ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η «περήφανη» διαπραγμάτευση Σπίρτζη έφερε... αυξήσεις διοδίων

ΝΙΚΟΣ ΡΟΥΣΑΝΟΓΛΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην ανάγκη ανάκτησης των κεφαλαίων που επενδύθηκαν, αλλά και στην επίτευξη της δέουσας απόδοσης, μέχρι τη λήξη της σύμβασης το 2024, αποδίδεται η πρόσφατη κίνηση της παραχωρησιούχου εταιρείας της Αττικής Οδού να αυξήσει τις τιμές των διοδίων, για πρώτη φορά από το 2010, από τα 2,8 ευρώ σε 3 ευρώ ανά διέλευση.

Παράλληλα, η αιφνιδιαστική αυτή κίνηση ερμηνεύεται και ως απόρροια της εξάντλησης της υπομονής των μετόχων της Αττικής Οδού, δηλαδή των ομίλων Ελλάκτωρ και Αβαξ, έπειτα από 18 μήνες συνεχών συζητήσεων με τον υπουργό Υποδομών Χρήστο Σπίρτζη, αναφορικά με το ενδεχόμενο παράτασης της διάρκειας της σύμβασης κατά δύο χρόνια, με αντάλλαγμα την εκτέλεση κάποιων συνοδευτικών έργων (π.χ. την επέκταση του προαστιακού μέχρι το Λαύριο) και τη μείωση των διοδίων σε ορισμένες ώρες ή ημέρες χαμηλού κυκλοφοριακού φόρτου.

Οπως ανέφεραν στην «Κ» πηγές με γνώση των σχετικών συζητήσεων, κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών ο κ. Σπίρτζης είχε ζητήσει και είχε λάβει από την Αττική Οδό Α.Ε. δεκάδες εναλλακτικά σενάρια και επιλογές για τα ανταλλάγματα και την τιμολόγηση αυτών, στο πλαίσιο της εξέτασης μιας πιθανής παράτασης.

Ωστόσο, όπως φαίνεται, οι τεχνικές εταιρείες εξέλαβαν τα συνεχή «ήξεις αφήξεις» του υπουργού ως εμπαιγμό και όταν έγινε αντιληπτό, μετά την προκήρυξη των πρόωρων εκλογών, ότι το ενδεχόμενο μιας παράτασης της σύμβασης παραπέμπεται στις... καλένδες, προχώρησαν στο «Plan B», δηλαδή στην αύξηση των τιμών των διοδίων, έχοντας κατά νου ότι η διάρκεια εκμετάλλευσης του έργου θα ολοκληρωθεί το 2024, χωρίς κάποια παράταση.

Η εταιρεία παραχώρησης της Αττικής Οδού ελέγχεται σε ποσοστό 65,7% από την «Ελλάκτωρ», που πριν από λίγους μήνες απέκτησε επιπλέον ποσοστό 6,5% αντί ποσού 37,5 εκατ. ευρώ, με πωλητή την Τράπεζα Πειραιώς. Το υπόλοιπο ποσοστό ανήκει στον όμιλο Αβαξ. Με βάση την υφιστάμενη σύμβαση, τον Σεπτέμβριο του 2024 λήγει η περίοδος εκμετάλλευσης του αυτοκινητοδρόμου, που στοίχισε 1,3 δισ. ευρώ.

Υπενθυμίζεται ότι κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 ετών λειτουργίας της Αττικής Οδού, οι μέτοχοι αυτής δεν έλαβαν κανένα μέρισμα από την εκμετάλλευσή της, καθώς όλα τα έσοδα κατευθύνθηκαν για την αποπληρωμή των δανείων και την κάλυψη των εξόδων λειτουργίας και συντήρησης του οδικού άξονα.

Τα σημαντικά κέρδη με τη μορφή μερισμάτων έχουν αρχίσει να καταγράφονται από το 2016 και μετά, με αποκορύφωμα τη χρήση του 2018, όταν τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε σχεδόν 70 εκατ. ευρώ, μέγεθος ελαφρώς υψηλότερο συγκριτικά με τα κέρδη ύψους 69 εκατ. ευρώ που είχαν προκύψει το 2017. Τα έσοδα της Αττικής Οδού ανήλθαν πέρυσι σε 185,76 εκατ. ευρώ, έναντι 176,85 εκατ. ευρώ, καθώς προέκυψε αύξηση της κυκλοφορίας των οχημάτων κατά 4,2%, επιβεβαιώνοντας τις ανοδικές τάσεις που είχαν καταγραφεί τους τελευταίους μήνες.

Το 2018, ο μέσος ημερήσιος αριθμός διελεύσεων των οχημάτων σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά παρουσίασε αύξηση της τάξεως του 4,21%. Ειδικότερα, πραγματοποιήθηκαν 82.502.880 διελεύσεις, που αντιστοιχούν σε μέσο όρο 226.035 ημερήσιων διελεύσεων. Ο μήνας με τις περισσότερες διελεύσεις ήταν ο Ιούλιος, με μέσο ημερήσιο όρο 246.217 διελεύσεις.

Συνολικά, το 2018 τα εισερχόμενα οχήματα διήνυσαν 1.366.224.857 χιλιόμετρα, ενώ ο υψηλότερος κυκλοφοριακός φόρτος παρατηρήθηκε στο τμήμα μεταξύ των κόμβων εθνικής οδού Αθηνών - Λαμίας (Μεταμόρφωσης) και Δουκίσσης Πλακεντίας.

Το χρονικό ενός αναμενόμενου «ναυαγίου» 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το χρονικό του «ναυαγίου» των συζητήσεων των ιθυνόντων της Αττικής Οδού και του υπουργείου Υποδομών. Η υπόθεση της χορήγησης παράτασης της διάρκειας της υφιστάμενης σύμβασης ξεκινάει στις αρχές του 2018, όταν υπογράφεται ένα μνημόνιο συναντίληψης μεταξύ των δύο πλευρών και παράλληλα συστήνεται εντός του υπουργείου ειδική επιτροπή, η οποία αναλαμβάνει να διερευνήσει πιθανούς τρόπους για τη χορήγηση παρατάσεων και σε όλες τις υφιστάμενες συμβάσεις παραχώρησης των μεγάλων οδικών αξόνων. Στόχος είναι να αναλάβουν οι παραχωρησιούχοι το κόστος εκτέλεσης σειράς συμπληρωματικών έργων και παράλληλα να μειωθεί (όπου είναι εφικτό) το κόστος των διοδίων. Σε αντάλλαγμα, το υπουργείο θα χορηγούσε παράταση στη διάρκεια εκμετάλλευσης των υφιστάμενων αξόνων κατά δύο, τρία ή και περισσότερα χρόνια.

Ο σχεδιασμός αυτός γίνεται δημόσια γνωστός για πρώτη φορά στο τέλος Μαΐου του 2018. Ωστόσο, με δηλώσεις του ο κ. Σπίρτζης εμφανίζεται να έχει προκρίνει κατ’ αρχάς τη διετή παράταση της σύμβασης της Αττικής Οδού, ενώ για τους υπόλοιπους οδικούς άξονες κάνει λόγο για πιθανή πολυετή παράταση των αντίστοιχων συμβάσεων, ως ένα ενδεχόμενο που εξετάζεται. Είναι η πρώτη φορά που γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στην Αττική Οδό και τις συμβάσεις των άλλων οδικών αξόνων. Το ζήτημα εμφανίζεται να «παγώνει» για τους επόμενους μήνες, χωρίς να υπάρχει κάποια ουσιαστική εξέλιξη.
Αίφνης, τον Φεβρουάριο του 2019, ο κ. Σπίρτζης φέρεται να αλλάζει στάση για την Αττική Οδό. Σε διάσκεψη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι οι παρατάσεις των υφιστάμενων συμβάσεων παραχώρησης «δεν αφορούν την Αττική Οδό. Η τελευταία θα συνεχίσει να λειτουργεί μόνο με βάση την υπάρχουσα σύμβαση», σημείωνε χαρακτηριστικά. Λίγους μήνες νωρίτερα, εμφανιζόταν ως υπέρμαχος της κατά προτεραιότητα παράτασης της σύμβασης της Αττικής Οδού, σημειώνοντας μάλιστα χαρακτηριστικά ότι είναι η «πιο ώριμη σύμβαση από όλες τις υπόλοιπες, δεδομένου ότι λήγει σε λίγα χρόνια».

Νέα στροφή 180 μοιρών σημειώνεται τον φετινό Μάιο, όταν γίνεται γνωστό ότι ο κ. Σπίρτζης είχε συναντήσεις με ανώτατα στελέχη της Ακτωρ, της Αβαξ και της Αττική Οδός Α.Ε., ζητώντας τους να του καταθέσουν νέες προτάσεις για τα αντισταθμιστικά έργα και σενάρια μειωμένων διοδίων, με αντάλλαγμα τη χορήγηση παράτασης. Παρότι όμως φαίνεται πως αυτή τη φορά είναι εφικτή μια άμεση συμφωνία και προώθηση στη Βουλή σχετικής τροπολογίας, εντέλει το ζήτημα «παγώνει» εκ νέου, υπό την πίεση και της προκήρυξης πρόωρων εκλογών. Λίγες μέρες μετά, ανακοινώνεται η αύξηση των διοδίων και ο κ. Σπίρτζης επιστρέφει σε μια θέση που είχε εκφράσει πριν από τις εκλογές του 2015 και έκτοτε είχε… ξεχάσει ότι «η Αττική Οδός πρέπει να επιστρέψει άμεσα στο Δημόσιο, πιθανώς εντός του 2019».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ