ΠΟΛΗ

Στην οδό Μαυρομιχάλη με το τελευταίο φως της μέρας

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Το μονώροφο σπίτι της οδού Μαυρομιχάλη 178 στη Νεάπολη επιζεί ως ένα ποιητικό ερείπιο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πριν ξηλωθεί εντελώς, καλό θα ήταν να αποτυπώσει κάποιος την ξυλόγλυπτη πόρτα στην οδό Μαυρομιχάλη 178. Ακούγεται περίεργο, ίσως, πως ανάμεσα στις τόσες πόρτες της Αθήνας, όλες εκείνες τις μοναχικές και ευθυτενείς, που σφραγίζουν σιωπηλά σπίτια, στέκομαι απέναντι σε αυτό το θύρωμα της Μαυρομιχάλη. Αν απομονώσεις την πόρτα και τη βάλεις με τη φαντασία σε ένα μεγάλο αρχοντικό θα ταίριαζε θαυμάσια. Αλλά, να που η πόρτα αυτή, η οποία φέρνει στον νου αρχοντόσπιτα της νότιας Ιταλίας, σφραγίζει ένα μονώροφο σπιτάκι, χτισμένο κάποτε σε μια άκρη της πόλης.

Γεμίζει το βλέμμα από το μεγαλείο της απλότητας στην παλιά κλίμακα της γειτονιάς. Αν θελήσει κάποιος να περπατήσει σε αυτήν την άκρη της Μαυρομιχάλη για να συναντήσει αυτό το σπίτι, ας διαλέξει να πάει ώρα δειλινού, δηλαδή να είναι εκεί μετά τις 7.30-8 το βράδυ, όταν τώρα το καλοκαίρι, ο ήλιος καταπίνει ολόκληρο το σπιτάκι, και το κάνει να μοιάζει με χρυσό φλουρί. Ανάβουν οι ξεφτισμένοι σοβάδες του, σκάνε τα γύψινα στη ζέστη και νομίζεις πως ακούς εκείνα τα «κρακ» σαν να είναι από πεύκο που κόρωσε στη ζέστη ή από καρπούζι έτοιμο για σφαγή. Κοιτάω τις όμορφες τούφες από ξεραμένα αγριόχορτα στη σκεπή και μοιάζουν με μικρούς θυσάνους να ανεμίζουν μαλακά στη ζέστη.

Είναι αυτό το σπίτι πολύ κοντά στην ωραία οδό Παπατσώρη, ανάμεσα στην Ιπποκράτους και στη Μαυρομιχάλη. Στην ευθεία της, η Παπατσώρη κοιτάει το σινεμά «Παναθήναια», αλλά αυτός ο δρόμος είναι ένα κεφάλαιο από μόνος του. Οπως παίρνει κανείς και πάλι τη Μαυρομιχάλη, και αν έχει λίγο χρόνο και σαφώς λίγο χώρο μέσα του, θα σταθεί το δίχως άλλο στο σπιτάκι με την ωραία πόρτα. Είναι όλα εκεί γύρω, πολυκατοικίες και σπίτια χαμηλά, και με μια αίσθηση διάχυτη μιας ημιεξοχικής αύρας, μιας εντύπωσης ανέφελης πάστρας μέσα στα αστικά χαλάσματα. Πόσες αντιθέσεις γεννά η παρατήρηση.

Μου αρέσει να βλέπω τα δύο παράθυρα του σπιτιού, αριστερά και δεξιά της ωραίας πόρτας. Είναι σταυρωμένα με σανίδια και έτσι μοναχικά, θυμίζουν τους δύο ληστές στον Γολγοθά. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει κανένα ύψωμα, είναι όλα χαμηλά και επίπεδα, νομίζεις θα απλώσεις το χέρι και θα σπρώξεις την ωραία πόρτα και με δύο βήματα θα βρεθείς στον προθάλαμο. Εκεί, από τις γρίλιες των παραθύρων θα βλέπεις στο ημίφως τους τοίχους με εκείνο το λερωμένο γαλάζιο, το γαλακτερό, και τους διακόπτες του ηλεκτρικού που μπήκαν ολοστρόγγυλοι στα 1930 με μια στεφάνη μαύρη και άλλη μια μπορντό. Τα βήματα θα σκοντάψουν σε μια εφημερίδα κιτρινισμένη με πρώτο θέμα ένα έγκλημα από τα 1964 και με τα έργα στους κινηματογράφους στις μέσα σελίδες, ανάκατα και αισθησιακά. Παρά τη σκοτεινιά στο σπίτι, θα θελήσεις να πας πιο μέσα.

Οπως το κοιτάω απέξω, λουσμένο στο τελευταίο φως της μέρας, το σπίτι αυτό στη Μαυρομιχάλη σηκώνει μεγάλη κληρονομιά. Μένει εκεί να συμβολίζει τα άλλα σπίτια που χάθηκαν –άλλα απρόσμενα και άλλα από θάνατο φυσικό– όπως μαθαίνει ένας άνθρωπος που προχωράει στο γήρας ότι το αντάλλαγμα γι’ αυτό το δώρο θα είναι οι ατελείωτοι αποχαιρετισμοί. Στέκει –το σπίτι αυτό– εκεί με τις μνήμες φωλιασμένες μέσα, με μια βουβή εσωστρέφεια σαν ένα πουλί που κοιμάται σε κλώνο δένδρου. Μόνο που εδώ, στην οδό Μαυρομιχάλη, οι ήχοι της σιωπής κυλούν από μέσα έως έξω στον δρόμο, σαν μια δεσμίδα φωτός να χυμάει λευτερωμένο. Ακούς –νομίζεις– βήματα σε σκάλα, ή παντζούρια μισομανταλωμένα να κροταλίζουν. Ακούς, θαρρείς, μια φωνή περιέργως γνώριμη.

Στην οδό Μαυρομιχάλη θα ξαναγυρίζεις. Θα αναζητείς την ωραία πόρτα κατά προτίμηση σε ώρα δειλινού με το χρυσό, τελευταίο, φως της μέρας να τη στεφανώνει. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη