Κατερίνα Σώκου ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Το παράθυρο ευκαιρίας της ελληνικής οικονομίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ως πολίτες, δεν είναι περίεργο να θεωρούμε τις αγορές κάτι ξένο – σε μεγάλο βαθμό άλλωστε είναι, καθώς η πορεία τους, ακόμη και εντός της χώρας, διαμορφώνεται όχι μόνο από τους εγχώριους αλλά κυρίως από τους διεθνείς επενδυτές. Σίγουρα όμως οι αγορές αντανακλούν το κλίμα για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας – του δικού μας μέλλοντος, που καλούμαστε τελικά να διαμορφώσουμε εμείς, με τις οικονομικές αλλά και τις πολιτικές επιλογές μας. Υπό αυτήν την έννοια, η άνοδος του ελληνικού χρηματιστηρίου είναι μία σαφής ένδειξη για το θετικό κλίμα που διαμορφώνεται ενόψει μιας νέας κυβέρνησης που υπόσχεται ότι θα εστιάσει στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος φιλικού για τις επενδύσεις και τις επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή, όμως, αυτό το κλίμα μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση της πραγματικής οικονομίας, με γοργή ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων εργασίας, μόνο αν αξιοποιηθεί η ευκαιρία από το σύνολο του οικονομικού κόσμου για την αλλαγή του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου. 

Σε περίπτωση μιας σταθερής, δηλαδή αυτοδύναμης κυβέρνησης, οι οίκοι αξιολόγησης διαμηνύουν ότι διαμορφώνονται οι συνθήκες για ταχεία αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας. Και αν αυτό για την ώρα παραμένει ζητούμενο, οι τιμές των ελληνικών ομολόγων δείχνουν ότι ο «κίνδυνος της χώρας» έχει ήδη μειωθεί.

Αυτό σημαίνει ότι οι ξένοι αλλά και οι Ελληνες επενδυτές που μέχρι τώρα δίσταζαν να τοποθετηθούν στην πραγματική οικονομία, μπορούν πλέον να εστιάσουν στις σημαντικές ευκαιρίες που έχει αφήσει πίσω της η κρίση: ευκαιρίες λόγω χαμηλού κόστους κυρίως, αλλά και υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Η υψηλή προστιθέμενη αξία είναι κρίσιμη μακροπρόθεσμα, διότι η ελληνική αγορά είναι μικρή, και από μόνη της η μικρή ανάκαμψη της ζήτησης δεν μπορεί να είναι αρκετή για να αποδώσει σημαντικά κέρδη και ανάπτυξη. Χρειάζεται αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, με μεγαλύτερη εξωστρέφεια των ελληνικών επιχειρήσεων ώστε να μην εξαρτώνται μόνον από την εσωτερική ζήτηση, αλλά και βελτίωση της παραγωγικότητας. Και σε αυτό το πεδίο, κοινή πεποίθηση συμβούλων εταιρειών, όπως η McKinsey αλλά και παγκόσμιων οργανώσεων όπως η Endeavor, είναι η ανάγκη για συνέργειες, ενοποίηση δυνάμεων και μεγέθυνση των επιχειρήσεων. Σε μία παραδοσιακά κατακερματισμένη αγορά όπως η ελληνική, το στοίχημα για τη δημιουργία μιας κρίσιμης μάζας νέων θέσεων εργασίας είναι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις – με παράλληλο βέβαια άνοιγμα των αγορών ώστε να διασφαλιστεί το όφελος για τους καταναλωτές.

Για τη βελτίωση της παραγωγικότητας, η Ελλάδα μπορεί να ωφεληθεί σημαντικά από την τεχνολογία, ιδιαίτερα από την αξιοποίηση της ψηφιοποίησης και των αναλυτικών δεδομένων. Μάλιστα, οι κλάδοι που έχουν υιοθετήσει σε μεγαλύτερο βαθμό παγκοσμίως τη νέα ψηφιακή επανάσταση είναι εκείνοι από τους οποίους εξαρτάται περισσότερο η ελληνική οικονομία: ο τουρισμός, το λιανεμπόριο, αλλά και οι τηλεπικοινωνίες, τα μίντια, οι ασφάλειες και οι μεταφορές. Κάτι τέτοιο θα συνεισφέρει και στην προσέλκυση επενδύσεων, που είναι κρίσιμες για την ανάκαμψη.

Οπως σημείωσε ο επικεφαλής του ελληνικού γραφείου της McKinsey, Γιώργος Τσόπελας, στο συνέδριο Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης της Capital Link, για να ανακάμψει μέσα στην επόμενη δεκαετία η οικονομία στα προ κρίσης επίπεδα χρειάζεται οι επενδύσεις να διπλασιαστούν ως ποσοστό του ΑΕΠ, στο 25%-30% από 13% το 2018 – ή να αυξηθούν κατά περίπου 20 δισ. ευρώ ετησίως. Και όπως τόνισε ο ίδιος, οι εταιρείες με μεγαλύτερη ψηφιακή ωριμότητα έχουν πολλαπλάσιες αποδόσεις του κεφαλαίου τους από τους ανταγωνιστές τους.

Φυσικά, η σταθεροποίηση των δημοσιονομικών μεγεθών είναι η πρώτη, απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά αυτή δεν είναι ποτέ δεδομένη, και βέβαια όχι υπό τις συνθήκες των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων στα οποία έχει δεσμευθεί η χώρα. Επιπλέον, εξαρτάται και από αστάθμητους παράγοντες όπως η πορεία της διεθνούς οικονομίας, και καθώς η Ελλάδα έχει χάσει το τρένο της παγκόσμιας ανάπτυξης θα πρέπει να προχωρήσει άμεσα στις μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η πραγματική οικονομία –συμπεριλαμβανομένων των μειώσεων της φορολογίας, όσο είναι δυνατόν– για να βελτιωθούν το συντομότερο όχι μόνο τα αποτελέσματα των επιχειρήσεων αλλά και οι μισθοί και το διαθέσιμο εισόδημα.

Το θετικό κλίμα στις αγορές ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας για την επόμενη κυβέρνηση, αλλά είναι οι επενδυτές και οι επιχειρηματίες της χώρας που καλούνται να αφήσουν πίσω τους το χρεοκοπημένο παρελθόν και να συνεισφέρουν σε ένα καλύτερο αύριο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ