ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ*

Τα τέσσερα χαμένα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Καθώς οι εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου πλησιάζουν, επιχειρούμε μια αποτίμηση των οικονομικών επιδόσεων της Ελλάδας κατά την τετραετία του ΣΥΡΙΖΑ. Το καίριο ερώτημα είναι πώς θα εξελισσόταν η οικονομία τη περίοδο 2015-18 με άλλο μείγμα οικονομικής πολιτικής. Για να απαντήσουμε, χρησιμοποιούμε μια καινοτόμο στατιστική μέθοδο, που ονομάζεται συνθετική μέθοδος ελέγχου για αιτιώδη αναγωγή. Αυτή είναι εξαιρετικά χρήσιμη για συγκρίσεις μεταξύ οικονομικών πολιτικών που εφαρμόστηκαν και εναλλακτικών που θα μπορούσαν να είχαν εφαρμοστεί. Η μέθοδος που εφαρμόζουμε μας επιτρέπει  να κατασκευάσουμε ένα πειραματικό περιβάλλον όπου μπορούμε να ποσοτικοποιήσουμε το ακριβές αποτύπωμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής, εναλλακτικής σε αυτήν που εφαρμόστηκε. Το ερώτημα που θέτουμε είναι πολύ συγκεκριμένο. Ποσό θα ήταν το ελληνικό ΑΕΠ στις αρχές του 2019 εάν η Ελλάδα ακολουθούσε τον μεταρρυθμιστικό δρόμο που ακολούθησαν άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας που πέρασαν και βγήκαν από μνημόνια, και που η ίδια ακολούθησε την περίοδο 2012-14;

Επειδή καμία χώρα από μόνη της δεν μπορεί να προσεγγίσει απόλυτα τα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά της Ελλάδας, η μέθοδος αναζητεί έναν σταθμικό μέσο όρο από χώρες, το λεγόμενο synthetic control, τη «συνθετική» Ελλάδα. Κατασκευάσαμε τη «συνθετική» Ελλάδα συμπεριλαμβάνοντας τις χώρες της ευρωπεριφέρειας (Ιρλανδία, Ιταλία, Ισπανία, Κύπρος, Πορτογαλία). Η «συνθετική» Ελλάδα προσεγγίζει με αρκετά μεγάλη ακρίβεια το πραγματικό ελληνικό ΑΕΠ από το 1995 ώς το 2014.

Τι αποκαλύπτει η σύγκριση μεταξύ συνθετικών και πραγματικών μεγεθών; Από το πρώτο τρίμηνο του 2015 μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2019 η «συνθετική» Ελλάδα αύξησε το πραγματικό ΑΕΠ της συνολικά κατά 13%. Αντίθετα, η πραγματική Ελλάδα αύξησε το πραγματικό ΑΕΠ της μόνο κατά 3,1%. Επομένως ο ρυθμός ανάπτυξης που θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί είναι κατά μέσον όρο 3,25% ετησίως, εξαιρετικά κοντά στις προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου προγράμματος για την τετραετία 2015-18. Η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε 18,3 δισ. ευρώ χαμένου ΑΕΠ. Αν είχαμε επιτύχει τους ρυθμούς ανάπτυξης που αναφέραμε παραπάνω, θα είχαμε μια κατά πολύ μεγαλύτερη αποκλιμάκωση της ανεργίας και κατά συνέπεια εξαιτίας του υψηλότερου ΑΕΠ, και υψηλότερους μισθούς για τους εργαζομένους. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα αποτελέσματα της ανάλυσης λαμβάνουν υπόψη την πτώση ΑΕΠ που παρατηρήθηκε σε όλες τις σειρές κατά τη περίοδο 2010-2014, όταν το σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας βρισκόταν σε κρίση. Με άλλα λόγια, οι απώλειες ΑΕΠ που αναφέραμε είναι αποτέλεσμα της περιόδου διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Το συμπέρασμα είναι ότι με την οικονομική πολιτική ΣΥΡΙΖΑ η Ελλάδα δεν κέρδισε απολύτως τίποτε, αντίθετα έχασε σημαντικό πλούτο. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι αυτός ο υπολογισμός είναι εξαιρετικά συντηρητικός αφού δεν λαμβάνει υπόψη: α) το επιπλέον δημοσιονομικό κόστος του αχρείαστου τρίτου μνημονίου, β) την τεράστια ζημία στο τραπεζικό σύστημα από την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με την αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, γ) τη μαζική φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου στο εξωτερικό, και δ) την αποεπένδυση σε πάγια κεφάλαια. Συνολικά και οι τέσσερις παράμετροι μεταφράζονται σε επιπλέον δισ. χαμένου ΑΕΠ και για τα επόμενα χρόνια μέχρι να επέλθει η κανονικότητα.

Αυτό το επιπλέον κόστος είναι επιπρόσθετο του χαμένου ΑΕΠ που αναφέραμε παραπάνω.

Εμβαθύνοντας, θα εστιάσω σε τρεις βασικούς οικονομικούς δείκτες που αποτυπώνουν την παταγώδη αποτυχία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και έχουν συμβάλει καθοριστικά στην τελματώδη κατάσταση της οικονομίας. Αυτοί αναφέρονται στις επενδύσεις, την παραγωγικότητα και την υπερφορολόγηση. Ας συγκρίνουμε την Ελλάδα με τις χώρες της ευρωπεριφέρειας που αποτελούν τη «συνθετική» Ελλάδα.

Στον δείκτη παραγωγικότητας της εργασίας, με βάση το 100 το 2010, η Ελλάδα το 2018 βρίσκεται στο 94,2, η Ισπανία στο 106,6, η Ιρλανδία στο 145,8, η Κύπρος στο 102,1, η Πορτογαλία στο 102,1. Στον δείκτη ιδιωτικών επενδύσεων με βάση το 100 το 2010, η Ελλάδα το 2018 βρίσκεται στο 53,6! Αντίθετα, η Ισπανία βρίσκεται στο 104, η Ιρλανδία στο εντυπωσιακό 229, η Κύπρος στο 91,6, η Πορτογαλία στο 87,6 και η Ιταλία στο 92,5. Επομένως, στην Ελλάδα έχουμε μια άνευ προηγουμένου αποεπένδυση. Είναι εντυπωσιακό πως ενώ η Ελλάδα είναι πλέον φθηνή, αφού έχει χαμηλό σχετικό μισθολογικό κόστος εργασίας και χαμηλές τιμές ακίνητων, δεν έχει καταφέρει να προσελκύσει ιδιωτικές επενδύσεις εν σχέσει με άλλες χώρες που πέρασαν από μνημόνια. Τέλος, σε ό,τι αφορά την υπερφορολόγηση, η Ελλάδα είναι πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στους έμμεσους φόρους, στη φορολογία επιχειρήσεων και πρώτη στην Ε.Ε. στον φορολογικό συντελεστή εργασίας και στις ασφαλιστικές εισφορές.

Η απερχόμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ σπατάλησε τέσσερα χρόνια, καθηλωμένη σε ιδεοληψίες, με στρεβλή κατανόηση της πραγματικότητας και εμφανή ανικανότητα να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις που θα προσελκύσουν επενδύσεις. Ο χρόνος που χάθηκε και η ζημία που προκλήθηκε στην οικονομία δεν σβήνονται. Η νέα κυβέρνηση, που όπως όλα δείχνουν θα είναι της Ν.Δ., θα έχει λίγο χρόνο στη διάθεσή της για να σπάσει αυτό τον φαύλο κύκλο και να δημιουργήσει συνθήκες επιστροφής στην κανονικότητα. Μπορεί και πρέπει να τα καταφέρει.

* Ο κ. Γιάννης Τσουκαλάς είναι καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης Adam Smith Business School του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ