ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Καθηλωτική ληστεία α λα ισπανικά

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Ο θεατής μένει την περισσότερη ώρα απορροφημένος στο παιχνίδι της αγωνίας και των ανατροπών, που κρατούν καλά σχεδόν μέχρι το τελευταίο πλάνο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

70 Πεντακοσάρικα ★★★
ΘΡΙΛΕΡ (2018)
Σκηνοθεσία: Κόλντο Σέρα
Ερμηνείες: Εμα Σουάρεζ, Νάταλι
Πόζα, Χιούγκο Σίλβα

Τα ισπανικά θρίλερ που μας έρχονται συνήθως τέτοια εποχή, επιστρέφουν και φέτος, αυτή τη φορά εμφανώς επηρεασμένα και από τη μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία του «La Casa de Papel», του οποίου σύντομα περιμένουμε τον τρίτο κύκλο. Ο σκηνοθέτης Κόλντο Σέρα ενορχηστρώνει μια γεμάτη σασπένς ιστορία (την υπογράφουν τρεις σεναριογράφοι), η οποία έχει για πρωταγωνίστρια μια φαινομενικά συνηθισμένη γυναίκα, η οποία θα κληθεί να κάνει ασυνήθιστα πράγματα.

Η Ρακέλ πηγαίνει στο υποκατάστημα μιας τράπεζας με μοναδικό σκοπό να εξασφαλίσει άμεσα το δάνειο 35.000 ευρώ που χρειάζεται για να μην αποχωριστεί την κόρη της, σε μια μυστηριώδη υπόθεση απαγωγής. Για κακή της τύχη όμως, και ενώ το δάνειο είναι έτοιμο να εγκριθεί, στην τράπεζα μπουκάρει ένα ζευγάρι αδίστακτων ληστών, πιάνοντας ομήρους τους πελάτες και φυσικά την ίδια. Καθώς η ώρα περνά και η αστυνομία κυκλώνει το κτίριο, η Ρακέλ αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, οι οποίες θα δείξουν πως είναι πολύ πιο ευφυής –και αποφασισμένη– από όσο είχαμε αρχικά μαντέψει.

Ο γρήγορος ρυθμός του μοντάζ σε συνδυασμό με την ανάλυση (κάποιων) χαρακτήρων είναι ένα από τα στοιχεία που μας θυμίζουν το «La Casa de Papel», κατασκευάζοντας ένα φιλμ που βλέπεται επίσης απνευστί. Φυσικά, εδώ δεν υπάρχει η πολυτέλεια των πολλών επεισοδίων που χτίζουν τους διαφορετικούς ήρωες, όμως βρίσκουμε άλλες αρετές: η προσωπική ιστορία της Ρακέλ εγκιβωτίζεται έξυπνα μέσα στην κυρίως δράση, για να έρθει ξανά στην επιφάνεια προς το τέλος, δίχως πάντως την πειστικότητα που θα έδενε απόλυτα τα νήματα της πλοκής. Σε κάθε περίπτωση, η «μεταμόρφωση» της πρωταγωνίστριας είναι απολαυστική, όπως και η ερμηνεία μιας εκ των ληστών, σε ένα σενάριο που ξεκάθαρα γέρνει γενικώς προς τη γυναικεία πλευρά της κινηματογραφικής ζυγαριάς.

Χιούμορ και αμηχανία

Κατά τα λοιπά, η ταινία περιέχει κι άλλες αναφορές, κυρίως κοινωνικού περιεχομένου· από την ταυτότητα και τα κίνητρα των ληστών μέχρι μια αφηρημένη κοινωνική «σαπίλα», η οποία υπονοείται ως αιτία διάφορων δεινών. Είναι φανερό πως όλα τα παραπάνω έρχονται κάπως άγαρμπα και δεν παντρεύονται πάντα ομαλά με τη δράση. Αλλωστε, από το φιλμ δεν λείπει ούτε το χιούμορ, που φτάνει πότε για να ελαφρύνει την κατάσταση και πότε για να προκαλέσει απλώς αμηχανία. Ακόμα κι αυτό πάντως δεν ενοχλεί ιδιαίτερα, μιας και ο θεατής μένει την περισσότερη ώρα απορροφημένος στο παιχνίδι της αγωνίας και των ανατροπών που κρατούν καλά, σχεδόν μέχρι το τελευταίο πλάνο.

Home Cinema: Μουσική ελεγεία φτιαγμένη από έναν μάστορα του είδους

Anima ★★★★
ΜΟΥΣΙΚΟ (2019)
Σκηνοθεσία: Πολ Τομας Αντερσον
Ερμηνείες: Τομ Γιορκ, Νταζάνα
Ροντσιόνε


«Παίζεται καλύτερα δυνατά»: έτσι καταλήγει η περιγραφή που δίνει το Netflix για το «Anima», τη νέα μικρού μήκους ταινία του Πολ Τόμας Αντερσον και του Τομ Γιορκ, η οποία έχει εμφανιστεί εδώ και μερικές ημέρες και στην ελληνική εκδοχή της πλατφόρμας. Και έχει δίκιο, μιας και τα 15 λεπτά της διάρκειας του φιλμ είναι, εκτός των υπολοίπων, μια μουσική ελεγεία φτιαγμένη από έναν μάστορα του είδους. Ο επικεφαλής των Radiohead συνθέτει εδώ ένα άμεσα αναγνωρίσιμο μουσικό σκορ, ενώ ταυτόχρονα πρωταγωνιστεί ο ίδιος μπροστά στην κάμερα του κορυφαίου Καλιφορνέζου σκηνοθέτη.

Στην ουσία δεν πρόκειται ακριβώς για βιντεοκλίπ, αν και η περιγραφή του παραπέμπει σε κάτι τέτοιο. Το πρώτο κομμάτι του φιλμ ξεκινάει μέσα σε έναν συρμό του μετρό, εκεί όπου ο Γιορκ μαζί με τους υπόλοιπους επιβάτες μιμείται σπασμωδικά κινήσεις και στάσεις βγαλμένες από την καθημερινή ρουτίνα των ανθρώπων, πάντα στον ρυθμό της μουσικής.

Σταδιακά, οι κινήσεις και οι συμβολισμοί γίνονται πιο αινιγματικοί, καθώς μοιάζει να αποκτούν υπαρξιακό περιεχόμενο. Ο περιορισμός της ελευθερίας, ο κομφορμισμός, γενικότερα τα όρια που θέτουμε περισσότερο οι ίδιοι στον εαυτό μας παρά οποιοσδήποτε άλλος, φαίνεται να απασχολούν σε αυτό το κομμάτι.

Το δεύτερο μέρος από την άλλη είναι σαφώς πιο προσωπικό. Εδώ ο πρωταγωνιστής Γιορκ ολοφάνερα συναντά τον έρωτα στο πρόσωπο μιας κοπέλας (Νταζάνα Ροντσιόνε), με την οποία και ξεκινάει ένα χορευτικό παιχνίδι. Η μετάβαση από μια συλλογικού τύπου συνείδηση στον ελάχιστο πυρήνα των δύο ατόμων συμβαίνει και μουσικά· ο Γιορκ τροφοδοτεί με νότες –συχνά ηλεκτρονικές– τις εικόνες που δημιουργεί ο Αντερσον. Ο τελευταίος σκηνοθετεί εδώ ένα όραμα πέρα από όσα μας έχει συνηθίσει και το κάνει προτάσσοντας τον μινιμαλισμό και τη σωματικότητα αντί για οποιαδήποτε σοφιστικέ ματιά. Το «Anima» βλέπεται και ακούγεται όντως δυνατά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ