ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δημοσιονομικές νάρκες κληρονομεί η νέα κυβέρνηση

ΘΑΝΟΣ ΤΣΙΡΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αντιμέτωπη με κύμα αμφισβήτησης των φετινών δημοσιονομικών στόχων αλλά και των μακροοικονομικών προβλέψεων θα βρεθεί με το «καλημέρα» της εκλογής της η νέα κυβέρνηση. Στο «στόχαστρο» έχει ήδη μπει η πρόβλεψη ότι η ανάπτυξη θα φτάσει φέτος στο 2,3%, η «πεποίθηση» της σημερινής κυβέρνησης ότι το υπερπλεόνασμα του 2018 θα «κληροδοτήσει» πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο και στον φετινό προϋπολογισμό, αλλά και η εκτίμηση ότι οι ρυθμίσεις των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία θα έχουν θετικό αντίκτυπο στην πορεία των δημοσίων εσόδων.

Και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και η Τράπεζα της Ελλάδος βλέπουν ήδη δημοσιονομικό κενό. Καθοριστικός μήνας θα είναι ο Σεπτέμβριος. Λίγες ημέρες πριν υποχρεωθεί η νέα κυβέρνηση να καταθέσει το προσχέδιο του προϋπολογισμού στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα ανακοινωθεί η πορεία του ΑΕΠ για το β΄ τρίμηνο της φετινής χρονιάς. Το Γενικό Λογιστήριο θα έχει ήδη στα χέρια του τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού στο 8μηνο, ενώ θα φτάνουμε και κοντά στη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων για τις ρυθμίσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία.

Τα μέχρι τώρα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Στο 5μηνο καταγράφηκε υπέρβαση των δαπανών έναντι του στόχου (λόγω της πληρωμής της 13ης σύνταξης), ενώ η υπεραπόδοση στο σκέλος των εσόδων οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην είσπραξη των ANFAs και των SMPs. Και οι δύο αυτές πηγές εσόδων δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό του «μνημονιακού» πρωτογενούς πλεονάσματος. Από την άλλη, οι εισπράξεις ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων στο 4μηνο είναι αισθητά μειωμένες σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό διάστημα, ενώ η εισπρακτική απόδοση της ρύθμισης των 120 δόσεων περιορίζεται μέχρι στιγμής σε ποσά κάτω των 70-80 εκατ. ευρώ. 

Ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος άσκησε δριμύτατη κριτική και στον Κλάους Ρέγκλινγκ αλλά και στον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα για το γεγονός ότι και οι δύο αμφισβήτησαν τη δυνατότητα παραγωγής πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ. Βέβαια, τόσο οι ευρωπαϊκοί θεσμοί όσο και η ΤτΕ έχουν στηρίξει τις εκτιμήσεις τους σε συγκεκριμένα δημοσιονομικά υποδείγματα. Η άποψη των θεσμών τεκμηριώθηκε μέσω της έκθεσης των θεσμών για την τρίτη μεταμνημονιακή αξιολόγηση. Οι δανειστές δεν αποδέχονται ότι το υπερπλεόνασμα του 2018 θα έχει θετική επίδραση και στον προϋπολογισμό του 2019, βλέπουν χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης και μεγάλη δημοσιονομική ζημία από τις δύο ρυθμίσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Τι «βλέπει» η ΤτΕ

Οσο για την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», η «τεκμηρίωση» της πρόβλεψης για πρωτογενές πλεόνασμα 2,9% του ΑΕΠ έχει ως εξής:

1. Η ΤτΕ στηρίζει τη δημοσιονομική της πρόβλεψη στην εκτίμηση ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα περιοριστεί φέτος στο 1,9% και όχι στο 2,3%, όπως εκτιμά η κυβέρνηση. Ηδη το πρώτο τρίμηνο είχε ανάπτυξη 1,3%.

2. Για τους αναλυτές της ΤτΕ, το γεγονός ότι το πρωτογενές πλεόνασμα έφτασε το 2018 στο 4,3% (πολύ πάνω από τον στόχο του 3,5%) δεν είναι κάτι που μπορεί να επαναληφθεί και το 2019. Εκτιμούν ότι το περυσινό υπερπλεόνασμα οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην υπερσυγκράτηση των δημοσίων δαπανών αλλά και την υπο-εκτέλεση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Αρμόδια πηγή της ΤτΕ αναφέρει ότι η εκτίμηση για πλεόνασμα 2,9% το 2019 στηρίζεται στο ότι οι φετινές δαπάνες θα πραγματοποιηθούν κανονικά. Αν πάλι επαναληφθεί το περυσινό φαινόμενο υπερσυγκράτησης των δημοσίων δαπανών, αυτό θα μπορούσε να συγκρατήσει τον ρυθμό της ανάπτυξης ακόμη και κάτω από το 1,9%.

3. Η ΤτΕ, με ανάπτυξη 1,9% και πλήρη εκτέλεση του φετινού προϋπολογισμού, έβλεπε το πρωτογενές πλεόνασμα στο 3,6%. Μετά όμως την ενεργοποίηση του πακέτου μέτρων της 15ης Μαΐου (ΦΠΑ, 13η σύνταξη), αφαιρεί το δημοσιονομικό κόστος του πακέτου το οποίο εκτιμάται σε 0,7% του ΑΕΠ.

4. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν συντάσσεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που βλέπει πολύ μεγάλο δημοσιονομικό κόστος από τις ρυθμίσεις των ληξιπρόθεσμων οφειλών (έως και 0,6% του ΑΕΠ ή πάνω από ένα δισ. ευρώ). Δεν συντάσσεται όμως ούτε με την κυβέρνηση που προβλέπει θετικό δημοσιονομικό αντίκτυπο.

Μείωση εσόδων από τα ληξιπρόθεσμα χρέη 

Περισσότερα από 5,3 δισ. ευρώ πρέπει να εισπράξει το υπουργείο Οικονομικών μέχρι το τέλος του χρόνου από τη «δεξαμενή» των ληξιπρόθεσμων χρεών της εφορίας, προκειμένου να μη δημιουργηθεί «τρύπα» στον προϋπολογισμό.

Στο πρώτο 4μηνο, η ΑΑΔΕ κατέγραψε αρνητικές αποκλίσεις της τάξεως των 50 εκατ. ευρώ έναντι των φετινών στόχων, οι οποίες αποδίδονται στο ότι οι οφειλέτες περίμεναν να ξεκαθαρίσει το τοπίο με τις 120 δόσεις. Κατέγραψε επίσης σημαντική μείωση στις εισπράξεις (περίπου 220 εκατ. ευρώ) σε σχέση με πέρυσι. Πλέον, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην απόδοση της ρύθμισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Μέχρι τώρα οι περίπου 120.000-130.000 οφειλέτες που έχουν οριστικοποιήσει την ένταξη στη ρύθμιση πληρώνοντας εμπρόθεσμα την πρώτη δόση έχουν καταβάλει στο δημόσιο ταμείο λιγότερα από 70-80 εκατ. ευρώ. Μάλιστα, σημαντικός αριθμός εξ αυτών πλήρωσε εφάπαξ για να εκμεταλλευτεί και τη διαγραφή των προσαυξήσεων, κάτι που σημαίνει ότι δεν θα εξακολουθήσει να εισφέρει δημοσιονομικά και το επόμενο χρονικό διάστημα. Στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων περιμένουν μεγαλύτερο «κύμα» αιτήσεων μετά τις εκλογές. Πρώτον, διότι πολλοί οφειλέτες τηρούν στάση αναμονής ενόψει πιθανών αλλαγών στη ρύθμιση από την επόμενη κυβέρνηση –η Νέα Δημοκρατία έχει ήδη μιλήσει για αλλαγές– και, δεύτερον, διότι επίκεινται «διορθώσεις» στο νομοθετικό πλαίσιο οι οποίες θα ανοίξουν τον δρόμο στην ένταξη ακόμη περισσότερων οφειλετών που σήμερα «μπλοκάρονται».

Η απόδοση της ρύθμισης των 120 δόσεων είναι ο βασικός λόγος αντιπαράθεσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και στους δανειστές όσον αφορά την πρόβλεψη για την επίτευξη του φετινού δημοσιονομικού στόχου. Οι θεσμοί βλέπουν αρνητική απόκλιση της τάξεως του 0,2%-0,4% του ΑΕΠ και η ελληνική κυβέρνηση θετική επίδραση 0,1% του ΑΕΠ για φέτος και 0,2% για του χρόνου, όπως φάνηκε και στην πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το ποια από τις δύο πλευρές θα δικαιωθεί στο τέλος του χρόνου εξαρτάται από το αν θα εισπραχθούν ή όχι τα περίπου 5,3 δισ. ευρώ που έχουν προβλεφθεί από τις χρήσεις των παρελθόντων ετών. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων έχει προϋπολογίσει ότι θα εισπράξει μέσα στο 2019 περί τα 2,9 δισ. ευρώ από το ληξιπρόθεσμο χρέος που είχε σχηματιστεί μέχρι το τέλος του 2018, αλλά και το 27% των νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών που θα σχηματιστούν μέσα στο 2019. Ετσι προκύπτει και ο στόχος των 5,3 δισ. ευρώ. Στο πρώτο τρίμηνο, οι στόχοι δεν επιτεύχθηκαν. Μέχρι και το τέλος Μαρτίου έπρεπε να συγκεντρωθούν 970 εκατ. ευρώ από το παλαιό ληξιπρόθεσμο χρέος και το 16% των «φρέσκων» χρεών. Συγκεντρώθηκαν 924 εκατ. ευρώ (υστέρηση 45 εκατ. ευρώ) και το 15,2% του νέου χρέους. Εκτός από τη σύγκριση με τους φετινούς στόχους, υπάρχει και η σύγκριση με τις αντίστοιχες περυσινές επιδόσεις. Στο διάστημα Ιανουαρίου - Απριλίου, πέρυσι, είχε εισπραχθεί 1,295 δισ. ευρώ από τη «δεξαμενή» του παλαιού χρέους. Φέτος, η αντίστοιχη είσπραξη έχει πέσει στο 1,165 δισ. ευρώ. Οσον αφορά την είσπραξη τρεχουσών υποχρεώσεων που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μέσα στο τρέχον έτος, πέρυσι είχαν συγκεντρωθεί 566 εκατ. ευρώ στο διάστημα Ιανουαρίου - Απριλίου και φέτος οι εισπράξεις έχουν πέσει στα 474 εκατ. ευρώ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ