Στο καφέ του Εθνικού Θεάτρου παραγγέλνουμε από ένα αναψυκτικό. Εκείνη και... σπανακόρυζο. «Για μετά την πρόβα», μου εξηγεί γελώντας. Φαίνεται να είναι σε πολύ καλή διάθεση. Το επιβεβαιώνει. «Λίγο το καλοκαιράκι, λίγο η συνάντησή μου με το αρχαίο δράμα, το είδος που περισσότερο αγαπώ – έχουν και τα δύο συμβάλει σε αυτό. Αποχαιρέτησα τους φοιτητές μου στο Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ και ετοιμάζομαι για την Επίδαυρο, έχοντας μια γλυκιά προσμονή. Όποιος έχει παίξει έστω και μία φορά εκεί δεν το ξεχνά ποτέ. Ζει με την ανάμνηση, ανυπομονώντας να ξαναζήσει μια τέτοια εμπειρία». Η ίδια θα επιστρέψει στο αρχαίο θέατρο στις 28 και 29 Ιουνίου, για την «Ορέστεια» του Αισχύλου, την παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου που θα παιχτεί σε μια ενιαία παράσταση, από τρεις σκηνοθέτιδες. Η Φιλαρέτη Κομνηνού θα είναι Κλυταιμνήστρα στις «Χοηφόρους», σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ.

Τι κάνει, κατά τη γνώμη σας, αυτό το θέατρο τόσο ιδιαίτερο;

Πρόκειται για έναν χώρο «στοιχειωμένο» από όλους όσοι έχουν περάσει ανά τους αιώνες. Είναι δώρο για έναν ηθοποιό να εμφανίζεται στη σκηνή του. Το 2011 εκπροσώπησα τη χώρα μας στο Παγκόσμιο Συνέδριο για το Αρχαίο Δράμα που διεξήχθη στο Μεξικό – ήμουν η μοναδική Ελληνίδα. Όταν μάθαιναν ότι έχω παίξει στην Επίδαυρο, οι συνάδελφοι με αντιμετώπιζαν με θαυμασμό και δέος. Ένιωθα γεμάτη παράσημα! 

Θυμάστε την πρώτη φορά σας εκεί;

Φυσικά! Αν και ήταν μάλλον τραυματική. (γέλια) Ήταν 1984. Υποδυόμουν την Άλκηστη στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, στην πρώτη παράσταση που γιουχαΐστηκε. Μέχρι τότε μπορεί να γράφονταν κακές κριτικές, που κατακεραύνωναν σκηνοθέτες ή ηθοποιούς, αλλά ποτέ δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Ήταν μια παράσταση αρκετά προκλητική για την εποχή της και ξεσήκωσε θύελλα αποδοκιμασιών. Έσπασε η «άγραφη σύμβαση» μεταξύ κερκίδων και ορχήστρας και στη ροή της παράστασης άρχισαν να ακούγονται οι έντονες διαμαρτυρίες των θεατών: «Αίσχος», «Να φύγετε», «Δεν θέλουμε να σας ακούμε». Θυμάμαι την Άννα Συνοδινού να σηκώνεται από τη θέση της, να περνάει μέσα από τη σκηνή πετώντας θυμωμένη το πρόγραμμά της. Ευτυχώς, στην εξέλιξη του έργου, η Άλκηστη πέθαινε νωρίς και οι σκηνές που προκάλεσαν την ένταση ήταν μετά την κηδεία της. Έτσι, πέρασα αυτή την περιπέτεια σχετικά ανώδυνα. 

Πώς ξεπερνιέται μια τέτοια εμπειρία;

Όλα μέσα στο παιχνίδι είναι. Ιδεολογικά, δεν θεωρώ απαγορευτικό για το κοινό να αντιδρά έτσι. Οι πρόγονοί μας, όταν πήγαιναν στο θέατρο και έβλεπαν παραστάσεις από το πρωί μέχρι το βράδυ –έχοντας μάλιστα μαζί τους και ψωμοτύρι, για να τρώνε–, διαμαρτύρονταν όταν δεν τους άρεσε αυτό που έβλεπαν. Μπορεί και να εκσφενδόνιζαν κάτι από το κολατσιό τους προς το μέρος των ηθοποιών. Υπήρχε και το ποδοκρότημα: χτυπούσαν δυνατά τα πόδια τους για να δείξουν την ενόχλησή τους. Αν εξαιρέσουμε τις ακρότητες, η ζωντανή σχέση των ηθοποιών με τους θεατές δεν υπόκειται σε κανόνες καθωσπρεπισμού. Το θέατρο είναι ανταλλαγή ενέργειας. Βέβαια, την ώρα που ζεις κάτι τέτοιο, είναι ζόρικο το συναίσθημα. Αν όμως συμφωνείς με την άποψη του σκηνοθέτη, αυτό σε ενεργοποιεί, προσπαθείς με όλες σου τις δυνάμεις να την υπερασπιστείς. 

Διαχρονικά οι Έλληνες σκηνοθέτες αντιμετωπίζουν το αρχαίο δράμα ως πεδίο πειραματισμού. Είναι αυτοσκοπός η πρωτοτυπία;

Όχι, δεν είναι. Όμως, από την άλλη, με ενοχλούν η προγονοπληξία και η αρχαιολατρία. Καλό είναι να στηρίζεται κανείς δραματουργικά πάνω σε αυτά τα έργα, αλλά μέχρις ενός σημείου – όσο χρειάζεται για να ενεργοποιηθεί η καλλιτεχνική έμπνευση. Αν μια παράσταση παραδοθεί ως έχει, ως μια απλή ανάγνωση του αρχαίου κειμένου, δεν θα έχει κανένα ενδιαφέρον. Γιατί έρχονται τόσες χιλιάδες θεατών κάθε καλοκαίρι στην Επίδαυρο; Για να μάθουν την ιστορία του Οιδίποδα ή του Αγαμέμνονα; Όχι βέβαια, αφού τη γνωρίζουν. Έρχονται για να δουν νέες ερμηνείες και προσεγγίσεις, ακόμα και ρηξικέλευθες. Φτάνει αυτές να προκύπτουν όχι στο κυνήγι της πρωτοτυπίας ή στο πλαίσιο μιας μόδας, αλλά από μια πραγματική ανάγκη και αγωνία έκφρασης. Ο Τόμας Οστερμάγερ το έχει πει περίφημα: «Είναι πολύ μπανάλ να θέλεις να σοκάρεις το κοινό». Να κάνεις, δηλαδή, θόρυβο μόνο και μόνο για να σε προσέξουν... 

 

 

Με την Κλυταιμνήστρα έχετε «ξανασυναντηθεί»;

Ναι, πριν από αρκετά χρόνια, στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη. Νομίζω ότι οι περισσότερες γυναίκες –και ειδικά οι ηθοποιοί– κατά βάθος νιώθουμε την ανάγκη να τη δικαιώσουμε, δεν παραδεχόμαστε ότι ήταν μια «απλή» δολοφόνος. Για μένα η Κλυταιμνήστρα είναι το αρχέτυπο της γυναίκας: αν την προσβάλεις, αν υποτιμήσεις τη νοημοσύνη και τη δύναμή της κι αν την πληγώσεις, η τιμωρία σου θα είναι ανελέητη. Είναι σαν τη φύση. Αν ένας χαζός και αλαζόνας άνθρωπος μπαζώσει ένα ρέμα και το χτίσει, όταν βρέξει, ένας χείμαρρος θα περάσει και θα ισοπεδώσει τα πάντα. Αυτή είναι η νομοτέλεια των πραγμάτων. Η Κλυταιμνήστρα στις «Χοηφόρους» γνωρίζει ότι το αίμα πληρώνεται με αίμα, ότι η βία φέρνει βία. Έχει επίγνωση του ότι θα έρθει η στιγμή της τιμωρίας της και δεν μπορεί να ησυχάσει. 

Πώς βλέπετε τις νέες γενιές ηθοποιών μέσα και από τον ρόλο της διδάσκουσας;

Τα πιο πολλά νέα παιδιά στρέφονται σήμερα προς το θέατρο όχι για να γίνουν διάσημοι ή για να κερδίσουν χρήματα –ξέρουν άλλωστε καλά πως αυτά δεν υπάρχουν πια–, αλλά ως αντίδοτο απέναντι σε μια υφέρπουσα κατάθλιψη, λόγω της κρίσης και των πολιτικοκοινωνικών προβλημάτων. Αυτό με συγκινεί. Ξέρουν ότι μπορεί να παίξουν σε μια παράσταση και να μην πληρωθούν, ότι ίσως χρειαστεί να βάλουν λεφτά από την τσέπη τους, και το κάνουν για τη θεραπεία της ψυχής τους. Ο Κάφκα δεν είπε πως η τέχνη είναι ένα τσεκούρι που σπάει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας;

Η ματαιοδοξία είναι αντιστρόφως ανάλογη της ηλικίας ενός ηθοποιού; Αμβλύνεται με τα χρόνια;

Για να είσαι ηθοποιός, πρέπει να διαθέτεις και ναρκισσισμό και ματαιοδοξία – ας ξεκινήσουμε από αυτό. Είναι θέμα δοσολογίας. Να μη λες «εδώ είμαι, θαυμάστε με», να μη θεριεύει η εγωπάθειά σου. Αντιθέτως, να γίνεται η ματαιοδοξία σου κίνητρο για δημιουργία. 

Θα σκηνοθετήσετε κάποια στιγμή, ακολουθώντας το παράδειγμα πολλών συναδέλφων σας; 

Ως γενιά εμείς ήμασταν πολύ κομπλαρισμένοι απέναντι στη σκηνοθεσία, ήταν κάτι μεγεθυσμένο μέσα μας, δεν τολμούσαμε να το αγγίξουμε. Οι νεότεροι συνάδελφοι είναι πια απενοχοποιημένοι. Προσωπικά, πάντως, δεν νομίζω να το κάνω ποτέ.

Υπήρξε κάποιος σκηνοθέτης που σας σημάδεψε;

Ο Ανδρέας Βουτσινάς, που ήταν για μένα ένας συνδυασμός δασκάλου, μέντορα και φίλου. Μπήκε σαν σίφουνας στη ζωή μας, όταν ήμασταν στο ΚΘΒΕ. Η Λυδία Φωτοπούλου, ο Νίκος Σεργιανόπουλος κι εγώ ήμασταν τα παιδιά του – έτσι μας αποκαλούσε. Μη φανταστείς ότι η σχέση μας ήταν ειδυλλιακή, είχε εντάσεις και σφοδρότητα. Αλλά άφησε ανεξίτηλο σημάδι. «Όταν πεθάνω, να σκορπίσετε τη στάχτη μου στην Επίδαυρο, για να φτερνίζονται οι κακοί ηθοποιοί και οι άχρηστοι σκηνοθέτες», μας έλεγε. Και ήρθε η στιγμή που βρέθηκα με ένα βαζάκι στα χέρια, στο Αρχαίο Θέατρο. Το άδειασα στη θέση όπου συνήθως καθόταν και παρακολουθούσε τις παραστάσεις...

Ποια φράση από τον ρόλο της Κλυταιμνήστρας αγαπάτε περισσότερο;

«Είναι σκληρό για τη γυναίκα να μένει δίχως άντρα». 

Εσείς το έχετε βιώσει;

Ναι, βέβαια, μόνο που, αντίθετα με την Κλυταιμνήστρα, εγώ το ήθελα και το διεκδίκησα κάποια στιγμή στη ζωή μου. Τη χρειάζομαι τη μοναχικότητά μου, την ελευθερία μου. Η καλή συντροφιά με τον εαυτό σου σε επαναπροσδιορίζει, σε δυναμώνει. Και, πιστέψτε με, αυτό δεν είναι θεωρία άμυνας... ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ