ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Έξι αρθρογράφοι της «Καθημερινής» ανατρέχουν στους τόπους που έχουν ταυτίσει με το «πιο δικό τους» καλοκαίρι. Ο Νίκος Βατόπουλος γράφει για τη Σκιάθο, η Γιούλη Επτακοίλη για την Πούντα Ζέζα, η Ξένια Κουναλάκη για το Φισκάρδο, ο Ηλίας Μαγκλίνης για τον Αγιόκαμπο Ευβοίας, ο Πάσχος Μανδραβέλης για τον Μόλυβο και ο Μιχάλης Τσιντσίνης για την Αστυπάλαια.

ΣΤΟΥ ΜΟΥΓΓΟΥ
// Από τον Μιχάλη Τσιντσίνη //

Τα ταξιδιωτικά γούστα είναι αμετάδοτα. Περιγράφεις έναν τόπο. Πήγαινε, λες σε έναν δικό σου. Τρελάθηκα με αυτό το νησί. Θα μαγευτείς κι εσύ. Τον ψήνεις. Πηγαίνει. Αλλά γυρίζει κρύος. Μα έλεος. Τι είχες πιει; σε ρωτάει. Τι βρήκες σε αυτό το μέρος; Οι παραλίες λίγες. Μικρές. Ο κόσμος χάλια. Το φαγητό άχυρο.

Το μέρος στο οποίο επέστρεφες και επέστεφες ξανά και ξανά δεν προσδιορίζεται μόνο γεωγραφικά. Εσύ ο ίδιος το βρίσκεις κάθε φορά άλλο. Το ψάχνεις στον χάρτη. Και το βρίσκεις στον χρόνο.
Τι σχέση έχει η Αστυπάλαια που σου αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά το 1998 από το πλοίο –τότε ακόμη που το πλοίο έδενε στο παλιό λιμάνι– με το κάστρο αεροκρέμαστο από πάνω σου;  Τι σχέση έχει εκείνη η άπιαστη Αστυπάλαια με την Αστυπάλαια του ζεστού, επίπεδου βράχου στις Πλάκες; Εκείνου του ίδιου βράχου όπου πέρασες ξαπλωμένος τρία, μπορεί και τέσσερα καλοκαίρια, με το κεφάλι στη σκιά και τις πατούσες στην άκρη του νερού;

Τι σχέση έχει η Αστυπάλαια που νέος τη λάτρευες μέρα και νύχτα με την Αστυπάλαια που είχες πια πάψει να την κοιτάς – όχι από ανία, αλλά από οικειότητα; Όταν μετακομίζεις σε ένα καινούργιο σπίτι, το χαζεύεις, μέσα και έξω. Το επιθυμείς. Δεν είναι όμως ακόμη σπίτι σου. Σπίτι σου γίνεται όταν βαρεθείς τη θέα. Όταν πια η ρουτίνα έχει κάνει τον χώρο αόρατο.

Χρειάστηκε να θάψεις πολλές νεανικές Αστυπάλαιες για να φτάσεις σε αυτή τη λήθη του χώρου που λέγεται οικειότητα: Για να μην έχεις την ανάγκη να ανέβεις μέχρι τον μπλε μαστό της εκκλησίας που πετάγεται μέσα από το κάστρο. Για να μην περιμένεις ώρες στο Λιβάδι να βγει η πανσέληνος. Για να μην τρέχεις, ψευτοροβινσώνας, με το μούδιασμα της τεκίλας ακόμη στη γλώσσα, να βουτήξεις αξημέρωτα στα Καμινάκια. («Καλέ!» έλεγε έκπληκτη η Λ., η κυρία των Καμινακίων. «Από τα μπαρ ήρθες κατευθείαν; Άντε! Πήγαινε στην άμμο να κοιμηθείς. Κι έλα όταν ξυπνήσεις. Θα έχει γίνει η ψαρόσουπα»).
Ο τόπος είχε γίνει πια τόπος σου στου Μουγγού. Τα απογεύματα μετά το μπάνιο, ξερός από το αλάτι και τον αέρα, δεν καθόσουν στο μπαλκονάκι. Καθόσουν μέσα στο καφενείο και μελετούσες το μπρικολάζ του τοίχου: Φωτογραφίες από αυθόρμητα γλέντια. Κορνίζες με πορτρέτα: ο Μουσολίνι, ο τέως, ο Τσε Γκεβάρα. Ένας παγκόσμιος χάρτης που κρέμεται στον τοίχο λιωμένος και ωχρός από δεκαετίες τσιγάρων. Και γύρω η ζωντανή τοιχογραφία των θαμώνων – των τσιγάρων που αέναα καίνε.

Ο τόπος είχε γίνει οικείος όταν είχε πια πάψει να σε αιφνιδιάζει με την ομορφιά του. Όταν σε τύλιγε η κοινότοπη ζωή του. Το στρογγυλό, γωνιακό τραπέζι στου Μουγγού. Η θέση δίπλα στο στενό παράθυρο, απ’ όπου φαίνεται μόνο μια παλάμη θάλασσας.

Ο τόπος είναι συναρπαστικός. Αρχαίοι ταφίσκοι βρεφών σκαμμένοι στην πλαγιά της Χώρας που βλέπει στο Λιβάδι. Το Βαθύ: ένας ερειπιώνας στην όχθη της λιμνοθάλασσας, στο βορειοανατολικό άκρο του νησιού, όπου η θάλασσα ακινητεί θολή σαν γιαούρτι. Το Στενό: ένα κορδόνι γης, που χωρίζει το Αιγαίο από το Καρπάθιο πέλαγος. Ένα λιγνό σύνορο που, τον Αύγουστο, χωρίζει ημισφαίρια – τον αφρισμένο βοριά από την κάλμα του νότου.

Όλα αυτά τα βρίσκει κανείς και στους τουριστικούς οδηγούς. Αλλά τις Αστυπάλαιες που έζησε, πότε λαίμαργα πότε νωχελικά, πού τις ξαναβρίσκει;
Έχω τρία χρόνια να πάω στην Αστυπάλαια. Μου λένε ότι ο τόπος έχει αλλάξει τελείως. Τον σκέφτομαι με γεροντική νοσταλγία και παιδική περιέργεια. Με ίση δόση τρόμου και προσδοκίας.
Έχω τρία χρόνια να πάω στην Αστυπάλαια και τη ζητάω σαν ξεριζωμένος.


ΤΑ ΜΑΥΡΑ
// Από τον Ηλία Μαγκλίνη //

Τα μαύρα. Μια ευθεία γραμμή, παράλληλη με την ακτή, που χωρίζει τη θάλασσα στα γαλάζια και στα μπλε, στα ρηχά και στα βαθιά. Όταν ήμουν μικρός, αποκαλούσα αυτό ακριβώς το σημείο «τα μαύρα». Ο βυθός με τη χρυσοκίτρινη άμμο μετατρέπεται σε γκρεμό και τα πάντα σκοτεινιάζουν.

Στον κόλπο του Αγιόκαμπου, στη Βόρεια Εύβοια, όλη η ακτή έχει αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: περίπου είκοσι μέτρα από το σημείο όπου σκάει το κύμα, σε μια παραλία με βότσαλα και άμμο, το βάθος από τα δύο μέτρα γίνεται ευθύς αμέσως είκοσι και τριάντα – νομίζω κάπου στα μισά της διαδρομής Αγιόκαμπου φτάνει έως και τα πενήντα μέτρα.

Τα νερά του Βόρειου Ευβοϊκού είναι πάντοτε καθαρά, δροσερά, διάφανα. Κατά καιρούς έχουμε δει δελφίνια, κυρίως όμως, δεκαετίες τώρα, βλέπουμε το φεριμπότ να πηγαινοέρχεται από τον Αγιόκαμπο στη Γλύφα και πάλι πίσω.

Ο πατέρας αγόρασε αυτά τα τριάμισι στρέμματα πάνω στη θάλασσα, νομίζω το 1972. Η γη στοίχισε κάπου εκατόν πενήντα χιλιάδες δραχμές – τότε. Ο πατέρας το αγόρασε από άλλο πατέρα: γύρευε να προικίσει την κόρη του, πούλησε το κτήμα και της αγόρασε διαμέρισμα στον Νέο Κόσμο...

Το κτήμα δεν είχε τίποτα – ήταν γυμνό, πάρεξ δύο μηλιές και τρεις τέσσερις ελιές. Οι ελιές στέκουν ακόμη. Όταν αναρτήθηκε το λυόμενο σπίτι, το 1980, οι γονείς έπεσαν με τα μούτρα πάνω στην εύφορη γη. Και ήταν όντως εύφορη: παλαιότερα ο Αγιόκαμπος ονομαζόταν «Ποτίστρα». Σήμερα, το κτήμα είναι μια μικρή ζούγκλα από θεόρατα πλατάνια, θεόρατες λεύκες, πληθωρικές δάφνες, μανόλιες, πικροδάφνες.
Όπως και στην Αθήνα, στο κτήμα ξυπνάω πολύ νωρίς. Η λυτρωτική γαλήνη ακυρώνει τον χρόνο. Για λίγο. Θα μπορούσα να είμαι δέκα, δώδεκα, δεκαπέντε, είκοσι, τριάντα – και πάει λέγοντας. Διότι το μέρος αυτό είναι πλέον το μοναδικό που με συνδέει με την παιδική ηλικία, με όλους όσοι άφησαν κάποτε εδώ το ίχνος τους – και τώρα σιωπούν.

Κατεβαίνω τα ελάχιστα σκαλοπάτια και αφήνω τον διάδρομο να με οδηγήσει κάτω από τις λεύκες και τα πλατάνια, ως την πόρτα που οδηγεί στην παραλία. Την παραλία της ζωής μου. Εδώ έχω κάνει τα περισσότερα μπάνια της ζωής μου. Με «κουλούρα», με βατραχοπέδιλα, με μαγιό, αλλά και χωρίς μαγιό. Εδώ με τσίμπησαν οι πρώτες μου τσούχτρες. Εδώ έχω ερωτευτεί και έχω χωρίσει, εδώ, πάνω στα βότσαλα με την άμμο, έχω ψήσει τα βράδια καλαμπόκια, τα έχω βουτήξει στο νερό για να αλατίσουν μα και για να χαθεί η κάψα της φωτιάς, εδώ έχω παρατηρήσει με τον αδελφό μου και το τηλεσκόπιό του τους δακτύλιους του Κρόνου, εδώ έχω ρίξει δίχτυα με τον Γιάννη, εδώ έχω κολυμπήσει με βροχή.

«Ό,τι πέρασε, πέρασε σωστά» – ο ύστατος στίχος του ύστατου ποιήματος του Σεφέρη. Το νιώθεις εδώ, μόνο εδώ μάλλον, κάτω από το μουρμουρητό των δέντρων: αυτή η αίσθηση ότι κάτι ή κάποιος σου ψιθυρίζει από πίσω τους – και ας μην πιστεύεις σε τίποτα, παρά μόνο στις αισθήσεις και στην επαφή με το δέρμα και το χώμα. Έτσι, τα «μαύρα» παύουν να είναι είναι μόνο μαύρα. Είναι η δροσιά του Βόρειου Ευβοϊκού που κυλάει έξω από την πόρτα μου.


ΕΝΑ ΒΑΘΥ «ΑΧ» ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΟΛΥΒΟ
// Από τον Πάσχο Μανδραβέλη //

«Γοητευτικός, αρχοντικός, εντυπωσιακός», «χειροποίητος, φιλικός, αλλά όχι δουλικός προς τους ξένους τουρίστες, ήρεμος»... Δεν περισσεύουν πια επίθετα για να ζωγραφίσει ο λόγος τη Μήθυμνα, όπως είναι το αρχαίο όνομα του Μολύβου. Όχι πως ποτέ αρκούσαν. Πάντοτε φάνταζαν λίγα, μικρά για την ομορφιά του. «Με ρωτούν πολλοί γιατί ξεχωρίζεις τον Μόλυβο», έγραψε κάποτε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, που κάθε καλοκαίρι είναι εκεί. «Γιατί τον βάζεις πρώτο στις προτιμήσεις σου από όλα τα μέρη της Ελλάδας; Δεν μπορώ να απαντήσω με επιχειρήματα. Αρκούμαι στο να δείχνω και να αναφωνώ. Να δείχνω τον οικισμό από το ύψος των “Δελφινιών” και να ρουφάω τον θαυμασμό του επισκέπτη μέσα από τα μάτια του ή να αφήνω να βγει από μέσα μου ένα βαθύ “αχ” καθώς αντικρίζω το φεγγάρι που ανατέλλει απ’ τη μεριά της Στύψης» («Βήμα», 8.2.2004). Κι αν δεν μπορεί ένας ποιητής σαν τον Πρόεδρο Λευτέρη Παπαδόπουλο να τον περιγράψει, τα μειράκια της δημοσιογραφίας πρέπει να αρκεστούμε σε αυτό το «βαθύ “αχ”», σ’ εκείνη τη γαλήνη που προσφέρει η θωριά του κάστρου, που δεσπόζει φωτισμένο πάνω από το λιμάνι.

Ερωτεύεσαι τον Μόλυβο με την πρώτη ματιά, μόλις πρωτοδείς αυτή την πολύχρωμη ζωγραφιά στον δρόμο μετά τον Λαφιώνα. Τον αγαπάς όμως όταν γνωρίσεις τους ανθρώπους του. Είναι εκεί ο Μπαμπούκος με τους φοβερούς μεζέδες του και τη μελωδική ντοπιολαλιά του: «Έχω καλά χταποδέλια σήμερα». Στήνει με τον Πρόεδρο δήθεν καβγάδες, μόνο και μόνο για να γελάει κελαρυστά ο Σταύρος Τσακυράκης. «Πότε έχουν γενέθλια τα ψάρια σου, ρε μ...;»· Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είναι φημισμένος για τον λυρισμό στη γραφή του και τα κοσμητικά επίθετα στον προφορικό του λόγο. «Να σε φαρμακώσω να ησυχάσουμε...». Ο Κλεάνθης, αδελφός του Σταύρου, που έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στο τραπέζι. Η Σούλα, που πάντα σέρβιρε λακέρδα και κουκιά. Ο Νίκος στο Sunset που αγαπούσε να πειράζει ο Σταύρος. Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, αποτραβηγμένος, γράφει το νέο του μυθιστόρημα. Ο Τίτος Πατρίκιος, που ένα βράδυ το 2011 διάβασε σε μια ομήγυρη φίλων το ανέκδοτο τότε έργο του «Σε βρίσκει η ποίηση». Να δω τους ποιητές πρόλαβα εγώ, ένα αυγουστιάτικο βράδυ με πανσέληνο στο σπίτι της Ραλλούς και του Γιάννη. Και φυσικά, κάθε καλοκαίρι, σκάει μύτη όλο το παλιό ΚΚΕ εσωτερικού, οι περισσότεροι σήμερα καθηγητές (Γιάννης Βούλγαρης, Γιώργος Τσεμπελής, Φώντας Βερύκιος, Γιάννης Αναστασάκος κ.ά.), για να διαφωνήσουν πολιτικώς και εκτός των τειχών.

Δεν χωράει η ομορφιά στον λόγο, ούτε ο Μόλυβος σε κάποιο επίθετο. Τα λιθόστρωτα σοκάκια, οι πασχαλιές που σκεπάζουν την παλιά αγορά, το ενετικό κάστρο που στέκει σαν κορόνα πάνω του, οι βοτσαλωτές ακτές, τα πέτρινα λιοτρίβια που έγιναν ξενοδοχεία, το γραφικό λιμάνι που φεγγοβολά στα ήρεμα νερά, το κρεμασμένο πάνω από την παραλία κλαμπ Κόνγκας, και λίγο πιο ψηλά το μπαρ «Πειρατές» με την υπέροχη μουσική και τη μαγευτική θέα. Όλα αυτά είναι μέρη που νιώθεις, αλλά δεν μπορείς να πεις τι ένιωσες. Ίσως μόνο εκείνο το «βαθύ “αχ” καθώς αντικρίζεις το φεγγάρι που ανατέλλει από τη από τη μεριά της Στύψης».


ΦΙΣΚΑΡΔΟ «ΜΟΥ»
// Από την Ξένια Κουναλάκη //

Όταν περνάω τον Μάγγανο, εκεί που στενεύει ο δρόμος προς το Φισκάρδο και τα αυτοκίνητα δεν χωρούν να περάσουν ταυτόχρονα προς τις δύο κατευθύνσεις, οι οδηγοί υποχρεώνονται καμιά φορά να σταματήσουν για να περάσει το αντίθετο ρεύμα. Τότε οι στροφές μεγαλώνουν και μαλακώνουν. Δεν είναι όπως μέχρι τον Μύρτο, που μου έρχεται εμετός κάθε τόσο, και προσπαθώ να κοιτάω ευθεία μπροστά. Κανακεύω τον εαυτό μου: «Κάνε υπομονή, Ξενάκι, όπου να ’ναι, φτάνεις, έχεις μπει πια στην  Έρισσο, είσαι κοντά».

Στην τελική ευθεία για το Φισκάρδο, αλλάζει εξάλλου και η φύση. Από τα κοφτά άσπρα βράχια που καταλήγουν σε φωλιές καρέτα καρέτα αρχίζει και πρασινίζει το τοπίο και γεμίζει κυπαρίσσια. Καρτ ποστάλ Ιονίου είναι το βόρειο άκρο της Κεφαλονιάς. Μονοπάτια και σπίτια σε παλ χρώματα, κάτι ανάμεσα σε Κιόνι ή Πόρτο Φίνο, αλλά πάλι όχι και τόσο κοσμοπολίτικο, πιο αληθινό. Ίσως φταίει που ξέρω τους ντόπιους εκεί. Και, όταν φτάνω στο πάρκινγκ πάνω από το «χωριό», αρχίζω και βλέπω γνωστές φυσιογνωμίες από το παρελθόν. Θυμάμαι διάσπαρτα κουτσομπολιά και παλιές ιστορίες, βγαλμένες από βιβλία του Μάρκες: αιμομιξίες και θείες με νυχτικά-αερικά, Άγγλοι ζωγράφοι χωρίς πόδια από το πολύ αλκοόλ και Γερμανοί που μένουν μόνιμα σε τροχόσπιτα, ένας ταβερνιάρης που μοιάζει με τον Οβελίξ και είναι γεμάτος τατουάζ, η Τασία που έχει vanity wall με τον Τομ τον Χανκς και ο Στάθης που πουλάει τουριστικά είδη απέναντι από «το σπίτι που περνούσε τα καλοκαίρια του ο Καββαδίας» στην οδό Μαραμπού - πού αλλού;

Κοιτάω τα ιστιοπλοϊκά που περνούν από το Φανάρι ή τις τράτες που είναι δεμένες στις Ελιές και ξέρω ότι τουλάχιστον μία έχει βαφτιστεί «Φρειδερίκη». Μου αρέσουν αυτές οι ζωντανές-και αντιφατικές-ιστορικές μνήμες στην Κεφαλονιά. Για παράδειγμα, ο ιδιοκτήτης της καλύτερης ταβέρνας του νησιού στην Αγία Κυριακή, με τα κατακόκκινα μπαρμπούνια και τα καταπράσινα χόρτα, λέγεται «Μεταξάς» (όχι το επίθετο, το μικρό) και δεν χρειάζεται καν να ρωτήσω γιατί, αλλά πάλι η αδελφή του έχει μοβ μαλλιά και σπουδάζει στην Καλών Τεχνών. Στο Greco το βράδυ ακούω τα ίδια ροκ τραγούδια με την ίδια σειρά: όταν πάει δέκα, ας πούμε, το «Brown Eyed Girl» του Βαν Μόρισον, γλυκιά πλήξη και ηρεμία. Αυτό είναι διακοπές, αυτό είναι το «χωριό μου», και έχω μάθει να εντοπίζω τους «κακούς πανωχωρίτες», που κάνουν μπαμ από χιλιόμετρα. Βάζουν τα καλά τους τα Σάββατα και κατεβαίνουν στο Φισκάρδο να κόψουν κίνηση, μήπως δουν τον Ρώσο ιδιοκτήτη του Σκορπιού με την κουκλάρα κόρη ή κάποιον διεθνή ποδοσφαιριστή να πάρουν αυτόγραφο.

Μόνο μία φορά είχα «πετύχει» (;) τον Μπρους Σπρίνγκστιν. Με πήραν να με ειδοποιήσουν ότι έχει έρθει δηλαδή. Έκανα όμως σιέστα και δεν άκουγα το τηλέφωνο. Κι έτσι έχασα το αυτόγραφο για πάντα. Εξαφανίστηκε ο Μπρους στα βάθη της θάλασσας, τον κατάπιε κάποιο σκάφος, κι εγώ έμεινα να χαζεύω τις φωτογραφίες των φίλων μου με τον Boss. Τα νέα τα μαθαίνω από το παράθυρο όταν ξυπνάω. Περνάει κόσμος απέξω και συζητούν, αυτή είναι η ενημέρωσή μου.

Τις χρονιές τις θυμάμαι με τις ειδήσεις που άκουσα, τα εκάστοτε βράχια που οικειοποιήθηκα και τα βιβλία που διάβασα. Η Ουτόγια το 2011, το Μάτι το 2018. Καρίμπα το 2007, Λιτσού το 2011, Φιορούλα το 2018. Η Μαντάμ Μποβαρί το 2008, το Αλεξανδρινό κουαρτέτο το 2010, η Ημερήσια διάταξη πέρσι. Έτσι μετράω τα καλοκαίρια. Το Φισκάρδο είναι το χωριό και όλες οι παραλίες, τα βράχια, οι άνθρωποι, τα καφενεία, τα βιβλία, όλα αυτά που μου έρχεται αυθόρμητα να βάλω κτητική αντωνυμία δίπλα: «μου».


Η ΣΚΙΑΘΟΣ ΩΣ ΟΠΤΑΣΙΑ
// Από τον Νίκο Βατόπουλο //

Βουτώντας από μια βάρκα στα μικρά Λαλάρια, λίγο πριν από τη μεγάλη και διάσημη παραλία του νησιού, ένιωσα για λίγο, έστω, τη Σκιάθο σαν μια σχεδόν ψευδαισθητική εμπειρία. Τα νερά, διάφανα και κρυστάλλινα, δίπλα στους αργυρόλευκους βράχους με τις σπηλιές και τους ορμίσκους, έδιναν όλο αυτό το παραισθησιογόνο υλικό, πολύ κοντά στον ορισμό της ευτυχίας.

Λίγο μετά, με το αλάτι στο δέρμα, η φρεσκοκομμένη ντομάτα με βελούδινο ελαιόλαδο και με συνοδεία παγωμένης μπίρας, στην καντίνα του κυρ Απόστολου, ολοκλήρωνε την εμπειρία ενός μεσημεριού στη Σκιάθο, με τα απολύτως βασικά. Από την καντίνα, σε ύψωμα, σαν μια ακρόπολη ενός Ροβινσώνα Κρούσου, ατενίζαμε τα ερείπια του Κάστρου, της παλιάς Χώρας του νησιού.

Η Σκιάθος μπορεί να συνδυάζει πολλά, αλλά για μένα αυτός ο παράδεισος, που ήδη από τα χρόνια του ’60 πολλοί ξένοι επισκέπτες τη χαρακτήριζαν έτσι, είναι ένας τόπος ιδιαίτερος, αισθαντικός και πνευματικός. Φέρω τις παιδικές μου αναμνήσεις, όταν οι γονείς μου ανακάλυψαν αυτό το νησί και για τρία καλοκαίρια ερχόμασταν να εξερευνήσουμε την τότε παρθένα νήσο. Κατεβαίναμε με βάρκες από το πλοίο, το λιμάνι δεν είχε μεγαλώσει, και κάναμε βόλτες προς τη Λίμνη, όταν έπεφτε ο ήλιος, εκεί κοντά όπου έγινε αργότερα το αεροδρόμιο. Αλλά η Σκιάθος είναι ένα νησί για όλους, αρκεί να νιώσει κανείς εκείνη τη δυνατότητα συνύπαρξης που παρέχει σε κοσμικούς και μοναχικούς. Φέτος περπάτησα πολύ μέσα στη Χώρα, τον μοναδικό οικισμό του νησιού, με το παλιό και το νέο λιμάνι και την κεντρική οδό από όπου όλοι θα περάσουν, την οδό Παπαδιαμάντη, που παλιά είχε και ένα μικρό κανάλι.

Στάθηκα σ’ εκείνα τα θραύσματα της παλιάς Σκιάθου, σε κάποια παλιά σπίτια με ξύλινες εξώθυρες, αστικές και λαϊκές, παλιές αποθήκες, και μπακάλικα, μια εικόνα σε απόσυρση. Πιο κάτω, μέσα στη βοή του κόσμου, στάθηκα έξω από το «Αττικόν», το θερινό σινεμά που εκείνες τις ημέρες προανήγγειλε το νέο «Μamma Μia!», και, όταν σήκωσα το βλέμμα, είδα μία από τις πιο ωραίες σιδεριές, σε κόκκινο χρώμα, σαν υπέρθυρο. Μου φάνηκε σαν μια χειρονομία που έφερνε ποίηση στην τουριστική πεζότητα.

Κάθε φορά προσκυνάω το σπίτι του Παπαδιαμάντη και, αν και δεν υπάρχουν αυθεντικά αντικείμενα, η ατμόσφαιρα είναι συγκινητική. Φετινή ανακάλυψη ήταν το Σκιαθίτικο Σπίτι, ένα ιδιωτικό μουσείο που σε μυεί στην ιστορία μιας οικογένειας από το 1910 έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, με τεράστια συλλογή αυθεντικών κειμηλίων. Εξαιρετική η ξενάγηση από τα μέλη της οικογένειας. Η είσοδος είναι μόνο δύο ευρώ και σε ένα τραπεζάκι υπάρχουν και τα σκιαθίτικα βιβλία του Γιώργου Σανιδά.

Στο Μπούρτζι, στο κατάφυτο «νησάκι» προς το παλιό λιμάνι, περιεργάζομαι πάντα το παλιό σχολείο, από τη σειρά εκπαιδευτηρίων που είχε χρηματοδοτήσει ο Ανδρέας Συγγρός στις αρχές του 20ού αιώνα. Εκεί στεγάζεται το Μουσείο Ναυτικής Παράδοσης. Επιβάλλεται ένας καφές στο Μπούρτζι, γιατί σε αυτό το σχεδόν νησάκι νιώθεις τη Σκιάθο στο αίμα σου και, αν κατηφορίσετε προς την τουαλέτα, θα έχετε την ευκαιρία να πλύνετε τα χέρια σας στους ωραιότερους νιπτήρες, με απευθείας θέα στο πέλαγος.

Με τη γεύση από το χαμαλί, το παραδοσιακό γλυκό αυτού του ιδιαίτερου νησιού, και την αύρα της καθημερινότητας στις γειτονιές, έχεις την επιθυμία να γνωρίσεις πιο βαθιά τους ανθρώπους που παλεύουν για την ποιότητα. Με νέο δήμαρχο, έναν άξιο Σκιαθίτη, τον Θοδωρή Τζούμα, η Σκιάθος αποκτά και ιστορική αυτοσυνειδησία. Το κοιμητήριο εντάχθηκε, χάρη στη δική του πρωτοβουλία, στο ευρωπαϊκό δίκτυο ιστορικών κοιμητηρίων, ενώ στη θαυμαστή Μονή της Ευαγγελίστριας παρουσιάζεται για όλο το καλοκαίρι η έκθεση με τις φωτογραφίες του Άγγλου Alexander Lamont Henderson, από τις συλλογές του Φωτογραφικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη.

Τυχαία, δοκίμασα και λευκό κρασί της Σκιάθου. Ενθουσιάστηκα. Η παραγωγή είναι μικρή, μου είπαν. Μένει στο νησί. Ευκαιρία να ξαναπάω σύντομα.


Η ΠΟΥΝΤΑ ΖΕΖΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΚΕΙ
// Από τη Γιούλη Επτακοίλη //

Πάνε περίπου 15 χρόνια. Ίσως και παραπάνω. Η σχέση μας ξεκίνησε τυχαία, με αφορμή μια επίσκεψη σε φίλους στην ακτή «Ασημάκη». Η περιοχή μού ήταν εντελώς άγνωστη. Μέχρι τότε, τις Κυριακές του καλοκαιριού στην Αθήνα, προτιμούσα για μπάνιο την πλευρά της Αναβύσσου και της Σαρωνίδας, το Μαύρο Λιθάρι και κάτι μικρά κολπάκια που είχε ανακαλύψει η παρέα. Η άλλη πλευρά όμως, η πλευρά από το Λαύριο μέχρι τον ναό του Σουνίου, μου ήταν σχεδόν άγνωστη. Μέχρι εκείνη την ημέρα.

Στην επιστροφή αποφάσισα να την εξερευνήσω. Λίγο πριν από το Λαύριο, όπως κανείς επιστρέφει από το Σούνιο, ακολούθησα μια πινακίδα που έγραφε «Ξέγνοιαστο μελίσσι»*. Τι στο καλό; Κάπου καλά θα βγάζει, σκέφτηκα. Ένα χιλιόμετρο μετά, την είδα. Αμμουδερή, ρηχή, σε σχήμα μισοφέγγαρου, πεντακάθαρη, με αρμυρίκια για σκιά και μεσημεριανή σιέστα, η μαγική Πούντα Ζέζα μού αποκαλύφθηκε σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Τα επόμενα χρόνια μπήκε για τα καλά στη ζωή μου.

Αρχικά έγινα συχνή επισκέπτρια, δεν άφησα κολπάκι για κολπάκι και παραλία για παραλία εκεί γύρω, ήξερα πού να πάω όταν φυσάει βοριάς, πού να πάω όταν φυσάει νοτιάς, έδινα tips σε φίλους και γνωστούς, στους πιο αγαπημένους μίλησα για τα «Άσπρα σπίτια» και το «Τσίου», όρεξη να ’χει κανείς να ψάχνει καβάτζες στην απίθανη αυτή ακτογραμμή, τους είπα για τον φούρνο του Βαμβακούση, για τα μουστοκούλουρα και τα κουλουράκια πορτοκαλιού. Για τον Γιώργο στο «Συρτάκι», την καλύτερη ψαροταβέρνα της περιοχής, για τον Ιταλό και το φοβερό παγωτό του στο Λαύριο. Δεν θα βρείτε ωραιότερο φιστίκι, πουθενά!

Μετά βρέθηκε μια θερινή κατοικία σε ένα παραθεριστικό συγκρότημα. Σύντομα ακολούθησαν κι άλλοι φίλοι: ο Κώστας, η Μαργαρίτα, ο Χρήστος με τη Χρυσή, ο Κωνσταντίνος, η Δήμητρα, η Βαγγελιώ, η Φρόσω, η Τζίνα. Φτιάξαμε κάτι σαν κοινόβιο. Πίναμε καφέ μαζί, κολυμπούσαμε μαζί, τρώγαμε τα βράδια μαζί, μαγείρευε πότε το ένα σπίτι και πότε το άλλο – δεν θα ξεχάσω την ημέρα που φούρνισα δύο ταψιά γεμιστά για 16 άτομα, τα μισά «ορφανά» και τα άλλα με κιμά. Διαβάσματα, πολιτικές συζητήσεις –τότε ήταν ακόμη ανώδυνες–, πλάκες, ατελείωτες παρτίδες τάβλι, μια δυο φορές στο τσακ το γλιτώσαμε και δεν βρέθηκε στον πάτο της θάλασσας. Εντάξει, δεν είναι κι ό,τι καλύτερο να έχεις πιάσει την παραμάνα του αντιπάλου και στο τέλος να χάνεις το παιχνίδι διπλό, αλλά κι αυτή η Δήμητρα δεν το ’χε με την ήττα καθόλου.

Ήταν κι η μέρα που μας μάζεψε το Λιμενικό. Ξεκινήσαμε με τον Κώστα για ψάρεμα με κάτι που έμοιαζε πιο πολύ με πλαστική μπανιέρα παρά με βάρκα, έπιασε δυνατός βοριάς και... τέλος πάντων, σωθήκαμε. Δεν πτοηθήκαμε, αλλά τουλάχιστον σοβαρευτήκαμε. Τι έγινε μετά; Ήρθε η κρίση κι έπειτα ο ΣΥΡΙΖΑ. Τα «ναι» έγιναν «όχι» και τα «όχι» «ναι». Σκορπίσαμε. Αλλά έτσι είναι αυτά. Τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Η Πούντα Ζέζα πάντως είναι πάντα εκεί. Και ο Ιταλός φτιάχνει πλέον και εκπληκτικό παγωτό μαστίχα. Το δοκίμασα πρόσφατα και σας το συστήνω ανεπιφύλακτα.

*Το «Ξέγνοιαστο μελίσσι» είναι παιδική κατασκήνωση. Ξέγνοιαστο για τα παιδιά, αλλά για τους μεγάλους, τους μήνες που λειτουργεί η κατασκήνωση, δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ