ΘΕΑΤΡΟ

Διδακτική «Σαϊγκόν» για τους ανθρώπους χωρίς πατρίδα

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Η παράσταση εξελίσσεται σε ένα εστιατόριο που λειτουργεί η ίδια γυναίκα πρώτα στη Σαϊγκόν και μετά στο Παρίσι. Με μικρές σκηνογραφικές μεταβολές μεταφερόμαστε πότε στη μία πόλη το 1956 και πότε στην άλλη το 1996.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το μελόδραμα μοιάζει εν πολλοίς αποκλεισμένο από τις θεατρικές σκηνές ως είδος παρωχημένο, συνδεδεμένο με τη διάθεση του μεγάλου κοινού να ταυτιστεί, να συγκινηθεί και, τελικά, να νιώσει το ψυχοθεραπευτικό «έλεος» του αριστοτελικού ορισμού (για την τραγωδία). Γιατί και στη θεατρική κοινότητα υφίστανται «διακρίσεις» που διευκολύνουν τους αποκλεισμούς, εν προκειμένω καθορίζοντας τι «αξίζει» να δει το σοβαρό θεατρόφιλο κοινό. Ακριβώς γι’ αυτό, στον αντίποδα της εγκεφαλικότητας που χαρακτηρίζει το έργο πολλών σημαντικών δημιουργών, η επιστροφή στον «συναισθηματισμό» παλαιότερων τρόπων θα μπορούσε να θεωρηθεί αν όχι «ρήξη», τολμηρή πρόταση.

Στην κατεύθυνση αυτή, ιθύνοντες και κοινό του Φεστιβάλ Αβινιόν 2017 δεν είχαν πρόβλημα να υποδεχθούν θερμά τη μελοδραματική «Σαϊγκόν» της Καρολίν Γκιγελά Ενγκιγέν. Η θετική ανταπόκριση προφανώς συνδέεται με το αυξανόμενο δυτικό ενδιαφέρον για τις λεγόμενες Identity Studies (σπουδές ταυτότητας) αλλά και για τις μετααποικιακές σπουδές (Postcolonial Studies), που προσφέρουν διαφορετικό πρίσμα ερμηνείας των σχέσεων εξουσίας και καθορισμού της ταυτότητας, σε σχέση με το πλέγμα αλληλεξαρτήσεων, στρεβλώσεων, πολώσεων που προκάλεσε η αποικιοκρατία σε χώρες όπως το Βιετνάμ – και πώς αυτές, μέσω των εξορίστων/μεταναστών από τις αποικίες, μεταφέρθηκαν στο «σώμα» της αποικιοκρατικής χώρας.  

Γιατί η Γαλλία μπορεί να αποχώρησε από το Βιετνάμ ύστερα από σχεδόν έναν αιώνα που ήλεγχε την Ινδοκίνα, όταν οι στρατιωτικές δυνάμεις της ηττήθηκαν στη μάχη του Ντιεν Μπιεν Φου (Ιούλιος 1954), αλλά στη χώρα διατηρήθηκε η τοξική διάσταση όσων συνεργάστηκαν με τους Γάλλους και αυτών που αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση από την γαλλική κυριαρχία. Για να γλιτώσουν τα αντίποινα, αρκετοί από τους πρώτους εγκατέλειψαν το Βιετνάμ και αναζήτησαν δεύτερη πατρίδα στη Γαλλία.

Ανάμεσά τους ήταν και η μητέρα της Καρολίν Γκιγελά Ενγκιγέν, που έφυγε από το Βιετνάμ για τη Γαλλία το 1956. Η Γαλλοβιετναμέζα σκηνοθέτις γνωρίζει καλά τι σημαίνει να ζεις εξόριστος σε ξένη χώρα, να νιώθεις ότι δεν ανήκεις ούτε στην πατρίδα σου ούτε στη χώρα υποδοχής. Να μη σου επιτρέπεται να επιστρέψεις στην πατρίδα σου. (Γιατί μπορεί ο πόλεμος του Βιετνάμ να τελείωσε το 1975, αλλά οι εκπατρισμένοι Βιετναμέζοι ήταν ανεπιθύμητοι στη χώρα τους έως το 1996.) Να αυτοπεριορίζεσαι σε μικρές κοινότητες ομοεθνών που παρέχουν την αίσθηση της αλληλεγγύης αλλά μέσα σε μια συνθήκη απώλειας και πένθους. Στη νέα χώρα διαμονής ο πρόσφυγας/μετανάστης συχνά εντάσσεται στους αόρατους πληθυσμούς, στις ζωές εκείνες που όπως γράφει η Τζούντιθ Μπάτλερ «[…] δεν μπορούν να χαθούν και δεν μπορούν να αφανιστούν, επειδή ήδη ενοικούν μια χαμένη και κατεστραμμένη ζωή» («Επιτελεστικότητα και επισφάλεια», εκδ. Νήσος, 2011). Από την άλλη, στην πατρίδα του πια, είναι αυτός που γλίτωσε, που δεν υπέστη, που δεν συμμετείχε – ξένος και πάλι, αν όχι «προδότης».

Η 38χρονη σκηνοθέτις προετοίμαζε τη «Σαϊγκόν» επί διετία, συγκεντρώνοντας βιωμένες ιστορίες από Βιετναμέζους που κατέφυγαν στο Παρίσι, αλλά και απ’ αυτούς που έμειναν στο Βιετνάμ. Οι δεύτεροι, βέβαια, μετά το τέλος της γαλλικής κυριαρχίας, υπέστησαν επιπλέον δεινά, της ψυχροπολεμικής σύγκρουσης των κομμουνιστών του Βορρά με τον φιλοαμερικανικό Νότο. Αλλά, προφανώς για λόγους δραματουργικής συνοχής, η Ενγκιγέν δεν αναφέρεται στην περίοδο 1956-1975. Το νέο κύμα φυγής (αντικομμουνιστών) Βιετναμέζων που βρήκαν άσυλο στη Γαλλία στη διάρκεια αυτής της οδυνηρής για το Βιετνάμ 20ετίας επιβεβαιώνει ότι η δύναμη του άλλοτε κυρίαρχου, γλωσσική πρώτα απ’ όλα και πολιτιστική, επιβιώνει δεκαετίες μετά τη λήξη της πολιτικής κυριαρχίας του.

Η παράσταση της Ενγκιγέν εξελίσσεται σ’ έναν ουδέτερο δραματικό τόπο, ένα εστιατόριο που λειτουργεί η ίδια γυναίκα πρώτα στη Σαϊγκόν και μετά στο Παρίσι. Με μικρές σκηνογραφικές μεταβολές, μεταφερόμαστε πότε στη μία πόλη το 1956 και πότε στην άλλη το 1996. Παρότι εστιάζει στους Βιετναμέζους του Παρισιού, δείχνει πώς η αποικιοκρατία επηρεάζει και όσους χρησιμοποιούνται ως όργανά της, Γάλλους στρατιώτες και στελέχη του αποικιοκρατικού καθεστώτος. Πίσω στη Γαλλία η Βιετναμέζα ερωμένη του Γάλλου στρατιώτη δεν γίνεται αποδεκτή ως σύζυγός του. Ο καρπός της ένωσής τους μεγαλώνει με τη μητέρα του ως Γάλλος – δεν καταλαβαίνει ούτε τη γλώσσα που χρησιμοποιεί η μητέρα του με τους ομοεθνείς της ούτε τον ψυχισμό της, και αυτό θέτει υπό διαρκή δοκιμασία τη σχέση τους.

Στις μελοδραματικές ιστορίες της «Σαϊγκόν» εντάσσεται και αυτή μιας νεαρής Βιετναμέζας που λίγο καιρό μετά την αναχώρηση του Χάο, του αγαπημένου της, για τη Γαλλία, αυτοκτονεί απελπισμένη. Ηλικιωμένος πια ο Χάο, μοναχικός και μελαγχολικός, κατ’ ουσίαν ξένος στη Γαλλία, θα τολμήσει να επιστρέψει στο Βιετνάμ το 1996. Αλλά στην πατρίδα του είναι ακόμη πιο ξένος. Ο χαμένος χρόνος δεν ξανακερδίζεται, η Ιστορία εξακολουθεί να «χωρίζει» και ο Χάο προτιμάει να μιλήσει στους νεαρούς Βιετναμέζους στ’ αγγλικά.

Ποπ τραγούδια των δεκαετιών του ’60 και του ’70, γαλλικά και βιετναμέζικα, ερμηνεύουν τρεις από τους έντεκα ερμηνευτές (κάποιοι εκ των οποίων είναι ερασιτέχνες), εν είδει σχολίου για την πολιτιστική αποικιοκρατία που μεταβάλλει, απορροφά ή εξαφανίζει τις τοπικές παραδόσεις. Η χρήση δύο γλωσσών, της γαλλικής και της βιετναμέζικης, αλλά και της γαλλικής των Βιετναμέζων, επικυρώνει την αποξένωση, τη μοναξιά, τη μελαγχολία των προσώπων. 

Στην κατεύθυνση μιας ρεαλιστικής αναπαράστασης των σχέσεων, ο σκηνικός χρόνος κάποιες στιγμές ξεχειλώνει, κάποιες ερμηνείες είναι αδύναμες και, γενικά, το δράμα σε τόσο «καθαρή» μορφή κρατάει περισσότερο απ’ όσο αντέχουμε πια. Αλλά πρόκειται για παράσταση που θα πρότεινα να τη δείτε (αν την πετυχαίνετε σε κάποιο ευρωπαϊκό φεστιβάλ) γιατί αποτυπώνει με ειλικρίνεια το δράμα των ανθρώπων που ζητούν καταφύγιο σε ξένη χώρα: απάτριδες, χωρίς νομικό «πρόσωπο», περιθωριοποιημένοι και ανεπιθύμητοι. Στην Αθήνα υπάρχουν πια πολλοί που πρέπει να αισθάνονται σαν τους ήρωες της «Σαϊγκόν» και ό,τι συμβάλλει στην κατανόηση και αποδοχή της αθέμιτης συνύπαρξης είναι κατ’ αρχήν θετικό. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ