Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Νάσος Ηλιόπουλος: Υπνος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Να γίνει Δευτέρα. Ή μάλλον όχι, δεν γίνεται Δευτέρα. Να το κάνουμε άλλη μέρα. Θέλετε Πέμπτη; Θέλετε Τρίτη; Τελικά, εντάξει. Γίνεται. Ας το κάνουμε Δευτέρα.

Κάπως έτσι εκτυλίχθηκαν οι διακομματικές διαπραγματεύσεις για το περιλάλητο ντιμπέιτ – με τον ΣΥΡΙΖΑ να ακυρώνει και να ξεακυρώνει την αρχικώς συμφωνηθείσα ημερομηνία, ενώ ήδη το ΚΚΕ είχε ακυρώσει και ξεακυρώσει την προγραμματισθείσα για την 1η Ιουλίου συγκέντρωσή του στη Θεσσαλονίκη. Ο Νάσος Ηλιόπουλος, που εκπροσώπησε το κυβερνών κόμμα, κατάφερε, λένε, παρά τον μειλίχιο τόνο του, να εκνευρίσει με τις παλινωδίες του τον εκπρόσωπο του Περισσού.

Ηταν το αποτέλεσμα προϊόν σκοπιμότητας ή αδεξιότητας; Η λογική έλεγε ότι το ντιμπέιτ ήταν η τελευταία ευκαιρία του Τσίπρα να επιδείξει τις σκηνικές του ικανότητες. Ηταν η τελευταία ευκαιρία του να ακουστεί – σε μια προεκλογική περίοδο στην οποία κανένα από τα «στουπιά» που έχει πετάξει δεν έχει πάρει φωτιά.

Από την άλλη όμως, μια τηλεοπτική αντιπαράθεση με σύσσωμη την αντιπολίτευση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε επιβεβαίωση της απομόνωσης του ΣΥΡΙΖΑ – σε ένα σφυροκόπημα των τεσσάρων εις βάρος του ενός. Μήπως τελικώς το παιχνίδι με τις ημερομηνίες, που βρέθηκε να παίζει ο Ηλιόπουλος, είχε στόχο να αποφύγει ο Τσίπρας αυτή την τελευταία δοκιμασία;

Ο,τι κι αν είχαν στο μυαλό τους στον ΣΥΡΙΖΑ, η αλήθεια είναι ότι ήθελαν κυρίως τη μονομαχία με τον Μητσοτάκη και όχι τον γύρο με τους πέντε. Ηθελαν, ήδη πριν από τις ευρωεκλογές, μια επανάληψη των κοινοβουλευτικών αναμετρήσεων, ποντάροντας στις πυγμαχικές ικανότητες του Τσίπρα. Η ανάγκη αυτή έγινε επιτακτική ιδίως μετά την ήττα του Μαΐου. Ο δεύτερος είχε ανάγκη να εμφανιστεί ισοϋψής με τον πρώτο.

Αυτή ήταν και η ανάγνωση του επιτελείου της Ν.Δ.: Ενα ντιμπέιτ των δύο θα λειτουργούσε ως θέαμα επανανομιμοποίησης ενός πρωθυπουργού που στη δημόσια σφαίρα έχει πλέον τον ισχνό ίσκιο του απερχόμενου. Ολη η νεοδημοκρατική στρατηγική της θετικής, ενωτικής ατζέντας –η στρατηγική της αυτοδυναμίας– θα κινδύνευε να εγκλωβιστεί σε μια αναζωπύρωση της αντιπαράθεσης με τον Τσίπρα. Θα κινδύνευε να ανοίξει ένα μέτωπο που για τον Μητσοτάκη έχει κλείσει επιτυχώς.

Ούτως ή άλλως, με δύο ή με πέντε, με κόκκινες κάρτες –όπως είχε ζητήσει ο Ηλιόπουλος– ή χωρίς, η συζήτηση για το ντιμπέιτ είναι στρόβιλος σε κουβά. Η επίδρασή του στη πολιτικοδημοσιογραφική φάρμα έχει αποδειχθεί αντιστρόφως ανάλογη της επιρροής του στους ψηφοφόρους.

Το ερώτημα δεν είναι το ντιμπέιτ. Είναι τι μπορεί να ξυπνήσει αυτό το εκλογικό σώμα που, αφού εκτονώθηκε νωρίς, στις 26 Μαΐου, μοιάζει τώρα παραδομένο σε πολιτική σιέστα. Ποιο μήνυμα –ποιος συναγερμός για «αυτοδυναμία ή χάος;»– μπορεί να ανταγωνιστεί την υπνωτιστική συνωμοσία των τζιτζικιών;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ