ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Οργάω: καίγομαι από τον πόθο

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Σκηνή από το τελετουργικό σεξουαλικό όργιο της ταινίας «Μάτια ερμητικά κλειστά» (1999), του κύκνειου άσματος του μεγάλου Στάνλεϊ Κιούμπρικ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Είναι κάτι που ο κύριος Γκρι διάβασε στο New York Magazine: πώς γύρισε ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ τη σκηνή του τελετουργικού σεξουαλικού οργίου στην τελευταία του ταινία, «Μάτια ερμητικά κλειστά» (1999). Πώς ξεκίνησε ως κάτι αφαιρετικό, αλλά στην πορεία ο Κιούμπρικ απαίτησε να βγει κάτι πολύ πιο τολμηρό, διατηρώντας όμως τη μυστηριακή, θρησκευτική ατμόσφαιρα. «Οταν προβλήθηκε η ταινία», θυμάται ο κύριος Γκρι, «όσοι είχαν πάρει μέρος σε σεξουαλικά όργια (παρτούζα ήταν η λέξη που χρησιμοποίησαν, που πρώτος εισήγαγε ο Σελίν...) μου έλεγαν πως η δική τους εμπειρία δεν είχε καμία σχέση με το όραμα του Κιούμπρικ». Οχι, φυσικά και δεν είχε. Τον Κιούμπρικ δεν τον ενδιέφερε εδώ ο αγοραίος ρεαλισμός. Στα σύγχρονα όργια, όλη η σημασία δίνεται στο πρακτικό, στο «υδραυλικό» μέρος της υπόθεσης. Ο Κιούμπρικ, όμως, ανέτρεξε στην απόδοση μιας πιο αρχέγονης απεικόνισης των οργίων ως μια ιερή καίτοι επικίνδυνη, απαγορευμένη τελετουργία. Ανοίγω το «Λεξικό της πορνογραφίας» σε επιμέλεια του Φιλίπ ντι Φολκό, που στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2008 από τις εκδόσεις Καλέντη (μτφρ. Γιάννη Καυκιά). Εκεί μαθαίνω από τον Ζορζ Μαρμπέκ ότι η έννοια του οργίου ανήκε εξ ορισμού στο πεδίο του ιερού. Στις αχαλίνωτες εκστατικές τελετές προς τιμήν του Διονύσου, της Κυβέλης ή της Αφροδίτης, αυτός που συμμετείχε στο όργιο έχανε για λίγο την ταυτότητά του και ενσάρκωνε την ορμή του (όποιου) θεού. «Πέθαινε», για να αναστηθεί. Περίεργη, πάντως, αυτή η βαθιά ανθρώπινη (όσο και ζωώδης) «ακατανίκητη ροπή προς τη δαπάνη, που εκδηλώνεται κατά τα ξεσπάσματα εορταστικών διαχύσεων, ως επιβεβαίωση της θέλησης ζωής». Η ειρωνεία είναι ότι το όργιο δεν έχει ως κύριο χαρακτηριστικό το σεξ, αλλά «κάθε εορταστικό ξεφάντωμα είναι ένα δυνάμει όργιο», γράφει ο Μαρμπέκ. Ο κύριος Γκρι μου υπενθυμίζει τη ρίζα της λέξης «όργιο»: οργή, με την έννοια όμως της εσωτερικής έξαψης. Οργάω: καίγομαι από τον πόθο. Καίγομαι, λιώνω, χάνομαι – πεθαίνω.

Οπως ύστερα από μια έκρηξη οργής, που έχει πάντοτε κάτι το μεθυστικό, αισθάνεται κάποιος μια τρομακτική σπατάλη, ένα ξόδεμα. «Η θέληση της κοινότητας για ζωή αντλεί τις δυνάμεις της από τις μεγάλες απώλειες ζωτικής ενέργειας, η όρεξη του όντος για ζωή αναβαπτίζεται στη συλλογική απώλεια εαυτού».

Ενας μικρός θάνατος, με άλλα λόγια – ή, αλλιώς, πολλοί μικροί θάνατοι: έκσταση, εκτός της στάσης μου, με άλλα λόγια: βγαίνω εκτός εαυτού – κάτι όμως που ισοδυναμεί με απώλεια κάθε ελέγχου, κάτι τρομακτικό, απειλητικό για τους περισσότερους, για κάθε control freak που σέβεται τον εαυτό του – ουσιαστικά σχεδόν για κάθε ανθρώπινο πλάσμα που περπάτησε πάνω σε αυτή τη Γη. Το ότι κάτι πρέπει να χάσεις για να μπορέσεις να συνεχίσεις, τρομάζει. Και όμως, το κάνουμε κάθε μέρα αυτό και χωρίς όργιο: κάθε μέρα, το πρωινό ξύπνημα μετά τον νυχτερινό ύπνο (τον αδελφό του θανάτου) σου δίνει τη ζωτική ψευδαίσθηση της αναγέννησης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ