Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Η λατρεία του «μονισμού» στην πολιτική μας σκηνή

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η The Project Gallery παρουσιάζει την ομαδική έκθεση «Man on the moon» - Ο άνθρωπος στο Φεγγάρι 50 χρόνια μετά, σε επιμέλεια του Αλέξανδρου Μαγκανιώτη και κείμενo του Γιάννη Μπόλη. Στη φωτογραφία, έργο της Βούλας Φερεντίνου. Διάρκεια έκθεσης: έως 21 Σεπτεμβρίου. Πλατεία Θεάτρου 14, Αθήνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Τα «κανονικά» ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη είναι 154: τα 153 που τύπωσε ο ίδιος συν το «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας» που δημοσιεύθηκε το 1935, στην πρώτη μεταθανάτια συγκεντρωτική έκδοση των «Ποιημάτων». Ο Αλεξανδρινός ανήκει στους ποιητές που δεν εμπιστεύονται απολύτως την πρώτη έμπνευση. Το χειρόγραφό του το βασάνιζε πεισματικά, ώσπου να κατορθώσει την ποθητή μορφή (άραγε, στην εποχή του υπολογιστή διασώζονται οι «πρώτες μορφές» και οι παραλλαγές ή πετιούνται στα απορρίμματα;). Από την αρχική μυθολογική τριάδα των Μουσών, που την απάρτιζαν η Μελέτη, η Μνήμη και η Αοιδή, ο Καβάφης μάλλον τη Μελέτη θα επέλεγε. Αλλωστε, είχε χαρακτηριστεί και ποιητής της ανάγνωσης, ποιητής δηλαδή που μετέφραζε σε γράψιμο το διάβασμα, της Παλατινής Ανθολογίας, του Πλουτάρχου κ.τ.λ. 

Κατά τους υπολογισμούς του Γ. Π. Σαββίδη, έως το 1910 ο Καβάφης είχε γράψει περί τα 250 ποιήματα, από τα οποία διασώθηκαν μόλις 110. Δεν έσκιζε πάντως όλα όσα δεν τον ικανοποιούσαν. Αρκετά άντεχαν στην «εσκεμμένη διαλογή» του (του Σαββίδη η έκφραση), και το χειρόγραφό τους συνέχισε να ζει αφανώς, ενόψει του μελλοντικού αναγνώστη – περίπου όπως οι «αναμονές» που άφηναν κάποτε στις οικοδομές. Ετσι, με τη δουλειά των φιλολόγων και την έκδοση των «Αποκηρυγμένων», των «Ανεκδότων» και των «Ατελών», ο καβαφικός «κανόνας» σχεδόν διπλασιάστηκε. Ανάμεσα στα ποιήματα που γνωρίσαμε πολύ μετά τον θάνατο του Καβάφη –αρκετά από τα οποία δικαιολογούν με τη φλυαρία τους τον «λογοκριτή» δημιουργό τους– είναι κι ένα που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1900, με τίτλο «Οταν ο φύλαξ είδε το φως». Προϊόν ανάγνωσης είναι και αυτό, μελέτης. Ευδιάκριτη μήτρα του είναι ο πρόλογος στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, με τον οποίο ανοίγει η τριλογία «Ορέστεια». Αν ο τραγικός ποιητής αναπλάθει τον μύθο των Ατρειδών, όπως αποκρυσταλλώθηκε στα ομηρικά έπη, για να υπακούσει στο δικό του ποιητικό σχέδιο, ο Καβάφης –πολύ μετριοπαθέστερα βεβαίως– ανασκευάζει τον αισχυλικό πρόλογο για να τον ταιριάξει στη σκέψη του, συμπυκνωμένη στις λέξεις «Οθεν μη υπερβολή».

Στον «Αγαμέμνονα» ο φύλακας ξημεροβραδιάζεται πάνω στα τείχη των Ατρειδών, προσμένοντας να δει το σήμα που θα έρθει από την Τροία με το σύστημα των φρυκτωριών, πετώντας από βουνό σε βουνό. Και βλέπει επιτέλους το χαρμόσυνο μήνυμα, το φως της φωτιάς, που αναγγέλλει ότι οι Αργείοι πάτησαν το Ιλιο και πια βρίσκονται στον δρόμο του γυρισμού. Χαίρεται βέβαια, και σπεύδει να μοιράσει τη χαρά του στους άρχοντες αλλά και στους αρχόμενους, που είχαν στον πόλεμο συζύγους και γιους, και τόσα χρόνια υποδέχονταν στο σπίτι τους τις νεκρικές υδρίες με τις στάχτες των πεσόντων. Ο Καβάφης όμως δεν ενθουσιάζεται. Γνωρίζει ότι τα κρίματα που βαραίνουν το γένος των Ατρειδών, μετά τα θυέστεια δείπνα, κι όσα πάθη προκάλεσε αργότερα η θυσία της Ιφιγένειας, έχουν προσχεδιάσει δεινή μοίρα για την πόλη του Αργους. Εξ ου και η προτροπή του, «Οθεν μη υπερβολή», και οι στίχοι που την ακολουθούν, οι οποίοι έχουν αρκετή από την πάγια ειρωνεία του: «Καλό το φως· κι αυτοί που έρχονται καλοί· / τα λόγια και τα έργα των κι’ αυτά καλά. /

Και όλα ίσια να ευχόμεθα. / Αλλά το Αργος ειμπορεί χωρίς Ατρείδας / να κάμη. Τα σπίτια δεν είναι παντοτεινά». Ούτε τα σπίτια, όσο γερά κι αν χτιστούν, ούτε οι ηγεμονικοί οίκοι, κι ας μοιάζουν παντοδύναμοι.

Οπότε; Οπότε: «Ημείς ν’ ακούμε. Ομως δεν θα μας γελά / το Απαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος. / Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος / αμέσως πάντα βρίσκεται κανένας άλλος». Εδώ η ποιητική ειρωνεία αποκτά και την οπτική της διάσταση: το κεφαλαίο γράμμα με το οποίο αρχίζουν οι τρεις βαρύγδουπες λέξεις εκπίπτει ταχύτατα σε ασήμαντο πεζό, με την ίδια ταχύτητα που η Ιστορία υποβαθμίζει τους μοναδικούς και τους μεγάλους στους συνήθεις και στους αναλώσιμους.

Ισως επειδή ο «Φύλαξ» του Καβάφη δεν ανήκει στα γνωστότερα ποιήματά του, και σίγουρα δεν συγκαταλέγεται στα λιγοστά εκείνα που τσιτάρονται και ξανατσιτάρονται επί δεκαετίες, δεν έχει λειτουργήσει παιδαγωγικά ή φρονηματιστικά. Μάρτυρας ο ιδιότυπος «μονισμός» που κυριαρχεί στην ελληνική πολιτική τάξη. Οχι, δεν πρόκειται για κάποια «στοχαστική προσαρμογή» του φιλοσοφικού μονισμού, είτε στην ιδεαλιστική εκδοχή του, υποστηριγμένη και από τον Χέγκελ, που θεωρούσε μοναδική οντολογική αρχή το πνεύμα, από το οποίο και απορρέουν όλα τα φαινόμενα, υλικά και πνευματικά, είτε στην υλιστική, που, από τον Θαλή και τον Ηράκλειτο έως τον Μαρξ, υποδεικνύει την ύλη και την οργάνωσή της ως μήτρα όλων των ψυχοφυσικών εκδηλώσεων. Πρόκειται απλώς για το πάθος, το μέγα πάθος, τον σφοδρότατο έρωτα για τo επίρρημα «μόνο» (αλλά και για το επίθετο «μόνος/μόνη/μόνο»), το οποίο αποτελεί τον θεμέλιο λίθο όλων των προεκλογικών εξαγγελιών, ήδη από τον Μάιο. Δεν χρειάζεται να κουραστεί ιδιαίτερα κανείς. Αν πληκτρολογήσει στο γκουγκλ τον τίτλο οποιουδήποτε κόμματος και δίπλα τη λέξη «μόνο», το ψαχτήρι θα του προσφέρει αμέσως μια καλή σοδειά.

Αντλώ λοιπόν δείγματα γραφής από τον χώρο της διαδικτυακής αθανασίας, μένοντας αποκλειστικά στις εξαγγελίες των αρχηγών. Κόμμα πρώτο, ο ΣΥΡΙΖΑ: «Καλούμε τον ελληνικό λαό να μας εμπιστευθεί γιατί ξέρει ότι μόνο εμείς μπορούμε να αλλάξουμε την Ελλάδα. Εμείς που τη διατηρήσαμε ζωντανή, εμείς τώρα θα την αλλάξουμε». Και: «Μόνο κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να επαναδιαπραγματευθεί τα πλεονάσματα». Κόμμα δεύτερο, η Ν.Δ.: «Μόνο η Ν.Δ. μπορεί να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις». «Μόνο η Ν.Δ. μπορεί σήμερα να οδηγήσει τον τόπο με ασφάλεια στην ανάπτυξη». «Η Ν.Δ. είναι η μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να ενώσει τους πολίτες». Και: «Μόνο η Ν.Δ. μπορεί να εγγυηθεί μια μεγάλη προοδευτική αλλαγή».

Το ΚΙΝΑΛ: «Η χώρα χρειάζεται προοδευτική διακυβέρνηση και μόνο το ΚΙΝΑΛ μπορεί να τη διασφαλίσει». Και: «Μόνο το ΚΙΝΑΛ ξέρει και μπορεί να κάνει την αναγέννηση του ΕΣΥ». Το ΚΚΕ: «Μόνο το ΚΚΕ μπορεί να είναι πραγματική αντιπολίτευση στις αντιλαϊκές κυβερνήσεις». «Το ΚΚΕ είναι το μόνο κόμμα που μπορεί να παλέψει για τα δίκια των εργαζομένων παντού». «Μόνο η ενίσχυση του ΚΚΕ μπορεί να δώσει αποφασιστικό χτύπημα στον φασισμό». «Το ΚΚΕ είναι το μόνο κόμμα που στάθηκε μαχητικά στο πλευρό της αγροτιάς». Και: «Μόνο με ισχυρό το ΚΚΕ μπορεί να αντιμετωπιστεί η ακροδεξιά και ο φασισμός, γιατί είναι ο μόνος πραγματικός αντίπαλος του συστήματος που τον γεννά και τον θρέφει». Αλλά και το ΜέΡΑ25: «Αύριο ξεκινά η αρχή του τέλους της ελληνικής κρίσης που μόνο το πρόγραμμα του ΜέΡΑ25 μπορεί να φέρει». Και η Ενωση Κεντρώων: «Το μόνο φρένο στον Μητσοτάκη είναι η Ενωση Κεντρώων». Και οι ΑΝΕΛ: «Μόνο οι ΑΝΕΛ έχουν λύσεις για τα κρίσιμα ζητήματα σε Ελλάδα και Ευρώπη».

Λογικός είναι ο κομματικός εγωισμός, ακόμα κι όταν πατάει το κατώφλι του ναρκισσισμού. Αλλά και πάλι, τόσος μονισμός, τόση αυτολατρεία, προκαλούν αισθήματα μοναξιάς σε όσους δεν νιώθουν μοναδικοί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ