικοί ρύποι που οδηγούν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Το Ευρωκοινοβούλιο έχει διαδραματίσει και θα διαδραματίσει κομβικό ρόλο στην Ευρώπη του αύριο. Είναι και στο συμφέρον κάθε κόμματος να προσθέσει στην ατζέντα του πράσινες πολικές.
Πολλοί Ευρωπαίοι θεωρούν ότι η «γραφειοκρατία των Βρυξελλών» δεν εργάζεται για το συμφέρον των πολιτών της. Προκειμένου να αλλάξει αυτό όμως (αν ισχύει), πρέπει ο κόσμος να κινητοποιηθεί διότι ό,τι περνάει από τις Βρυξέλλες έχει άμεσο αντίκτυπο στις ζωές των Ευρωπαίων. Οπότε η Greenpeace έχει στρέψει την προσοχή της στο να κινητοποιήσει τον κόσμο και στο να ενισχύσει τις πράσινες πολικές στο πρόγραμμα κάθε κόμματος.

– Με δεδομένο ότι τα «πράσινα» κόμματα θέτουν επειγόντως το ζήτημα της προστασίας του περιβάλλοντος, άρα ταυτίζονται με τις θέσεις σας, θα περίμενε κανείς ότι ως οργάνωση θα θέλατε να τα δείτε να μεγαλώνουν... Κάνω λάθος;

– Επαναλαμβάνω ότι η Greenpeace είναι ανεξάρτητος οργανισμός. Κατά συνέπεια, δεν παροτρύνουμε κανέναν να ψηφίσει κάποιο συγκεκριμένο κόμμα. Αυτό που προσπαθούμε να επιτύχουμε είναι να ευαισθητοποιήσουμε τον κόσμο και να του κάνουμε γνωστά τα προγράμματα κάθε παράταξης. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι στη δημοκρατία μας πετυχαίνουμε μέσω της συμμετοχής.

– Σχετικά με την Ελλάδα, υπάρχουν σχέδια από μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες ώστε να ξεκινήσουν δοκιμές για εξόρυξη πετρελαίου στην Ηπειρο, στον Κυπαρισσιακό κόλπο και στο Ιόνιο. Η κυβέρνηση «ποντάρει» στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Πώς απαντάτε;

– Το ότι θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας δεν είναι καθόλου βέβαιο. Η εμπειρία μάς λέει ότι εξορύξεις σαν και αυτές συχνότατα οδηγούν σε ρύπανση και γενικευμένη υποβάθμιση των τοπικών οικονομιών, θέτοντας άλλες βιομηχανίες, όπως του τουρισμού ή της γεωργίας, σε κίνδυνο. Η Ελλάδα το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, λόγω της εμπειρίας της από τις εξορύξεις λιγνίτη στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας.
Σε κάθε περίπτωση, δοκιμές σαν και αυτές είναι εντελώς ασύμβατες με τον στόχο του να μην υπερβεί η υπερθέρμανση του πλανήτη τον 1,5 βαθμό Κελσίου. Η επιστήμη είναι ξεκάθαρη: είμαστε αναγκασμένοι να κρατήσουμε μέσα σε αυτό το όριο την υπερθέρμανση του πλανήτη εάν θέλουμε να αποφύγουμε τις καταστροφικότερες συνέπειες για τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Οι ελληνικοί κανόνες για το κλίμα και την ενέργεια είναι προσαρμοσμένοι στον στόχο να περιοριστεί η υπερθέρμανση του πλανήτη στους 3,5 βαθμούς Κελσίου, που προκαλεί πραγματική φρίκη, και είναι σε πλήρη ασυμφωνία με την πρόοδο που κάνουν οι περισσότερες από τις υπόλοιπες χώρες.

– Προσφάτως, δημοσιεύσατε μια πρόταση για την Ελλάδα σύμφωνα με την οποία παραπάνω από 340.000 νοικοκυριά θα μπορέσουν να κάνουν τη μετάβαση σε κατανάλωση 100% καθαρής ενέργειας. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση έως τώρα μοιάζει να αδιαφορεί. Ποια θα είναι τα επόμενα βήματά σας και πώς απαντάτε σε όσους κρίνουν ότι το σχέδιο αυτό είναι υπερβολικά φιλόδοξο;

– Η προτεραιότητά μας εν προκειμένω είναι το τοπικό επίπεδο, εκεί όπου εκμεταλλευόμαστε τη νέα νομοθεσία για τις ενεργειακές κοινότητες (δίκτυα μικρών παραγωγών, π.χ. ιδιώτες, φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, κ.ο.κ.). Δημιουργήσαμε μια πλατφόρμα μέσω της οποίας οι Ελληνες πολίτες μπορούν να έρθουν σε επαφή με τους δημάρχους τους και να τους ζητήσουν να τους παρέχεται ηλιακή ενέργεια, προερχόμενη από ενεργειακές κοινότητες. Αυτή τη στιγμή, δημιουργούνται πάνω από εκατό νέες ενεργειακές κοινότητες. Αυτή η προσέγγιση από κάτω προς τα επάνω έχει μέλλον και δύναται να αλλάξει τη νοοτροπία των Ελλήνων.

Αυτή τη στιγμή, η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει το υπάρχον πρόγραμμα μέσω παροχής καταναλωτικών επιδομάτων, το οποίο όμως είναι προβληματικό, διότι ουσιαστικά κρύβει επιδοτήσεις προς τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων. Επιπλέον, αναγκάζει τα νοικοκυριά να παραμένουν υποβοηθούμενα εσαεί.

Προγράμματα ηλιακής ενέργειας παραγόμενης από ηλιακές κοινότητες («social solar») ήδη λαμβάνουν χώρα σε κάποιες πολιτείες των ΗΠΑ και στην Αυστραλία. Η Ελλάδα μπορεί να γίνει μία εκ των πρώτων συγχρόνων επιτυχημένων παραδειγμάτων και να εμπνεύσει και τις υπόλοιπες χώρες. Ακόμα περισσότερες κοινότητες θα οδηγούνται προς αυτήν την κατεύθυνση, αυτή, δηλαδή, της καθαρής ενέργειας εκμεταλλευόμενες παράλληλα τις φθίνουσες τιμές των ανανεώσιμων.   

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ