ΜΟΥΣΙΚΗ

Εργα μουσικής δωματίου από αφοσιωμένους μουσικούς

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Ο Ανδρέας Παπανικολάου, ο Aγγελος Λιακάκης και ο Τίτος Γουβέλης έπαιξαν Τρίο του Σούμαν και του Ραβέλ. PUBLICITY

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μπορεί να ακούσει κανείς καλή μουσική στην Αθήνα. Ομως συχνά οι συναυλίες δεν γίνονται στους αναμενόμενους χώρους και η πληροφόρηση δεν φτάνει ακόμη και σε όσους ενδιαφέρονται και την αναζητούν. Ετσι, κάποιες βραδιές περνούν απαρατήρητες. Είναι κρίμα για τους μουσικούς που έχουν κοπιάσει, είναι κρίμα και για τους Αθηναίους φιλόμουσους, καθώς με αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να οργανωθεί μουσική ζωή στην πόλη, ούτε να υπάρξει συνέχεια. Υπάρχουν μονάχα σκόρπια γεγονότα, τα οποία σπάνια καταγράφονται και συνεπώς δεν εγγράφονται στη συλλογική μνήμη, άρα δεν μπορούν να αφήσουν αποτύπωμα. Μόνον υπέροχες στιγμές, οι οποίες εξανεμίζονται με την εκπνοή τους.

Μία από αυτές πραγματοποιήθηκε στις 27 Μαΐου στην αίθουσα «Αρης Γαρουφαλής» του Ωδείου Αθηνών. Ο Ανδρέας Παπανικολάου (βιολί), ο Αγγελος Λιακάκης (τσέλο) και ο Τίτος Γουβέλης (πιάνο) απέδωσαν δύο από τα ωραιότερα «Τρίο για πιάνο», το πρώτο του Ρόμπερτ Σούμαν και αυτό του Μορίς Ραβέλ. Το εκτενές και δημοφιλέστερο Τρίο για πιάνο του Σούμαν γράφηκε όταν ο συνθέτης ήταν 37 ετών και χαρακτηρίζεται από το (στερεο)τυπικά ρομαντικό ύφος και την έντονη έκφραση συναισθημάτων. Περίπου εβδομήντα χρόνια αργότερα και σχεδόν στην ίδια ηλικία, στα 39 του, συνέθεσε ο Ραβέλ το ένα και μοναδικό αντίστοιχης διάρκειας έργο για τον ίδιο συνδυασμό οργάνων. Ο συνθέτης επέσπευσε την ολοκλήρωσή του προκειμένου να καταταγεί στον στρατό, καθώς μόλις είχε ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Σε διαφορετικό μήκος κύματος, με τελείως άλλες προτεραιότητες και ανησυχίες, συνέθεσε ένα εξίσου εντυπωσιακό έργο αναζητώντας την ισορροπία ανάμεσα στα ηχοχρώματα των τριών οργάνων και στον τρόπο να τα φέρει σε ισότιμο διάλογο.

Στη διάρκεια της βραδιάς, οι τρεις μουσικοί φάνηκε να διαθέτουν τις ποιότητες και για τα δύο, μεταξύ τους τόσο διαφορετικά, έργα. Στο πρώτο μισό της συναυλίας έδωσαν περιεχόμενο στις ενδείξεις του Σούμαν όπως «με ενέργεια και πάθος», «με βαθύ συναίσθημα» ή «με φλόγα». Καθένα από τα τρία όργανα ανέλαβε πλήρως τον ρόλο που του ανατίθεται με βάση τις συμβάσεις της εποχής, συμβάλλοντας σε ένα ιδιαίτερα εκφραστικό αποτέλεσμα. Ο Γουβέλης από το πιάνο, με μουσικότητα και πλαστικότητα η οποία καθόριζε το αποτέλεσμα, παρείχε τη βάση για τα έγχορδα. Ο Λιακάκης εξέφρασε τη μύχια όψη των συναισθημάτων, όχι μόνο στο αργό τρίτο μέρος, όπου αυτό εμφανώς προβλέπεται, αλλά και στα ζωηρά μέρη του έργου, ενώ ο Παπανικολάου έδωσε φωνή στις πιο υψηλές και μεγαλόπνοες σκέψεις του συνθέτη.

Στο έργο του Ραβέλ η συνομιλία των τριών τέθηκε σε διαφορετική βάση. Προτεραιότητα δεν έχει η έκφραση συναισθημάτων, αλλά ο διάλογος μεταξύ των ηχοχρωμάτων και η επιτυχημένη απόδοση κάθε είδους εκφραστικού στοιχείου με στόχο τη δημιουργία της εκάστοτε επιζητούμενης ηχητικής εντύπωσης. Προϋποθέσεις για την επιτυχία είναι η άριστη τεχνική, η δεξιοτεχνική δεινότητα και προ πάντων η μουσικότητα, ώστε το αποτέλεσμα να μην καταλήξει εγκεφαλικός καταρράκτης από νότες. Παπανικολάου, Λιακάκης και Γουβέλης έδωσαν μια υποδειγματική ερμηνεία, που δίκαια ανταμείφθηκε θερμά από το ακροατήριο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ