ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εκείνον τον Φεβρουάριο του 2000, σε τρεις διαδοχικές νύχτες που είχα έτσι κι αλλιώς λόγους να μη με πιάνει ύπνος, διάβασα, ολωσδιόλου απρόσμενα, το σημαντικότερο βιβλίο της ζωής μου: «Voices from Chernobyl» ήταν ο (τότε) αγγλικός τίτλος – και συγγραφέας του η απολύτως άγνωστή μου Λευκορωσίδα δημοσιογράφος Σβετλάνα Αλεξίεβιτς.

Οντας μέλος του Συλλόγου Υποστήριξης Ερευνών κατά της Λευχαιμίας και Αλλων Παθήσεων (που ουσιαστικά προσπαθούσε να υποστηρίξει τους λευχαιμικούς ασθενείς που υποβάλλονταν σε μεταμόσχευση μυελού των οστών στην αιματολογική κλινική του νοσοκομείου Παπανικολάου της Θεσσαλονίκης) είχα διαβάσει σε αγγλικές εφημερίδες γι’ αυτό και το είχα παραγγείλει έχοντας στον νου πως μια ενδεχόμενη έκδοσή του στα ελληνικά θα μπορούσε να βοηθήσει στην ευαισθητοποίηση του κοινού γύρω από τα θέματα της παιδικής λευχαιμίας.

Φυσικά, η ανάγνωση του βιβλίου με σάρωσε και, επί της ουσίας, χώρισε τη ζωή μου στα δύο: πριν και μετά αυτήν. Δεν έχω ξαναδιαβάσει βιβλίο που με έκανε κυριολεκτικά να πέσω στα γόνατα κλαίγοντας με σπασμούς. Δεν πιστεύω στον Θεό και σε όλη την ενήλικη ζωή μου γράφω κείμενα ενάντια στις θρησκείες – και όμως, θυμάμαι πως όταν τέλειωσα την αφήγηση της Λουντμίλας Ιγκνατσένκο (την πρώτη από τις εκατό μαρτυρίες του βιβλίου) ένιωσα μέσα σε ασταμάτητα δάκρυα πως ήθελα να προσευχηθώ. Ηθελα, δηλαδή, να ενωθώ με κάτι. Οχι με κάποιον θεό (στον νου μου έστεκε τόσο εξοργιστικά στέρεος – άρα, και εντέλει, πολύ λίγος γι’ αυτό που μόλις είχα διαβάσει). Ηθελα να ενωθώ με τα δάκρυα εκείνης της γυναίκας – με την αδιανόητη ανέλπιδη αγάπη της.

Το βιβλίο «Τσερνόμπιλ, ένα χρονικό του μέλλοντος» (σε μετάφραση του Ορέστη Γεωργιάδη και με πρόλογο δικό μου) βγήκε τον Φεβρουάριο του 2001 πληρωμένο από την ομάδα (σωστότερα: από την παρέα) του ΣΥΠΕΛ, καθώς όλοι οι τότε Ελληνες εκδότες (παρά τη λυσσαλέα προσπάθειά μου) αρνήθηκαν να αναλάβουν την έκδοσή του. Στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης (Πατάκης 2015) γράφω αναλυτικά τις ελληνικές εκδοτικές περιπέτειες του βιβλίου.

Η απογοήτευση του 2001

Κοντά σε αυτές, ας προσθέσω και την απογοητευτική υποδοχή της πρώτης επίσκεψης της ίδιας της Αλεξίεβιτς στην Ελλάδα (τη φέραμε με δικά μας έξοδα σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα τον Απρίλιο του 2001, ακριβώς με τη συμπλήρωση των δεκαπέντε χρόνων από το έγκλημα του Τσερνόμπιλ). Οι Ελληνες δημοσιογράφοι αρνήθηκαν να της πάρουν οποιαδήποτε συνέντευξη (κι έτσι αναγκάστηκα να επιστρατεύσω φίλους μη δημοσιογράφους προκειμένου να μη νιώσει η Αλεξίεβιτς πως ήρθε άσκοπα στην Ελλάδα), στις δύο συνεντεύξεις Τύπου κουβαλούσαμε συγγενείς για να μη δείχνουν άδειες, οι εφημερίδες αγνόησαν παντελώς την ύπαρξή της. Και επιπλέον, το σημείο του προλόγου όπου ένα «δημοσιογραφικό» (κατά την άποψη των πολλών) βιβλίο χαρακτηριζόταν «όμορο και ανάλογο του «Ημερολογίου» της Αννας Φρανκ και του «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι», αντιμετωπίστηκε (με χλεύη ή και με αγανάκτηση) ως μια αμετροεπής υπερβολή.

Οταν η Αλεξίεβιτς πήρε το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2015 (για μένα το σημαντικότερο Νομπέλ Λογοτεχνίας από τη βράβευση του Μάρκες, το 1982) ακούστηκαν (σε παγκόσμιο επίπεδο αυτή τη φορά) οι ίδιες περίπου ενστάσεις δυσπιστίας (από ανθρώπους που, κατά το πλείστον, δεν είχαν διαβάσει τα βιβλία της): Πώς είναι δυνατόν, είπαν, να λογαριάζεται ως συγγραφέας λογοτεχνίας κάποιος που συλλέγει και καταγράφει μαρτυρίες τρίτων χωρίς να δημιουργεί ούτε μια δική του λέξη; Δεν καταλάβαιναν (ή δεν αξιολογούσαν) ότι η Αλεξίεβιτς ουσιαστικά δημιούργησε ένα νέο γραμματολογικό είδος (και επειδή το έχω συζητήσει μαζί της, από το δεύτερο βιβλίο της και μετά το έκανε απολύτως συνειδητά): τη λογοτεχνία της πολυφωνικής μαρτυρίας. Σε αυτήν ο συγγραφέας μοιάζει με ένα συλλέκτη πολύχρωμων χαλικιών ή και ήχων από το φυσικό περιβάλλον. Στη συνέχεια τοποθετεί το συλλεγμένο υλικό του και σχηματίζει ένα ψηφιδωτό ή μια μουσική συμφωνία. Στην περίπτωση του «Τσερνόμπιλ» της Αλεξίεβιτς (και στο μέτρο της αξιολόγησης που μπορώ να κάνω με τα όποια διαβάσματά μου) σχηματίστηκε το πιο σημαντικό βιβλίο των τελευταίων 50 χρόνων και ένα από τα τρία σημαντικότερα βιβλία του μεταπολεμικού κόσμου – μαζί με το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» και τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς». Γνωρίζω πως αυτό μπορεί να ακουστεί ως μία ακόμη υπερβολή – μα ας αναλάβω την ευθύνη της.

Μόνο τα δάκρυα

Ωστόσο, η μυστική διάπυρη καρδιά του συγκεκριμένου βιβλίου ξεπερνάει κατά πολύ τις βραβεύσεις ή την κύρωση ενός νέου γραμματολογικού είδους – ή ακόμη και την ίδια τη συζήτηση περί λογοτεχνίας. Το βιβλίο της Αλεξίεβιτς πετυχαίνει στο κέντρο του αυτό που, έτσι κι αλλιώς, γυρεύουν όλα τα βιβλία της: μια κοινότητα απελπισίας προσπαθεί να βρει το νόημα τού να συνεχίσει να υπάρχει. Στο συγκεκριμένο βιβλίο το κακό είναι απρόσωπο, αόρατο και ακαταλόγιστο – άρα η έκκληση για δικαίωση ή και δικαιοσύνη, ή ακόμη και για εκδίκηση, μοιάζει να πέφτει στο κενό. Στον κόσμο μετά το Τσερνόμπιλ ο Θεός ράβει το στόμα του, η Ιστορία βυθίζεται σε νάρκη, η πληγωμένη φύση γίνεται εξακολουθητική απειλή.

Το μόνο που απομένει στους μάρτυρες του βιβλίου είναι τα δάκρυα των ανθρώπων. Τα δάκρυα που ενώνουν τη μουγγή απελπισία τους και την κάνουν αγάπη.

Αυτό είναι περισσότερο από κάθε άλλο το βιβλίο της Αλεξίεβιτς: ένα ευαγγέλιο – δηλαδή ένα βιβλίο που αναγγέλλει ένα καλό νέο. Εν προκειμένω, έχουμε το ευαγγέλιο της ανέλπιδης αγάπης. Μιας αγάπης ανθρώπινης δίχως έναν Σωτήρα-Θεό που θα τη διανέμει, δίχως θρησκείες, δίχως εκκλησίες, δίχως καθαγιασμένα σύμβολα της μεταφυσικής, δίχως κανένα σχήμα σωτηρίας – δηλαδή μεταφυσικής ανταμοιβής. Μέσα στον όλεθρο μιας πραγματωμένης Αποκάλυψης το ολόπικρο βιβλίο της Αλεξίεβιτς αναγγέλλει και αποκαλύπτει με τρόπο ανεπανάληπτο τα δάκρυα των ανθρώπων. Και το ότι μπορούμε να ενωθούμε με αυτά, εδώ και τώρα, μέσα στον πόνο, μέσα στο σκοτάδι, μέσα στο δυσερμήνευτο χάος, δίχως να γυρέψουμε μιαν προσημειωμένη έξοδο, δίχως να παραδοθούμε σε μια φενακισμένη λύτρωση. Οχι πια στο όνομα του Θεού, αλλά στο ασυνήθιστο όνομα της αγάπης.

* Ο κ. Θανάσης Τριαρίδης είναι συγγραφέας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ