ΕΛΛΑΔΑ

Στο χωριό

ΓΙΟΥΛΗ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Σκηνή από το ντοκιμαντέρ «Ο μανάβης» (2013), του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: MISE EN PLACE

«Εδώ τα φρέσκα! Πορτοκάλια βαλέντσια, ζουμερά και νόστιμα! Δεν έχετε φάει καλύτερα!». Η φωνή του πωλητή έφτανε μέχρι τα πιο απομακρυσμένα σπίτια, άνοιγε τα παράθυρα και τις πόρτες, είχες την αίσθηση ότι ο άνθρωπος αυτός βρισκόταν μέσα στο σπίτι με την ντουντούκα και μιλούσε από το διπλανό δωμάτιο. Λίγες μέρες στο χωριό και νομίζεις ότι έχεις μπει σε χρονοκάψουλα.

Η ενημέρωση του καταναλωτικού κοινού είχε μείνει σε προηγούμενες εποχές. Ετσι όμως μαθαίνει και το τελευταίο σπίτι ότι έχει έρθει ο ψαράς, ο μανάβης, ο φούρναρης. Στα χωριά των πενήντα και των εκατό κατοίκων δεν υπάρχουν μαγαζιά. Τα απολύτως απαραίτητα έρχονται συγκεκριμένες μέρες της εβδομάδας και γι’ αυτό κανείς πρέπει να κάνει τα κουμάντα του, ειδικά αν δεν διαθέτει αυτοκίνητο ώστε να έχει την ανεξαρτησία του.

Το βραδάκι το καφενείο σχεδόν γεμίζει. Παίζουν πρέφα και πίνουν σούμα, κάτι σαν τσίπουρο. Παλιά, την παθιασμένη πολιτικά δεκαετία του ’80, υπήρχε το «πράσινο» καφενείο και απέναντι ακριβώς το «γαλάζιο». Δεν έριχναν βλέμμα οι μεν στους δε. Στήνονταν ομηρικοί καβγάδες. Οι φωνές και οι κατάρες βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, όχι μόνο σε προεκλογική περίοδο.

Σόγια χωρισμένα στα δύο, πρώτα ξαδέλφια να μην ανταλλάσσουν κουβέντα, παλιοί φίλοι στα μαχαίρια, ατμόσφαιρα σχεδόν πολεμική. Τώρα μου φάνηκε ότι κανείς δεν ασχολείται, λες και δεν έχουμε εθνικές εκλογές σε λίγες μέρες. Η έννοια τους όλη είναι στα δέντρα, στη συγκομιδή, στα περιβόλια του καλοκαιριού, στις ελιές που είναι φορτωμένες καρπό κι αν όλα πάνε καλά η χρονιά θα βγάλει πολύ λάδι. Δεν υπάρχει χώρος για τον Αλέξη και τον Κυριάκο.

Ενα πρωί η γειτόνισσα έφτιαξε ξεροτήγανα, τα κατιμέρια της γιαγιάς, έτσι τα θυμάμαι, συνταγή απ’ τη Σμύρνη, τα φτιάχνουν στα περισσότερα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου. Αλεύρι, νερό, ελαιόλαδο, αλάτι και λίγο ξίδι, σήμερα κάποιοι βάζουν γιαούρτι, άλλοι βούτυρο, εγώ θυμάμαι την παλιά τη γεύση, το λάδι που ρούφαγαν στο τηγάνισμα. Δεν τα έτρωγα με τριμμένη ξερή μυζήθρα όπως οι περισσότεροι, αλλά με μέλι. Λες και διάβασε τη σκέψη μου, μισή ώρα αργότερα μου έφερε ένα πιάτο, «να τα φχαριστηθείς», είπε κι έτρεξε στην πλατεία να προλάβει τον φούρναρη. Ηταν τόσο δυνατή η φωνή του που σχεδόν δεν άκουσε το ευχαριστώ μου...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ