ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κόκκινη έκλειψη ★★★
ΘΡΙΛΕΡ (2018)
Σκηνοθεσία: Μπένζαμιν Νάιστατ
Ερμηνείες: Ντάριο Γκραντινέτι, Αντρέα Φιγκέριο, Αλφρέδο Κάστρο


Ενα ασυνήθιστο αργεντίνικο θρίλερ, με καλή πορεία στα διεθνή φεστιβάλ, τραβά αυτή την εβδομάδα τα βλέμματα με την αναπάντεχα ευφυή πολιτική όσο και αφαιρετική ματιά του. Ο δημιουργός του Μπένζαμιν Νάιστατ χρησιμοποιεί την αστυνομική δραματουργία προκειμένου να μιλήσει για τη σκοτεινή περίοδο κατά την οποία η χώρα του περνά στην εξουσία της στρατιωτικής δικτατορίας.

Βρισκόμαστε στα μέσα στης δεκαετίας του 1970. Σε κάποια ανώνυμη επαρχιακή πόλη, ένας μυστηριώδης άνδρας μπαίνει στο τοπικό εστιατόριο και για ασήμαντη αφορμή προσβάλει τον Κλαούντιο, επιφανή δικηγόρο της περιοχής. Οι παριστάμενοι, ωστόσο, τον εκδιώκουν· αργότερα τη νύχτα ο άγνωστος θα επιστρέψει για να πάρει εκδίκηση και ο Κλαούντιο θα αντιδράσει σπασμωδικά. Ξαφνικά ο φαινομενικά άψογος δικηγόρος βρίσκεται μπλεγμένος σε μια σκοτεινή υπόθεση.

Αποσύνθεση

Από την αρχή ώς το τέλος της ταινίας ο Νάιστατ μπλέκει το προσωπικό με το συλλογικό-κοινωνικό, με ένα σενάριο το οποίο συχνά αποκρύπτει περισσότερα από όσα αποκαλύπτει. Σε κάθε περίπτωση, η ταινία, που σε πρώτο επίπεδο είναι ένα κλασικό θρίλερ –με κάπως αργή μάλιστα εξέλιξη– μπορεί να εκληφθεί και ως αλληγορία μιας κοινωνίας άρρωστης, στα όρια της αποσύνθεσης των συνεκτικών ιστών της. Το ταξικό πρόσημο είναι φανερό, όμως δεν είναι το μόνο. Η ψυχογραφική ανάλυση του δικηγόρου, ειδικά στην αναμέτρησή του με τον ντετέκτιβ-τηλεπερσόνα που αναλαμβάνει την υπόθεση, είναι πολύ ενδιαφέρουσα και κατά τόπους απολαυστική.

Από την άλλη πλευρά, ο ρυθμός που ανεβοκατεβαίνει συνεχώς φέρνει φυσικά τις δικές του ξεχωριστές εντάσεις, προκαλεί ωστόσο και κάποιες στιγμές αμηχανίας. Οι πρώτες, πάντως, είναι σίγουρα περισσότερες από τις τελευταίες, με κορυφαία τη σεκάνς του εστιατορίου που γίνεται και ο καταλύτης των εξελίξεων. Οπως είπαμε, βέβαια, σχεδόν τα πάντα εδώ προεκτείνονται (διακριτικά) στο κοινωνικό πεδίο. Από τους κατοίκους που «εξαφανίζονται» αφήνοντας σπίτια εγκαταλελειμμένα για νέους ιδιοκτήτες, μέχρι τους εισαγόμενους καουμπόηδες που περιοδεύουν και την όλο αυξανόμενη εξοικείωση με τη βία, ο δρόμος είναι προφανής και κατηφορικός. Και όπως συμβαίνει συνήθως, τα περισσότερα από τα δεινά ξεκινούν από τα ψηλά –ο χαρακτήρας του δικηγόρου αυτό ακριβώς αντιπροσωπεύει– για να εξαπλωθούν σαν ιός και να εξαχρειώσουν και τους υπόλοιπους, οδηγώντας σε μια (γνώριμη) κουρασμένη αδιαφορία και παραίτηση. Η μεγαλειώδης έκλειψη που βάφει τα πάντα σε κόκκινους τόνους μοιάζει με την επισφράγιση της τραγωδίας.

HOME CINEMA: Ο Σκορσέζε φιλοτεχνεί τον μύθο του Ντίλαν

Rolling Thunder Revue ★★★★
ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ (2019)
Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορσέζε
Ερμηνείες: Μπομπ Ντίλαν,
Αλεν Γκίνσμπεργκ, Πάτι Σμιθ


Στο ντοκιμαντέρ εμφανίζεται και ο 78χρονος σήμερα Ντίλαν, ο οποίος μιλάει για το «πυρετώδες» 1975. Ray Stubblebine/AP/REX/Shutterstock

Το 1975 και ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες ετοιμάζονται να γιορτάσουν τα 200 χρόνια από την Ανεξαρτησία, ένας εκκεντρικός κατσαρομάλλης τροβαδούρος βγαίνει στον δρόμο για συναυλίες έπειτα από μεγάλο διάστημα αποχής από τις ζωντανές εμφανίσεις. Ο Μπομπ Ντίλαν είναι βέβαια ήδη γνωστός και αγαπητός στο κοινό, όμως η συγκεκριμένη περιοδεία, η οποία κινηματογραφείται κιόλας με σκοπό τη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ, θα θεμελιώσει ακόμα περισσότερο τον μύθο του. Τώρα, πάνω από τέσσερις δεκαετίες μετά, θα εμπνεύσει τον μεγάλο Μάρτιν Σκορσέζε, ώστε να δημιουργήσει ένα από τα πιο ιδιαίτερα, υβριδικά μουσικά φιλμ που έχουμε δει τελευταία, για λογαριασμό του Netflix.

Φυσικά στο «κόλπο» είναι και ο ίδιος ο 78χρονος σήμερα Ντίλαν, ο οποίος μιλά στην κάμερα για (όσα θυμάται από) εκείνη την πυρετώδη χρονιά. Το βασικό κομμάτι είναι φυσικά οι συναυλίες: όχι σε μεγάλες αρένες αλλά σε σχετικά περιορισμένους χώρους κατά μήκος της Αμερικής, όπου ο τραγουδοποιός εμφανίζεται με το πρόσωπο βαμμένο λευκό και το χαρακτηριστικό καπέλο με τη... χλωρίδα. Μαζί του έχει εκλεκτούς καλλιτέχνες: την επίσης σπουδαία Τζόαν Μπαέζ, την Τζόνι Μίτσελ, την εκπληκτική βιολίστρια Σκάρλετ Ριβέρα. Και μαζί του στο πούλμαν της περιοδείας, το οποίο οδηγεί ο ίδιος σαν άλλος Νιλ Κάσαντι, συναντάμε ακόμα πιο αναπάντεχους συντρόφους: τον Αλεν Γκίνσμπεργκ, τον Πίτερ Ορλόφσκι και την έφηβη ακόμα Σάρον Στόουν.

Ολοι αυτοί στο δεξιοτεχνικό, σχεδόν αλχημικό μοντάζ του Σκορσέζε, μετατρέπονται σε μυθοπλαστικούς χαρακτήρες· είναι τα μέλη μιας περιφερόμενης μουσικής «commedia dell’ arte», όπως την χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Ντίλαν. Γύρω τους ξεδιπλώνεται όλη η τρέλα της εποχής, τα ναρκωτικά, η ανοιχτή πληγή του Βιετνάμ, το κλίμα μιας κοινωνικής και καλλιτεχνικής πραγματικότητας περίπου απελπισμένης. Οπως συνοψίζει σήμερα ο Ντίλαν αυτό το ιδιοφυές πάντρεμα μύθου και τεκμηρίωσης λέγοντας: «Η ζωή δεν έχει να κάνει με το να βρεις τον εαυτό σου ή τίποτε άλλο. Πρέπει να δημιουργήσεις τον εαυτό σου».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ