ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μαριέττα Γιαννάκου: Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας

ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ*

«Το κρίσιμο ερώτημα είναι το εξής: Υφίσταται κενό ασφαλείας σήμερα στην Ευρώπη, και εάν ναι, ποια είναι η απειλή και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί;» γράφει η κ. Γιαννάκου (φωτ. από άσκηση του ΝΑΤΟ). AP/Czarek Sokolowski

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αρκετοί σήμερα προβλέπουν τη διάσπαση της διεθνούς ασφάλειας, όπως τη γνωρίζαμε στα θεμελιώδη στοιχεία της κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν εδώ και μία δεκαετία τουλάχιστον μια μετατόπιση του στρατηγικού ενδιαφέροντος στην περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού, ενώ η ηγεσία Τραμπ εγείρει ζητήματα ασφαλείας, καθώς και εμπορικά και βιομηχανικά. Το ερώτημα της σχέσης της Ευρώπης με τη Ρωσία επιδέχεται πολλές προσεγγίσεις (πυρηνική ασφάλεια, ενεργειακή εξάρτηση κ.ά.) και θα αποτελέσει μία βασική παράμετρο για την ασφάλεια κατά τις επόμενες δεκαετίες.

Το κρίσιμο ερώτημα το οποίο όλοι οφείλουμε να διερευνήσουμε είναι το εξής: Υφίσταται κενό ασφαλείας σήμερα στην Ευρώπη, και εάν ναι, ποια είναι η απειλή και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί; Η προοπτική πάντως της συγκρότησης μιας ενιαίας δομής άμυνας στην Ευρώπη δεν αντιστρατεύεται τη λειτουργία του ΝΑΤΟ.

Ωστόσο, το φλέγον ζήτημα είναι ότι μια ολοκληρωμένη πολιτική άμυνας για την Ευρώπη σημαίνει μία αύξηση των σχετικών δαπανών η οποία θα υπερβαίνει το σημερινό 2% του ΑΕΠ ανά κράτος-μέλος. Σε μία συγκυρία κατά την οποία οι ψηφοφόροι έχουν απαιτήσεις για ενίσχυση των δαπανών για την Υγεία, την Παιδεία και άλλες πολιτικές πρόνοιας σε συνδυασμό με την προτεραιότητα για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, η προοπτική της αύξησης των αμυντικών δαπανών έχει αυτονόητο πολιτικό κόστος.

Ταυτόχρονα, όμως, θα πρέπει να αξιολογήσουμε ότι με το δεδομένο του Brexit, το 80% του προϋπολογισμού του ΝΑΤΟ θα προέρχεται από κράτη εκτός Ε.Ε., ενώ η μόνη πυρηνική δύναμη στην Ε.Ε. θα είναι η Γαλλία. Θα έχει αυτή η εξέλιξη κάποια επίδραση στον στρατηγικό σχεδιασμό στα θέματα ασφαλείας τα οποία ενδεχομένως θα αντιμετωπίσουμε;

Για τα θέματα αυτά φαίνεται ότι υπάρχει κοινή αντίληψη μεταξύ των ιστορικών κρατών-μελών (Γερμανίας-Γαλλίας), αλλά διαφοροποιήσεις παρατηρούνται ιδιαίτερα από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Ακόμη και εάν διαμορφωθεί ισχυρότερη βούληση για μία Ευρωπαϊκή Πολιτική Αμυνας, αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε αλληλοεπικαλύψεις, αλλά αντιθέτως σε συμπληρωματικότητα με τις δομές και τον σχεδιασμό του ΝΑΤΟ. Δεν πρόκειται μόνο για την αξιοποίηση της μακράς τεχνογνωσίας και εμπειρίας του ΝΑΤΟ, αλλά και για την πρόθεση να θέσουμε την ασφάλεια στην Ευρώπη ως ζήτημα διατλαντικού ενδιαφέροντος και ευθύνης.

Αναμφίβολα, η προσθήκη ενός στρατιωτικού σκέλους στην Ε.Ε. ουδέποτε έγινε αποδεκτή χωρίς αντιδράσεις από ετερόκλητους χώρους. Η αλήθεια είναι ότι τίποτα από τα δύο δεν ισχύει στην πραγματικότητα. Η Ενωση θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί ένα ευρύ φάσμα αναπτυξιακών και διπλωματικών εργαλείων. Οφείλουμε να σχεδιάσουμε αποφασιστικά τον μηχανισμό ασφαλείας στην Ευρώπη, διατηρώντας τα θεμελιώδη στοιχεία της νατοϊκής οργάνωσης, και ταυτόχρονα δημιουργώντας νέες δυνατότητες και αμυντικούς μηχανισμούς με αυξημένη χρησιμότητα επί ευρωπαϊκού εδάφους και με γνώμονα τη διάγνωση των ενδεχόμενων άμεσων απειλών.

Η διαμόρφωση μιας Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ) και ιδιαίτερα μιας Κοινής Πολιτικής Ασφαλείας και Αμυνας (ΚΠΑΑ), θα πρέπει να ερμηνευθεί πρωτίστως ως απόρροια των κοσμογονικών αλλαγών των τελευταίων δεκαετιών στο διεθνές σύστημα και του νέου γεωπολιτικού ρόλου που η Ε.Ε. θα κληθεί αργά ή γρήγορα να αναλάβει.

Ηδη, από την εποχή της Συντακτικής Συνέλευσης και το σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης, εργαστήκαμε για τον προσδιορισμό της λεγόμενης ρήτρας αλληλεγγύης, δηλαδή τη συνδρομή με πολιτικά και στρατιωτικά μέσα στην περίπτωση που ένα κράτος-μέλος δεχθεί επίθεση.

Εντέλει η εφαρμογή της Συνθήκης της Λισσαβώνας σε αυτό τον τομέα, αν και δεν έχει τύχει της δέουσας δημόσιας προβολής, εμπλούτισε σημαντικά το φάσμα των εργαλείων και το πεδίο εφαρμογής της πολιτικής ασφαλείας και άμυνας. Ιδιαίτερο εθνικό ενδιαφέρον τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Κύπρο έχουν οι ρήτρες αμοιβαίας άμυνας (άρθρο 42 παράγραφος 7 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση) και η ρήτρα αλληλεγγύης (άρθρο 222 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ε.Ε.). Η πρώτη προβλέπει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ένα από τα κράτη-μέλη δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη-μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, ενώ η δεύτερη προβλέπει την υποχρέωση των κρατών-μελών να ενεργούν από κοινού εάν ένα κράτος-μέλος δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή.

Οι δυνάμεις ταχείας αντίδρασης (EU battlegroups) αποτελούν ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα των δομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει η Ενωση στο καθαρά επιχειρησιακό κομμάτι. Εως σήμερα δεν έχει αναπτυχθεί κανένα από τα υφιστάμενα EU battlegroups, αν και θα μπορούσαν να αποτελέσουν δύναμη πρώτης εισόδου σε αρκετές περιπτώσεις, κυρίως λόγω των δομικών αδυναμιών του μηχανισμού λήψης αποφάσεων και χρηματοδότησής τους. Εάν δεν επιδείξουν τα κράτη-μέλη την απαραίτητη πολιτική βούληση για τη χρησιμοποίησή τους, είναι βέβαιο ότι μία από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες ευρωπαϊκής στρατιωτικής συνεργασίας θα έχει άδοξο τέλος προτού καν χρησιμοποιηθεί.

* Η κ. Μαριέττα Γιαννάκου είναι πρώην υπουργός, υποψήφια βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ