ΕΛΛΑΔΑ

Εκτός συνόρων

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Α. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ*

«Oταν θα γυρίσω, θα γυρίσω με τα ρούχα και το όνομα ενός άλλου», λέει στο φινάλε της ταινίας του «Το βλέμμα του Οδυσσέα» (φωτ.) ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, και βάζει φωτιά στη συστημική σκέψη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην ιστορία του πολιτισμού το «εκτός» πάντα βρίσκεται σε διάλογο με το «εντός». Τα δύο, βέβαια, ορίζονται από ένα σύνορο – ένα σημείο μηδέν, που ακουμπά τόσο στο «εντός» όσο και στο «εκτός» χωρίς όμως να αποτελεί μέρος τους. Κρατάει για τον εαυτό του μια ουδετερότητα. Συνιστά ουσιαστικά ένα χώρο ή τρόπο μετάβασης, αναγκαίο για την αλλαγή που το πέρασμά του θα επιφέρει. «Σε αυτή την μπλε γραμμή τελειώνει η Ελλάδα», λέει ο Ηλίας Λογοθέτης στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. «Αν κάνω ένα βήμα είμαι αλλού».

Η άρνηση διάβασης του συνόρου κρατάει την ύπαρξη εντός του οικείου, δημιουργεί συνθήκες ασφάλειας, αλλά ταυτόχρονα μικραίνει τον κόσμο μας. Επενδύει στη βεβαιότητα. Τη βεβαιότητα που ευαγγελίζεται ο επιστρατευμένος φόβος και την οποία εγγυάται η απόρριψη της έκθεσής μας σε αυτό που δεν ξέρουμε. Παντού και πάντα ο φόβος της αλλαγής. Ο φόβος απώλειας του ήδη διαμορφωμένου και κλειστού εαυτού. «Οταν θα γυρίσω, θα γυρίσω με τα ρούχα και το όνομα ενός άλλου», λέει στο φινάλε της ταινίας του «Το βλέμμα του Οδυσσέα» ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, και βάζει φωτιά στη συστημική σκέψη. 

Από την άλλη μεριά, η αποδοχή διάβασης του συνόρου εμπεριέχει πάντα τον κίνδυνο ρήξης με το οικείο, εισάγει το αίσθημα της ανασφάλειας, αλλά μαζί γεννάει τη γοητεία του ταξιδιού και το ρίσκο που αυτό πάντα εμπεριέχει. Ρίσκο συνάντησης, πλάτυνσης και επέκτασης. Βέβαια, είναι φορές που η κίνηση δεν γίνεται από τα μέσα προς τα έξω, αλλά και από τα έξω προς τα μέσα. Οσο δύσκολο είναι να βγει κανείς από τον οικείο τόπο –εαυτός, χώρα, τρόπος, γλώσσα–, τόσο δύσκολο είναι να εισέλθει στον οικείο τόπο, όντας ευρισκόμενος «εις χώραν μακράν» (Λουκά, 15, 13). «Περάσαμε τα σύνορα και είμαστε ακόμα εδώ», λέει ο Μαστρογιάνι στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού». «Μα πόσα σύνορα πρέπει να περάσουμε, για να πάμε σπίτι μας;».

Πράγμα που σημαίνει πως η μεγάλη δυσκολία βρίσκεται στην απόφαση της αλλαγής, στη διάθεση να εγκαταλειφθεί η ασφάλεια της ακινησίας, η βεβαιότητα της συνήθειας και ο άνθρωπος, καθώς λέγει ο Ν. Γ. Πεντζίκης στη «Μητέρα Θεσσαλονίκη», διά της κινήσεως, να αφήσει την ψυχή του «να γίνει παιχνίδι του ανέμου, προκειμένου να δει τη δόξα του πραγματικού». Ζόρικα πράγματα, που απαιτούν γυμνότητα, ευθύνη, επιμονή και υπομονή, τρέλα και, κυρίως, διάθεση σύγκρουσης με την αυτοερωτικότητα ενός εαυτού τακτοποιημένου και κλειστού. Απαιτεί βίαιη κίνηση ενάντια σε ότι πιστεύει ότι όλα είναι εδώ.

Το φθινόπωρο του 1990, ο μητροπολίτης Φλώρινας Αυγουστίνος επέκρινε δριμύτατα τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, με αφορμή την «αντεθνική και βλάσφημη» ταινία του «Το μετέωρο βήμα του πελαργού». Μια ταινία που ουσιαστικά πραγματεύεται την οντολογία του συνόρου και την αναγκαιότητα διαλόγου με την ετερότητα. Ο κινηματογράφος του Αγγελόπουλου υπήρξε προφητικός, όπως άλλωστε προφητικά για το θέμα του συνόρου υπήρξαν και τα σπουδαία έργα του Νίκου Καζαντζάκη –και αυτός ταλαιπωρημένος από τα χριστιανικά συστήματα–, με παραστάτη το βιβλίο του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Ενδιάμεσα, τη μάχη του «συνόρου» έδωσαν στον χώρο του χριστιανισμού συγγραφείς μιας άλλης αγωνίας, όπως για παράδειγμα ο Paul Tillich, χαρακτηρισμένος ως και θεολόγος του συνόρου, αλλά και ομάδες διανοουμένων στον τόπο μας, κυρίως θεολόγων, που προσπάθησαν να βγάλουν το κάρο από τη λάσπη. Ενδεικτικό παράδειγμα μιας τέτοιας προσπάθειας, μιας τέτοιας διάθεσης ουσιαστικού διαλόγου, το περιοδικό «Σύνορο», με τα εξαιρετικά αφιερώματά του, που εκδίδονταν στην Αθήνα, από το 1964 έως το 1967.

Πολύ εύκολα κάποιος θα έβλεπε σε τούτη την προσέγγιση συγγένειες με έναν άσαρκο διεθνισμό ή με μια χωρίς προϋποθέσεις και όρους παγκοσμιοποίηση. Οφείλω έτσι να ομολογήσω πως η ύπαρξη της ιστορικής πολιτισμικής σάρκας είναι η μόνη ασφαλιστική δικλίδα για μια ουσιαστική επέκταση των συνόρων. Και είναι αλήθεια πως η πρόκληση των συνόρων έχει να κάνει με τη διαδικασία της λειτουργικής τους επέκτασης. Επέκταση που πολλές φορές πραγματοποιείται με το ολοκληρωτικό σπάσιμό τους και την εξαρχής ανοικοδόμησή τους. «Τι έκαμε λέει;» γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στον «Τελευταίο πειρασμό», αναφερόμενος στη σχέση Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, «Ο νόμος του Μωυσή; Πάει αυτός, γερο-Ζεβεδαίο, πάει περίπατο· τώρα έχουμε τον νόμο του Γιου του ανθρώπου, κατάλαβες; Ολοι αδέλφια! Πλάτυνε η καρδιά μας, πλάτυνε μαζί μας και ο νόμος, αγκαλιάζει τώρα όλους τους ανθρώπους· όλη η γης, Γη της Επαγγελίας! Πάνε τα σύνορα! […] Ο κόσμος ετούτος πρέπει έρριζα να ξεπατωθεί, να φυτευτεί καινούργιος, ο Νόμος ο παλιός να γκρεμιστεί, κι εγώ θα τον γκρεμίσω· καινούριος Νόμος να χαραχτεί απάνω στις πλάκες της καρδιάς, κι εγώ θα τον χαράξω. Θα φαρδύνω το Νόμο να χωρέσουν οχτροί και φίλοι, Ιουδαίοι κι ειδωλολάτρες, κι οι δέκα εντολές ν’ ανθίσουν!». Πράγμα που σημαίνει πως ο άνθρωπος του συνόρου ζει μέσα σε μια κάψα, εντός της οποίας «όλα τα σύνορα κουνιούνταν και μετατοπίζουνταν – φρονιμάδα και τρέλα, σταυρός και φτέρουγα, Θεός και άνθρωπος».

Βέβαια, κάποιοι τρέμουν στη θέα του γκρεμίσματος. Αδίκως. «Τα γκρεμισμένα», σημειώνει ο Μάνος Χατζιδάκις στα «Σχόλια του Τρίτου», «δεν πρέπει να τα κλαίμε». Αποτελούν το υλικό της νέας κατασκευής, της νέας αρχιτεκτονικής της σκόρπιας ζωής. Η ζωή γνωρίζει πως στη φυσιολογία του σώματός της εμπεριέχονται η δομή και η αποδομή, έτσι όπως ζωγραφίστηκαν για παράδειγμα από τον Γιώργο Παραλή στην παραλία της Αφύτου. Κάθε αποδομή δεν μπορεί παρά να στοχεύει σε μια καινούργια δομή. Να ονειρεύεται μια καινούργια δομή, η οποία με τη σειρά της θα γκρεμιστεί, γκρεμίζοντας φράχτες τεχνητούς και προλήψεις, όταν θα ολοκληρώσει τον λόγο της ύπαρξής της και θα διατρέχει τον κίνδυνο της ειδωλοποίησης. Το σύνορο είναι δείκτης της ερωτικής δυνατότητας επέκτασης. Αλίμονο αν μας πλακώσει ο θάνατος.

* Ο κ. Χρυσόστομος Α. Σταμούλης είναι καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας, ΑΠΘ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ