ΛΟΥΚΑΣ ΤΣΟΥΚΑΛΗΣ*

Αν είχα το λυχνάρι του Αλαντίν

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Ελλάδα ετοιμάζεται να γυρίσει πολιτική σελίδα. Και η αλλαγή που σηματοδοτεί θα είναι ζωτικής σημασίας για τη χώρα. Γιατί, αν άντεξε μια κρίση που δεν είχε προηγούμενο σε καιρό ειρήνης, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι θα αντέξει να σέρνεται για πολύ ακόμη.

Το κυβερνητικό κόμμα, το πρώτο αντισυστημικό κόμμα που ήρθε στην εξουσία στην Ευρώπη της κρίσης, έμαθε πολλά στην πορεία ξεκινώντας με άγνοια και αυταπάτες που κόστισαν ακριβά. Μερικά από αυτά που έμαθε (δυστυχώς) ήταν τα ίδια για τα οποία κατηγορούσε (δικαίως) το προηγούμενο σύστημα. Το μεγαλύτερο ατού του πρωθυπουργού είναι ότι δεν είχε να αντιμετωπίσει τον εαυτό του στην αντιπολίτευση. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα ξεμάθει τα πάντα την επαύριο των εκλογών.

Το κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς φρόντισε, είναι αλήθεια, τα πιο ευάλωτα στρώματα της κοινωνίας. Αλλά τα βασικά στελέχη, ακόμη και σήμερα με λίγες εξαιρέσεις, δεν καταλαβαίνουν πώς παράγεται πλούτος. Δεν είναι στο DNA τους. Σε μια χώρα που έχασε τόσο πολλά σε λίγα χρόνια, η αναδιανομή δεν μπορεί να πάει μακριά όσο δεν μεγαλώνει η πίτα. Αλλά το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον χώρο της οικονομίας. Μία από τις μεγαλύτερες αποτυχίες της σημερινής κυβέρνησης παρατηρείται στον χώρο της Παιδείας, κυρίως της ανώτατης, όπου η ιδεοληψία παντρεύτηκε σε έναν ανίερο γάμο με τον κυνισμό. Και είναι μεγάλο κρίμα, γιατί εκεί ακριβώς θα έπρεπε να επενδύει η χώρα για το μέλλον της.

Το ότι άντεξε η δημοκρατία μας στη μεγάλη κρίση, έστω με κάποιες αβαρίες, αποτελεί το ισχυρότερο χαρτί αισιοδοξίας για το μέλλον. Ακόμη και η περίφημη κωλοτούμπα του 2015 ήταν και αυτή μια τρανή απόδειξη ότι, στο χείλος του γκρεμού, το ένστικτο επιβίωσης του πολιτικού κόσμου και της κοινωνίας μας γενικότερα παραμένει ισχυρό. Υπάρχει όμως και η απαισιόδοξη πλευρά. Συζητάμε, ακόμη και σήμερα, για αυξήσεις συντάξεων και επιδόματα σαν να τα πληρώνουν όλα αυτά οι Γερμανοί ή οι Βρυξέλλες, που σημαίνει ότι κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος που οδήγησαν στη χρεοκοπία. Το ερώτημα δεν μπορεί να είναι αν θέλουμε να αυξήσουμε τις συντάξεις, αλλά, συγκεκριμένα, πού θέλουμε να δώσουμε προτεραιότητα: στις συντάξεις, στη στήριξη των ανέργων, σε επενδύσεις σε υγεία και παιδεία, ή οτιδήποτε άλλο. Διότι οι πόροι είναι περιορισμένοι. Πολιτική σημαίνει επιλογές, συνήθως δύσκολες. «Τα θέλουμε όλα και τώρα» είναι σύνθημα των δημαγωγών.

Το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας έχει έναν βαθιά συντηρητικό πυρήνα και μεταρρυθμιστή πρόεδρο. Οπως και ο βασικός της αντίπαλος, ο ΣΥΡΙΖΑ, έχει στελέχη που λαϊκίζουν αφόρητα ή/και ερωτοτροπούν επικίνδυνα με τα άκρα. Συμβαίνει αυτό συχνά με τα μεγάλα, πολυσυλλεκτικά κόμματα και σε άλλες χώρες. Αλλά σε εμάς, το φαινόμενο είναι πιο έντονο, γιατί τα κόμματα εδώ έχουν την ικανότητα να προσελκύουν ένα ιδιαίτερο είδος ανθρώπων – και να αναπαράγονται. Αλλωστε, ο λαϊκισμός έχει παράδοση στη χώρα.

Οι σκεπτόμενοι πολίτες, που δεν είναι οπαδοί αλλά αυτοί που βγάζουν και αλλάζουν κυβερνήσεις, οφείλουν να κάνουν επιλογές και να ιεραρχήσουν προτεραιότητες. Η Ελλάδα χρειάζεται υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και επενδύσεις για να μειώσει την ανεργία και να κρατήσει εδώ τα παιδιά της – να τολμήσω να πω και τα καλύτερα μυαλά; Χρειάζεται επίσης ρηξικέλευθες τομές στη δημόσια διοίκηση και στην παιδεία. Οι πιθανότητες να γίνουν αυτά είναι πολύ μεγαλύτερες με μια κυβέρνηση Μητσοτάκη παρά με μια κυβέρνηση Τσίπρα. Και δεν αγνοώ διόλου τους πολλούς περιορισμούς που θα αντιμετωπίσει η επόμενη κυβέρνηση.

Επειδή τα κόμματα είναι αυτά που είναι, η διακομματική συναίνεση και συνεργασία ακόμη στα δύσκολα ζητούμενα και ο ενδιάμεσος χώρος χωρίς επαρκώς αξιόπιστες επιλογές, αν είχα το λυχνάρι του Αλαντίν θα διάλεγα μια ισχυρή κυβέρνηση με αρκετή πλειοψηφία που θα της επιτρέπει να πάρει δύσκολες αποφάσεις αλλά όχι τόση ώστε να αφήνει χώρο για αλαζονεία. Με άλλα λόγια, θα έδινα στον επόμενο πρωθυπουργό τα εργαλεία για να μπορεί να λειτουργήσει έτσι ώστε να μπορούμε ως πολίτες να τον κρίνουμε αυστηρά στη συνέχεια.

Λίγες λέξεις για την εξωτερική πολιτική, ως υστερόγραφο. Ζούμε σε μια εποχή μεγάλων παγκόσμιων ανακατατάξεων με διάφορους νταήδες που απειλούν. Μια επικίνδυνη εποχή, ιδιαίτερα για τους μικρότερους. Η Ελλάδα χρειάζεται αποτρεπτική ισχύ, δυνατές συμμαχίες, πρωτίστως ρεαλισμό και νηφαλιότητα. Δεν πρέπει η εξωτερική πολιτική να καταστεί όμηρος όσων έχουν μετατρέψει τον πατριωτισμό σε επάγγελμα, αλλά ούτε και εκείνων που προτιμούν να αφήνουν τις δύσκολες αποφάσεις για τους επόμενους. Είναι θέμα επιβίωσης.

* Ο κ. Λουκάς Τσούκαλης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και καθηγητής στη Sciences Po, Παρίσι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ