ΒΙΒΛΙΟ

Γιώργος Κορδομενίδης στην «Κ»: «Εδώ που έφτασε λίγο δεν είναι»

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Το περιοδικό στηρίζεται σε όλους όσοι συμπράττουν με τα κείμενά τους και φυσικά δεν αμείβονται. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτό δεν είναι σωστό. Τα κείμενα πρέπει να πληρώνονται», λέει ο Γιώργος Κορδομενίδης. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Γιώργος Κορδομενίδης είναι ένα πρόσωπο πολύ οικείο και αγαπητό στους λογοτεχνικούς κύκλους. Είναι η ψυχή ενός από τα πιο ιστορικά λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας, το περίφημο «Εντευκτήριο». Ξεκίνησε τη διαδρομή του από τη Θεσσαλονίκη, όπου και παραμένει η έδρα του, πριν από 31 ολόκληρα χρόνια. Το περιοδικό όχι μόνον άντεξε κρίσεις (του βιβλίου, της χώρας) αλλά διατηρεί την αίγλη του, τόσο ως προς τον αισθητικό σχεδιασμό του αλλά και ως προς το περιεχόμενο: πρωτότυπα διηγήματα, ποιήματα, κριτικά σημειώματα, αναλύσεις, αφιερώματα – και βέβαια η καθιερωμένη, καλαίσθητη ενότητα με το έργο ενός σημαντικού φωτογράφου, Ελληνα ή ξένου, σε κάθε τεύχος αποτελούν το ερεθιστικό περιεχόμενο του περιοδικού.

Εκτός, όμως, από το περιοδικό, φέτος επαναλειτουργεί ο χώρος Underground Εντευκτήριον μετά πέντε χρόνια απουσίας και βέβαια το Φεστιβάλ Λογοτεχνική Σκηνή, που φέτος θα γίνει για 8η χρονιά, στη Θεσσαλονίκη με σύμπραξη του δήμου. Ετοιμάζεται, παράλληλα, το τεύχος 117 με αφιέρωμα στα κατοικίδια. Συναντήσαμε τον Γ. Κορδομενίδη στον φιλόξενο χώρο του βιβλιοπωλείου «Πλειάδες», στο Παγκράτι, σε ένα από τα συχνά περάσματα του δημιουργού του «Εντευκτηρίου» από την πρωτεύουσα.

– «Εντευκτήριον». Γιατί ονομάστηκε έτσι το περιοδικό;
– Η λέξη μου δόθηκε. Ο μέντοράς μου Ντίνος Χριστιανόπουλος είχε εκδώσει ένα βιβλίο με αυτό τον τίτλο στο οποίο είχε συγκεντρώσει μεταφράσεις του από ποιήματα διαφόρων ποιητών. Μου άρεσε η οπτική για έναν χώρο όπου συγκεντρώνονται διαφορετικές ετερόκλητες φωνές και αποφάσισα να τον χρησιμοποιήσω.

– Επειτα από 31 χρόνια κυκλοφορίας του περιοδικού αισθάνεστε ότι η αρχική επιθυμία υλοποιήθηκε;
– Η αρχική ιδέα μου δόθηκε από το περιοδικό «Πλανόδιον». Εκείνη την περίοδο δεν είχα καμία πνευματική δραστηριότητα, ως γνωστόν βιοπορίστηκα ως υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας. Μετά την απόλυσή μου από τον στρατό, ασχολήθηκα λίγο με τη δημοσιογραφία, εργάστηκα σε εφημερίδα και σχεδόν αμέσως έκανα εκπομπές στο ραδιόφωνο. Υστερα συνεργάστηκα με το «Δέντρο», με το «Τέταρτο». Το πρώτο σχέδιο ήταν να βγει ένα ολιγοσέλιδο περιοδικό, πατώντας πάνω στα χνάρια του «Πλανόδιου». Συνδεόμουν και συνδέομαι με τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο ο οποίος είναι συλλέκτης των περιοδικών και μελετητής. Εκείνη την περίοδο με φιλοξενούσε. Στο σπίτι του αποδελτίωσα μερικά τεύχη του περιοδικού «Εποχές». Τα άφησα για ένα διάστημα να χωνευθούν στο μυαλό μου. Τελικά το περιοδικό έγινε πολυσέλιδο, απέκτησε ράχη αλλά πάντα μνημονεύω το περιοδικό «Πλανόδιον».

– Το περιοδικό έρχεται από μια παράδοση της Θεσσαλονίκης.
– Δεν έχω φιλολογικές σπουδές, πέρα από τη θητεία μου κοντά στον Χριστιανόπουλο. Δεν υπήρξα ούτε είμαι συλλέκτης παλιών περιοδικών. Η «Διαγώνιος» και ο Χριστιανόπουλος ήταν ένα είδος σχολείου για μένα. Σίγουρα το περιοδικό φιλοξενεί αρκετά κείμενα Θεσσαλονικέων συγγραφέων και ελλείψει ενός άλλου περιοδικού πια στη Θεσσαλονίκη, θα ήταν άδικο να μην έχουν βήμα αυτοί οι συγγραφείς. Αλλά δεν ήταν αυτός ο στόχος. Ευθύς εξαρχής απευθύνθηκα σε συγγραφείς της Αθήνας αλλά και σε Ελληνες που ζούσαν στο εξωτερικό.

– Πώς βλέπετε το μέλλον του περιοδικού;
– Το περιοδικό αναγνωρίστηκε πάρα πολύ γρήγορα. Υπήρχαν εποχές που τα οικονομικά ήταν καλύτερα, τώρα η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά προς το χειρότερο, αλλά παρ’ όλα αυτά υπάρχει ένας πυρήνας φανατικού αναγνωστικού κοινού, το οποίο μαζί με κάποιους εκδότες και επιχειρηματίες στηρίζουν. Τα πράγματα είναι αντιμετωπίσιμα, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι πλέον έχω επωμιστεί όλη τη δουλειά του περιοδικού. Κάνω μόνος μου τα πάντα. Θέλω εδώ να αναφέρω ότι το περιοδικό στηρίζεται σε όλους όσοι συμπράττουν με τα κείμενά τους και φυσικά δεν αμείβονται. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτό δεν είναι σωστό. Τα κείμενα πρέπει να πληρώνονται.

– Ποιες είναι οι άλλες αγάπες σας εκτός του περιοδικού;
– Μεγάλη μου αγάπη και πληγή αγιάτρευτη παραμένει το ραδιόφωνο. Αγάπησα τη δουλειά μου στην τράπεζα, υπήρξα και διευθυντής του ΜΙΕΤ. Μία από τις μεγάλες μου αγάπες είναι ο σκύλος μου, ο κ. Ιμο. Ωρες ώρες σχεδόν με τρομάζει ο δεσμός που έχουμε και η εξάρτηση που έχω εγώ από τον κ. Ιμο. Κάνω μια πολύ μοναχική ζωή, εν μέρει δεν γίνεται αλλιώς με το περιοδικό. Αλλά δεν ήμουν και ποτέ εξωστρεφής άνθρωπος. Αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για όσα μου έφερε η ζωή. Αισθάνομαι ικανοποίηση για το ότι κατάφερα να βγάλω 116 τεύχη ενός περιοδικού με σχήμα βιβλίου. Στο τεύχος 100 δημοσιεύεται ένα χειρόγραφο κείμενο του Ντ. Χριστιανόπουλου που όπως έχεις καταλάβει είναι ένα εμβληματικό πρόσωπο στη ζωή μου που χρησιμοποιεί έναν στίχο του Καβάφη: «Εδώ που έφτασες λίγο δεν είναι».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ