Δεν υπάρχει ηθοποιός που να μη θυμάται την πρώτη φορά που έπαιξε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, που στάθηκε στη σκηνή του και αναμετρήθηκε με την ιστορία τόσων αιώνων, έχοντας απέναντί του σχεδόν 10.000 θεατές. Πέντε ηθοποιοί του Εθνικού ζουν αυτή την εμπειρία φέτος: η Ναζίκ Αϊδινιάν και η Εμμανουέλα Μαγκώνη στις «Ευμενίδες», η Νεφέλη Μαϊστράλη και ο Γιάννης Νιάρρος στις «Χοηφόρους» και ο Ανδρέας Τσέλεπος στις «Ικέτιδες».

 


Ναζίκ Αϊδινιάν

Η Ναζίκ Αϊδινιάν είναι «παιδί» του Εμπρός. Μεγάλωσε στα Μέγαρα, σπούδασε μηχανολόγος μηχανικός στην Πάτρα και δεν είχε σκεφτεί να ασχοληθεί με την ηθοποιία, μέχρι που μια φίλη, στη διάρκεια των σπουδών της, της πρότεινε να παρακολουθήσουν μαζί ένα σεμινάριο υποκριτικής. «Δεν ήθελα, ντρεπόμουν πολύ. Τελικά η φίλη μου έφυγε, εγώ έμεινα. Πήρα το πτυχίο μου, για να το δώσω στους γονείς μου να το κορνιζώσουν, και έγινα ηθοποιός. Καμιά φορά, βέβαια, φτιάχνω και κανένα πιστοποιητικό για χαρτζιλίκι, γιατί μόνο με το θέατρο δεν ζει κανείς», λέει γελώντας. Όταν ήταν μικρή, πήγαιναν συχνά με την οικογένειά της στην Επίδαυρο: «Το θυμάμαι σαν εκδρομή, σαν γιορτή». Αλλά η παράσταση που κάτι... μετακίνησε μέσα της ήταν η «Ελένη» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά. «Είχε μια φρεσκάδα, μια γλύκα. Ήταν υπόδειγμα του πώς αντιμετωπίζεις κάτι με σεβασμό, αλλά πας κοντά του, το αγγίζεις», εξηγεί. Μεγαλύτερη πρόκληση της εμφάνισής της στο αργολικό θέατρο θεωρεί το «να ακουστεί ο λόγος του Αισχύλου, να περάσει στις κερκίδες – αυτό είναι το πιο βασικό. Τις ευκολίες που ίσως έχουμε ως ηθοποιοί σε άλλα είδη δεν μας παίρνει να τις χρησιμοποιήσουμε εκεί...».

 


Εμμανουέλα Μαγκώνη

 

Μαζί με τη Ναζίκ, στον χορό των «Ευμενίδων» θα είναι και η Εμμανουέλα Μαγκώνη. Σπούδασε λογιστική και έκανε ένα μικρό πέρασμα από την Εθνική Τράπεζα και από λογιστικά γραφεία πριν συνειδητοποιήσει τι πραγματικά ήθελε να κάνει στη ζωή της. Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, το 2016, «ψήθηκε» επί δύο χρόνια στο ΚΘΒΕ, δίπλα στον Νικίτα Μιλιβόγεβιτς («Μάνα κουράγιο») και τη Γεωργία Μαυραγάνη («Γκιακ»), και ετοιμάζεται για το ντεμπούτο της στην Επίδαυρο. «Η παράσταση που έχω δει εκεί και χωρίς υπερβολή με συγκλόνισε ήταν η “Αντιγόνη” του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή, με την Αμαλία Μουτούση. Θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια: τα χρυσοκίτρινα στάχυα με τα οποία ήταν στρωμένη η ορχήστρα, τις φωνές των ηθοποιών, το δέσιμό τους πάνω στη σκηνή· είχα την αίσθηση ότι έβλεπα μια οικογένεια. Και μόνο που κάθεσαι σε αυτά τα μάρμαρα, τα ζεστά από τον ήλιο, ακούς τα τζιτζίκια, βλέπεις τον ήλιο να αλλάζει θέσεις στον ουρανό, είναι σαν να τα αντικρίζεις όλα για πρώτη φορά
– ως θεατής, πόσω μάλλον ως ηθοποιός». Και για την Εμμανουέλα, «είναι πολύπλοκο εγχείρημα να παίζεις σε αρχαία τραγωδία. Από τη μια ο ποιητικός λόγος, ο ρυθμός του· από την άλλη, η χορική λειτουργία και αφήγηση. Αλλά έχουμε καλό μαέστρο», προσθέτει. 

 


Γιάννης Νιάρρος 

 

Στα βαθιά, με χαρά

Βγαίνοντας από μια πολύ κουραστική σεζόν με δύο παραστάσεις («Στέλλα κοιμήσου» και «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα»), ο Γιάννης Νιάρρος γίνεται Ορέστης. Δεν έχει παίξει σε αρχαίο δράμα ποτέ ξανά, ούτε ως σπουδαστής. «Όταν ήμουν παιδί, δεν θα το κρύψω, μου φαινόταν λίγο αστείο το θέαμα, αυτός ο στόμφος. Αργότερα, οι δάσκαλοί μου στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου μάς έμαθαν ότι αυτό το είδος δεν είναι έκθεμα σε μουσείο, ένα άγαλμα που δεν επιτρέπεται να ακουμπήσουμε. Είναι και δικό μας, μπορούμε να πάμε κοντά του, να το περιεργαστούμε, να τσαλαβουτήσουμε στα νερά του. Και αυτό κάνω τώρα: έπεσα στα βαθιά, βέβαια, αλλά με πολλή χαρά». Ο Γιάννης ξέρει πως το γεγονός ότι θα παίξει χωρίς μικρόφωνο μπροστά σε τόσες χιλιάδες ανθρώπους και στον συγκεκριμένο χώρο θα τον αναγκάσει να «υπάρξει» διαφορετικά ως ηθοποιός. «Είναι άσκηση θάρρους και μεγάλη κατάκτηση αν το καταφέρεις: δεν πρέπει απλώς να μιλήσεις σε όλους αυτούς τους θεατές, αλλά να σε ακούσουν και να σε καταλάβουν». Είναι όμως και κάτι ακόμα που ανεβάζει ψηλά τον πήχη: το ίδιο το κείμενο. «Όσους συλλογισμούς έχουμε προσπαθήσει να κάνουμε, από την ημέρα που αρχίσαμε τις πρόβες, για την έννοια της ηθικής και τη μάχη των φύλων, έτσι όπως τα προσεγγίζει ο Αισχύλος, δεν έχουμε καταφέρει να καταλήξουμε σε μια καθαρή ανάγνωση: δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Όλοι έχουν φωτεινές και ταυτόχρονα σκοτεινές πλευρές. Και όποιος το συνειδητοποιήσει αυτό βοηθιέται να γίνει πιο ανοιχτός άνθρωπος».  

 


Νεφέλη Μαϊστράλη

 

Το 2007, φοιτήτρια ακόμη στη Νομική Αθήνας, εντελώς τυχαία –μια πρόσκληση... περίσσευε σε μια φίλη της– βρέθηκε να παρακολουθεί την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, που είχε σκηνοθετήσει για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου ο Πέτερ Στάιν. «Με τη Στεφανία Γουλιώτη, αυτό το υπέροχο πλάσμα, στον ομώνυμο ρόλο. Με δέος την παρακολουθούσα. Κεραυνοβολήθηκα. “Αυτό θέλω να κάνω”, σκέφτηκα. Και αποφάσισα να δώσω εξετάσεις στη Δραματική Σχολή. Από τότε χρησιμοποιώ αυτή την εμπειρία μου ως επιχείρημα, κάθε φορά που θέλω να πω πόσο τέλεια είναι η δουλειά μας: μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή ακαριαία, σε μια στιγμή...» Φέτος, η Νεφέλη Μαϊστράλη είναι ανάμεσα στους “πρωτάρηδες” της Επιδαύρου. «Όσοι το έχουν ξαναζήσει λένε πως αυτό το αρχαίο θέατρο είναι... φιλικό προς τον χρήστη, μια αγκαλιά, πως δημιουργεί μια γλυκιά οικειότητα ανάμεσα στους θεατές και τους ηθοποιούς, πως με έναν “μαγικό” τρόπο εκμηδενίζει την απόσταση ανάμεσα στις κερκίδες και την ορχήστρα».

 


Ανδρέας Τσέλεπος

 

Ο Κύπριος Ανδρέας Τσέλεπος, που επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Επίδαυρο στη διάρκεια σχολικής εκδρομής, δεν κρύβει την ανυπομονησία –αλλά και το άγχος του– για το δικό του «βάπτισμα του πυρός» με τις «Ικέτιδες». «Δεν μπορείς να μην αισθάνεσαι δέος και αγωνία όταν συνειδητοποιείς το μέγεθος και την ιστορία αυτού του θεάτρου. Όσο πλησιάζουν οι μέρες, νιώθω λες και ένα παγόβουνο έρχεται κατά πάνω μου», λέει γελώντας. «Αλλά αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό: η Επίδαυρος σε κάνει να νιώθεις ταπεινός». Στο αρχαίο δράμα έχει ήδη διανύσει πολλά χιλιόμετρα – από τις «Τρωάδες» και την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» μέχρι τους «Όρνιθες» και τις «Βάκχες». «Αλλά είναι ένα πεδίο που δεν θα σταματήσω να εξερευνώ. Όσο μεγαλώνει ένας ηθοποιός, του δίνεται η ευκαιρία να δοκιμάζεται σε νέους ρόλους». ■

Εθνικό Θέατρο: «Ευμενίδες» και «Χοηφόροι», από την «Ορέστεια» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη και Λίλλυς Μελεμέ αντίστοιχα. «Ικέτιδες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού (σε συνεργασία με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου). Πληροφορίες: www.n-t.gr
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ