Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Το γούστο του ηγεμόνος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κάθε φορά που γράφεται ένα κείμενο για τις θέσεις των κομμάτων για τον πολιτισμό, με αφορμή μια εκλογική αναμέτρηση, η αίσθηση της ματαιότητας είναι παρούσα. Οσο δε περνούν τα χρόνια, με αποκορύφωμα τη δεκαετία της κρίσης, η ματαιότητα παλιώνει κι αυτή μαζί με την κριτική αποτίμηση, τα γεμάτα πικρία επίθετα, την απαξίωση, που συνοδεύει η αυξανόμενη βεβαιότητα πως πρόκειται για κάτι απολύτως δευτερεύον. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι, στις διακηρύξεις, ο πολιτισμός πρωτεύει: τι πυλώνα τον αποκαλούν, τι βαριά βιομηχανία της χώρας!

Ομως, τι να εξαγγείλει ένα κόμμα; Οι υποσχετικές εξαγγελίες, ούτως ή άλλως, συνδέονται με άλλες εποχές, οριστικά παρελθούσες. Και οι γενικότητες, για τις οποίες προσφέρεται το θέμα, οδηγούν συνήθως σε κείμενα που θυμίζουν εκθέσεις ιδεών. Πολιτισμός και Παιδεία, πολιτισμός και τουρισμός, πολιτισμός και ανάπτυξη, πολιτιστική κληρονομιά κ.ο.κ.Υπάρχει πάντως και η καθοριστική συμβολή της Ιστορίας, που βάζει  τα πράγματα στη θέση τους: ηγέτες που έμειναν στην Ιστορία συνέδεσαν το όνομά τους με ένα σημαντικό έργο πολιτισμού. Γράφει ο Κλοντ Μολάρ στο βιβλίο του για την «Πολιτισμική πολιτική από τον Μαλρό στον Λανγκ» (εκδ. Αγρα): «Ο Πομπιντού ήταν πεπεισμένος ότι θα άφηνε βαθύτερα το στίγμα του στην Ιστορία χάρη στο φερώνυμο Κέντρο Τεχνών και Πολιτισμού και όχι εξαιτίας της εισόδου της Μεγάλης Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, υπόθεση ασφαλώς μεγίστης σπουδαιότητας. Αντιστοίχως, για τον Μιτεράν, μετρούσε η πυραμίδα του Λούβρου και όχι τόσο το νομοσχέδιο Auroux (σ.σ.: για το εργασιακό, του 1982), ούτε οι κρατικοποιήσεις ή η είσοδος της Ισπανίας στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν αφήνει πίσω του ημιτελή προεδρία, διότι δεν αποπεράτωσε το Μουσείο Ορσέ. Ο Ντε Γκωλ, ελλείψει ρηξικέλευθων έργων για τον πολιτισμό, εγείρει σε «μνημειώδη» οντότητα το πρόσωπο του Μαλρό, στη δόξα του οποίου ένας μακρινός διάδοχος του αξιώματος της προεδρίας, ο Ζακ Σιράκ, ανοίγει τις πόρτες του Πανθέου».

Παρελθόν· οριστικό. Προς τι, λοιπόν, η αναφορά; Εδώ και πολλά, πλέον, χρόνια, ο πολιτισμός είναι στο περιθώριο της εθνικής πολιτικής, έχει απολέσει τον χαρακτήρα του αναγκαίου. Δεν είναι μόνο οι διαρκείς μειώσεις του προϋπολογισμού. Είναι, κυρίως, η αποσύνδεση της πολιτικής εξουσίας από τον πολιτισμό. Η παρουσία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας είναι ασφαλώς απαραίτητη και αναντικατάστατη. Ας αναλογιστούμε μόνο πόσο ασφυκτικά φτωχότεροι θα είμαστε χωρίς τη λειτουργία του Κέντρου Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Σπουδαίο έργο, που εγκαινιάστηκε μάλιστα εν μέσω του ορυμαγδού της χειρότερης κρίσης για τη χώρα. Αλλά η ανάγκη να συμβάλει η πολιτεία σε έργα πολιτισμού ούτε περιορίζεται ούτε υποκαθίσταται. Η σχέση του κράτους με τον πολιτισμό λειτουργεί ως παράδειγμα. Κι αυτό δεν ενέχει καμία νοσταλγία για τις εποχές του κρατικού συσσιτίου, του κράτους-πατερούλη ή του απωθητικού, γιατί είναι καταστροφικός, και αντιαναπτυξιακού κρατισμού. Είναι άλλη συνθήκη η ενίσχυση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η διεύρυνση της πολιτιστικής γεωγραφίας με την αποφασιστική συμμετοχή της χορηγίας και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και εντελώς διαφορετική η αποξένωση της πολιτικής εξουσίας από τον πολιτισμό. Στη δεύτερη περίπτωση το «μήνυμα» προς τους πολίτες φτάνει απογυμνωμένο από βασικά συστατικά που βοηθούν στην εδραίωση ενός αισθήματος περηφάνιας – μακριά από εθνικισμούς, πατριδοκαπηλίες και ιδεοληψίες. Ο λαϊκισμός εξάλλου εισβάλλει ευκολότερα όπου δεν ορθώνονται άμυνες.

To γούστο του ηγεμόνος, ο τρόπος που μιλάει, που συμπεριφέρεται, οι επιλογές που κάνει, οι ανάγκες που ιεραρχεί, το κριτήριο και ο τρόπος του να επικοινωνεί, να απαντάει, οι εκφράσεις του, οι προτιμήσεις του, όλα συνέχουν ένα λαό και μια χώρα. Είναι συγκολλητική ουσία. Αν η αγραμματοσύνη αποενοχοποιείται από τα πρωθυπουργικά λάθη στη γλώσσα, άλλο τόσο και οι τέχνες και η ανάγκη να ανοίξουν και να λειτουργήσουν μουσεία (ας σκεφτούμε μόνο το ΕΜΣΤ και την Εθνική Πινακοθήκη) αδρανοποιούνται –αν δεν γίνονται ανέκδοτα– όταν η πολιτική κορυφή τα αγνοεί επιδεικτικά.

Ο πολιτισμός δεν είναι μόνο αφηρημένο ανάχωμα,  είναι και συγκεκριμένο παράδειγμα, καθοριστικό για την ορατή γραμμή που συνδέει την εξουσία με την κοινωνία. Από τον Τσβετάν Τοντόροφ η φράση: «Προφανώς, χωρίς ανθρώπους, κουλτούρα δεν υπάρχει· άλλο τόσο όμως και πιο σημαντικό, χωρίς κουλτούρα, δεν υπάρχουν άνθρωποι».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ