ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σχεδόν δύο μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του στο Εθνικό Θέατρο και λίγες μόλις ημέρες από τις παραστάσεις των «Ικέτιδων» στην Επίδαυρο (5 και 6 Ιουλίου), ο Στάθης Λιβαθινός λέει πως η τραγωδία του Ευριπίδη την οποία σκηνοθετεί «έχει τον χαρακτήρα και ενός αποχαιρετισμού». Θεωρεί ότι σωστά επιλέγει να σκηνοθετήσει μια παράσταση στην Επίδαυρο, τονίζοντας ότι είναι μόλις η τρίτη φορά για εκείνον στο αργολικό θέατρο. Και προσθέτει: «Θα ήθελα να συνεχίσω ως καλλιτεχνικός διευθυντής, αλλά αν αυτό δεν συμβεί, θέλω να αποχαιρετήσω το Εθνικό με ένα τέτοιο έργο».

Προσδοκά να είναι «ο τελευταίος καλλιτεχνικός διευθυντής που μπαίνει με πολιτική απόφαση. Θα έπρεπε να χαρακτηρίζει τη χώρα μας ένας σύγχρονος και αξιοκρατικός τρόπος επιλογής. Αργά ή γρήγορα εκεί θα οδηγηθούμε. Αυτό που υποστηρίζω είναι να μην υπάρχει το ποιος είναι και σε ποιον αρεστός».

Πώς του φάνηκε ο τρόπος που χειρίστηκε η υπουργός Πολιτισμού Μυρσίνη Ζορμπά το θέμα της επιλογής των διευθυντών των εποπτευόμενων φορέων και συγκεκριμένα του Εθνικού Θεάτρου; «Δεν θα κρίνω την υπουργό, καταλαβαίνω ότι θέλει να ακολουθήσει τα πιστεύω της. Φοβάμαι ότι δεν υπήρχε ο χρόνος για να γίνει ο διαγωνισμός όπως πρέπει». Σε άλλες περιπτώσεις, βέβαια, η θητεία άλλων διευθυντών ανανεώθηκε. «Πράγματι, αλλά είναι κάτι που δεν θέλω να θίξω. Ο πολιτισμός στον τόπο μας δεν χρειάζεται δηλώσεις, αλλά έργα».

Επιτυχημένη θητεία

Η θητεία του από τους περισσότερους χαρακτηρίστηκε επιτυχής. Με πολλές κοινωνικές δράσεις όπως τα θεατρικά εργαστήρια σε σωφρονιστικά ιδρύματα, σε πρόσφυγες και ασυνόδευτα παιδιά. Επίσης απευθείας συνδέσεις με το κανάλι της Βουλής, δίνοντας έτσι την ευκαιρία και σε ακριτικές περιοχές να παρακολουθήσουν παραστάσεις του Εθνικού. Ηταν όμως και η αναβάθμιση των σπουδών, η ίδρυση του τμήματος σκηνοθεσίας στην Ανωτέρα Δραματική Σχολή του Εθνικού, το Μικρό Εθνικό, οι συνέργειες με άλλους πολιτιστικούς φορείς, οι διεθνείς συνεργασίες, η τιμολογιακή πολιτική κ.ά. Ο Στάθης Λιβαθινός διαβεβαιώνει ότι «το θέατρο δεν χρωστάει πουθενά. Είναι υγιές, βιώσιμο, με αρκετά γεμάτες τις σκηνές φέτος, χωρίς χρέη, κάτι για το οποίο εργάστηκαν όλοι οι  καλλιτεχνικοί διευθυντές και όχι μόνο εγώ. Το αφήνω με μια μικρή επιχορήγηση και μια τιμολογιακή πολιτική πολύ πιο κοινωνικά προσανατολισμένη από οποιαδήποτε άλλη χρονιά. Μην ξεχνάτε ότι μέχρι και capital controls αντιμετώπισα. Παρ’ όλα αυτά, με τα έξι εκατομμύρια ευρώ, τις έκτακτες επιχορηγήσεις που πάντα έπαιρνε το Εθνικό συμπληρώνοντας τις ανάγκες του, τα καταφέραμε. Ευτυχώς στάθηκαν κοντά μας χορηγοί».

Αυτό που δεν πρόλαβε να κάνει είναι να συστηματοποιηθεί η εξωστρέφεια του Εθνικού, «γιατί η Ευρώπη συνομιλεί με ορίζοντα δύο χρόνων όταν η θητεία του καλλιτεχνικού διευθυντή εδώ είναι τριετής». Επίσης, να δημιουργήσει τον μηχανισμό που θα στηρίζει τις αξιόλογες δουλειές ώστε να μένουν στο ρεπερτόριο και να υποστηριχθεί η παραμονή σημαντικών ηθοποιών. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο Νικήτας Τσακίρογλου, ο Γιώργος Κιμούλης, η Λήδα Πρωτοψάλτη αλλά και νεότεροι συνάδελφοί τους δεν έχουν μια σταθερή βάση στο Εθνικό. Να υπηρετούν το Εθνικό οι καλύτεροι απ’ όλες τις γενιές του ελληνικού θεάτρου. Ακόμη, να υπάρχει συνέχεια στις υποδομές που φτιάχτηκαν».

Και όμως, αίτηση υποψηφιότητας λέει ότι δεν πρόλαβε να υποβάλει. «Πρόσφατα μας ενημέρωσαν ότι σταματάει η προθεσμία υποβολής υποψηφιοτήτων και θα συνεχιστεί μετά τις εκλογές. Εάν πράγματι συνεχιστεί, γιατί δεν ξέρω τι θα κάνει ο επόμενος υπουργός, θα υποβάλω και εγώ».


«Προσδοκώ να είμαι ο τελευταίος καλλιτεχνικός διευθυντής που μπαίνει με πολιτική απόφαση», λέει ο Στ. Λιβαθινός.

«Ενα δύστροπο έργο» 

Σε αυτή την ατμόσφαιρα και με ανάμεικτα αισθήματα ο Στ. Λιβαθινός κάνει πρόβες για τις «Ικέτιδες» του Ευριπίδη. Εργο που ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο μία και μόνο φορά στην Επίδαυρο το 1966 από τον Τάκη Μουζενίδη. Στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου πριν από 39 χρόνια σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους. Τώρα τα δύο θέατρα συνεργάζονται για το νέο ανέβασμα. «Είναι ένα δύστροπο έργο, όπως όλα τα αριστουργήματα. Δεν ανεβαίνει συχνά γιατί δεν έχει τον κεντρικό ρόλο που θα εξομαλύνει τις γωνίες και θα το φέρει στο προσκήνιο, να αναδείξει το ταλέντο ενός ηθοποιού».  

Η υπόθεση μοιάζει απλή: Οι μητέρες των Αργείων στρατηγών οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους στη Θήβα πολεμώντας στο πλάι του Πολυνείκη προσπέφτουν ικέτιδες στον βωμό της Δήμητρας στην Ελευσίνα. Ζητούν τη βοήθεια του Θησέα, βασιλιά της Αθήνας, γιατί οι Θηβαίοι κρατούν τους νεκρούς και δεν επιτρέπουν την ταφή τους. «Μην ξεχνάμε πως μητέρες πάλεψαν να θάψουν τα παιδιά τους κάποτε στην Κύπρο, στην Ελλάδα, στην Αρμενία και αλλού. Οι “Ικέτιδες” είναι μια υπαρξιακή τραγωδία πάνω στην ερημιά του ανθρώπου».

Δίνει ιδιαίτερη σημασία στη συνεργασία με τον Γιώργο Κοροπούλη. «Είναι η πρώτη του μετάφραση για την Επίδαυρο και είμαι χαρούμενος και περήφανος γι’ αυτό. Ο Ευριπίδης δεν αρκείται στην αφήγηση, αλλά έχει ένα παιχνίδι υφών, ρυθμών, τόνων, προσώπων». Και ο ίδιος σκηνοθετικά πειραματίστηκε με στοιχεία που δεν είχε ερευνήσει, όπως αυτό της μετρικής που πέρασε στη μετάφραση. «Για εμένα έχει μεγάλη σημασία ο λόγος. Θεωρώ έγκλημα ότι τα αρχαία ελληνικά δεν υπάρχουν σε έναν βαθμό στην καθημερινότητά μας».
Στα μάτια του, οι Ικέτιδες δεν είναι χαροκαμένες γυναίκες. «Είναι φυσικά φαινόμενα κρυμμένα στη μορφή γυναικών, τα οποία αναγκάζουν να εγκαθιδρυθούν καινούργιες αξίες. Η εγκαθίδρυση ανθρώπινων αξιών είναι σημαντικότερη από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Δημοκρατίες γνωρίσαμε πολλές και κάποιες απ’ αυτές είναι ορισμένες φορές ελαττωματικές και μοιραίες». 

Εγωιστική πρωτεύουσα

Σε μια εποχή θεατρικής πολυγλωσσίας, τι πιστεύει ο Στ. Λιβαθινός για το ελληνικό θέατρο; «Λέμε ελληνικό θέατρο αλλά στην ουσία αναφερόμαστε στην υπερφορτωμένη θεατρικά εγωιστική πρωτεύουσα. Παίρνουμε ό,τι καλύτερο υπάρχει και το φυτεύουμε στην Αθήνα αγνοώντας την Περιφέρεια. Ο θεατρικός πανζουρλισμός έχει μια γενικώς αποδεκτή μετριότητα με ελάχιστες εξαιρέσεις. Το μέτριο έγινε καλύτερο. Εχουμε πρόβλημα με την εκπαίδευση και την  υπερκατανάλωση θεάτρου».

Καλλιτεχνικά θεωρεί ότι «παιανίζουμε το πένθιμο εμβατήριο του μεταμοντερνισμού, που ευτυχώς πεθαίνει. Κάποιοι κατάλαβαν ότι με το ρεαλιστικό, ποιητικό, ψυχολογικό θέατρο χρειάζεται βαθιά ενασχόληση. Ακόμα και η μεταμοντέρνα παρεξήγηση βασίζεται σε πράγματα παλιά. Αν έβλεπε πολλά απ’ όσα γίνονται σήμερα ο Βσεβολόντ Μέγιερχολντ θα γελούσε, γιατί εκείνος τα δοκίμασε από τη δεκαετία του ’20 -’30. Νομίζω ότι επιστρέφουμε με γρήγορους ρυθμούς στην αλήθεια της ανθρώπινης ψυχής».

Λέει ότι βλέπει ανθρώπους που δουλεύουν χωρίς να έχουν πάντοτε πάθος. Οτι η σκηνοθεσία αντιμετωπίζεται σαν κάτι που μπορεί να κάνει ο καθένας. «Υπάρχουν όμως νέοι σκηνοθέτες που αγωνιούν». Στέκεται και σε ένα σύμπτωμα: «Βλέπω έλλειψη ήθους και βαθύτερης σεμνότητας. Καμιά φορά νιώθεις ότι θέλεις να πιάσεις κάνα δυο και να τους πεις “παιδιά, σεμνότερα!’’. Μπορώ να ξεχωρίσω τους ταλαντούχους ανθρώπους από την αβεβαιότητά τους. Τους βέβαιους τους θεωρώ κάπως ερασιτέχνες. Ο αβέβαιος έχει τα καλά εκείνα στοιχεία που θα τον κάνουν επαγγελματία. Το πρωτοείπε ο Βασίλιεφ».

Για το δικό του μέλλον δεν έχει σχέδια. Θα κάνει δικό του θέατρο ή θα στραφεί στο εξωτερικό; Η «Ιλιάδα» του άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις στην Ευρώπη. Το ίδιο και η «Αϊντα» στην  Οπερα «Ντε Λα Μονέ» στο Βέλγιο, καθώς και η πρόσφατη συνεργασία στο Εθνικό θέατρο Κίνας… «Οταν έρθει η στιγμή, θα ακούσω τη φωνή μέσα μου», ξεφεύγει γελώντας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ