ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

Δρ Wolf Lustig: Ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Mαϊντς

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΖΑΒΕΛΛΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Είμαι Κολοκασιανός από το Βισμπάντεν». Έτσι μου συστήθηκε ο δρ Wolf Lustig, ο «λύκος», όπως τον αποκαλούν στα Σφακιά μεταφράζοντας στα ελληνικά το βαφτιστικό του όνομα. Η ιστορία του συνταξιούχου καθηγητή Ρομανικής Φιλολογίας και πρώην ακαδημαϊκού διευθυντή του Πανεπιστημίου του Mainz είναι κάτι παραπάνω από μια ιστορία αγάπης ενός Γερμανού για την Ελλάδα. Ξεκινάει πριν από 48 χρόνια στην Κρήτη, την οποία επισκέφτηκε έφηβος, και εκτυλίσσεται στην ενδοχώρα του νησιού, στην άγρια φύση των Σφακίων. Εκεί, τη δεκαετία του 1980 εντόπισε το ερειπωμένο χωριό Άγιος Γεώργιος, ή αλλιώς Κολοκάσια, και έβαλε στόχο ζωής να κρατήσει όρθια τα σπίτια του. Κινητοποιώντας φίλους και γνωστούς από τη Γερμανία και χωρίς πρόθεση τουριστικής εκμετάλλευσης, έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο ανάπλασης. Τα καμαρόσπιτα που ρήμαζαν απέκτησαν τότε φύλακες-αγγέλους, που κάθε καλοκαίρι επισκέπτονται το δυσπρόσιτο χωριό για οικοδομικές εργασίες με αντάλλαγμα... μαντινάδες και ρακή κάτω από τα αστέρια. «Είμαστε μια παρέα ρομαντικών και ιδεαλιστών που δεν αντέχαμε να βλέπουμε τα καμαρόσπιτα να πέφτουν», λέει ο καθηγητής κατά τη συζήτησή μας, η οποία έγινε στα ελληνικά.

Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με την Κρήτη; Τι σας έδεσε με το νησί;

Πρωτοήρθα στην Κρήτη το 1971, στα δεκαεπτά μου, σε ένα ομαδικό ταξίδι με τους προσκόπους από το Βισμπάντεν. Τρία χρόνια μετά, ξαναήρθα για διακοπές και ανακάλυψα την περιοχή που τελικά με μάγεψε περισσότερο, τα Σφακιά. Το τοπίο, η παράδοση και οι φιλόξενοι άνθρωποι με έδεσαν μια για πάντα με αυτό το μέρος, και από τότε δεν σταμάτησα να επιστρέφω. Σε μια ανοιξιάτικη εκδρομή με φίλους στα Σφακιά, περνώντας τα φαράγγια του Καλλικράτη και του Ασφένδου, ανακαλύψαμε μέσα στην ανθισμένη φύση ένα ερειπωμένο χωριό, τον Άγιο Γεώργιο ή αλλιώς Κολοκάσια. Μας εντυπωσίασαν τα παραδοσιακά σφακιανά καμαρόσπιτά του με τις πανέμορφες καμάρες και λυπηθήκαμε που ήταν σε τόσο κακή κατάσταση – οι χωμάτινες σκεπές τους κατέρρεαν, το ίδιο και οι τοίχοι τους. Ένα βράδυ, συζητώντας με τους κατοίκους του διπλανού χωριού για την ιστορία του μέρους, γνώρισα έναν ντόπιο ο οποίος είχε κληρονομήσει κάποιο από εκείνα τα ερειπωμένα μονόχωρα σπιτάκια. «Πάρτε το, σας το χαρίζω», μας είπε. Του δώσαμε τότε ένα συμβολικό ποσό –1.000 μάρκα– και το πήραμε. Τον επόμενο χρόνο επιστρέψαμε στην Κρήτη με δεκαπέντε προσκόπους και αρχίσαμε να το επιδιορθώνουμε. Θυμάμαι ότι κουβαλήσαμε σχεδόν όλα τα δομικά υλικά στην πλάτη, με τα πόδια από τον Άγιο Νεκτάριο έως τα Κολοκάσια – μόνο ελάχιστα μεταφέραμε με ένα μουλάρι. Δρόμος δεν υπήρχε, περπατούσαμε επί δύο χιλιόμετρα μέσα στα αγριόχορτα και στις πέτρες. Αρχικά μας βοήθησαν πολύ κάποιοι ντόπιοι, οι οποίοι ήξεραν λόγω των συνθηκών να δουλεύουν χωρίς ηλεκτρικό.

Πόσα σπίτια έχουν αγοραστεί και ανακαινιστεί μέχρι σήμερα; Ανήκουν όλα σε Γερμανούς;

Το σπίτι που τώρα μου ανήκει ήταν το πρώτο από τα συνολικά οκτώ που μέχρι σήμερα έχουν ανακαινιστεί στον οικισμό. Μετά από εκείνη την πρώτη ανακαίνιση, ένας άλλος χωρικός πούλησε –πολύ ακριβότερα– το δικό του και το αγόρασα με έναν φίλο από κοινού. Aπό την πρώτη ημέρα μέχρι σήμερα μοιραστήκαμε πολλές συγκινήσεις και φόρτο δουλειάς με τον συμπατριώτη μου Michael Bierwag –Μιχάλη για τους ντόπιους–, κοινωνικό λειτουργό στο επάγγελμα. Ενημερώσαμε φίλους στη Γερμανία για ό,τι συμβαίνει στο χωριό και τους παροτρύναμε να αγοράσουν σπίτια, τα οποία επιδιορθώναμε όλοι μαζί τα καλοκαίρια. Τον Γενάρη του 2000 δημιουργήσαμε τον γερμανοελληνικό σύλλογο για τη διατήρηση της πολιτιστικής και οικολογικής κληρονομιάς. Σήμερα, τα πρώτα σπίτια θέλουν πάλι ανακαίνιση, ενώ στις 7 Ιουλίου ξεκινούν οι εργασίες για το ένατο σπίτι. Πλέον ο Michael, που είναι νεότερος, είναι πιο ενεργός στις εργασίες και στον συντονισμό.


Αναμνηστική φωτογραφία των εθελοντών που συμμετείχαν στην ανάπλαση του σπιτιού του Wolf Lustig στα Κολοκάσια.

 

Έχει ζωή αυτός ο μικρός οικισμός;

Μόνο την περίοδο των εργασιών. Δεν μπορεί να κατοικηθεί μόνιμα, ούτε τα σπίτια μπορούν να νοικιαστούν. Δεν έχει ρεύμα, έχει ελάχιστο νερό, που κατεβαίνει από μια πηγή στο βουνό, μια δεξαμενή για τα πρόβατα και μία τουαλέτα, που υποστηρίζει όσους διανυκτερεύουν εκεί μερικές εβδομάδες τα καλοκαίρια. Όσοι ταξιδεύουν από τη Γερμανία για να βοηθήσουν στις εργασίες δεν πληρώνουν ενοίκιο και ο ιδιοκτήτης του εκάστοτε σπιτιού καλύπτει τα έξοδα διατροφής τους. Είναι οικογένειες με τα παιδιά τους, ζευγάρια, φοιτητές, νυν και πρώην πρόσκοποι. Τους προετοιμάζουμε γι’ αυτό που πρόκειται να ζήσουν στο «παλιό χωριό», όπως το αποκαλούμε. Τους εξηγούμε ότι δεν έχει ηλεκτρικό, ούτε δρόμο, ότι πρέπει να περπατάς μέσα στις πέτρες και ότι δεν έχεις ανέσεις. Αλλά έχεις ησυχία, μπροστά σου απλώνεται ένας ελαιώνας και από τις ταράτσες των σπιτιών βλέπεις τις νότιες παραλίες της Κρήτης. Όσοι επισκέπτονται τα Κολοκάσια δένονται με το μέρος. Για λίγες ημέρες αποσυνδέονται από τον σύγχρονο πολιτισμό και μαθαίνουν πώς μπορεί να φτιαχτεί ένα παραδοσιακό χωριό. Έχουμε φίλους ντόπιους, ανάμεσα στους οποίους έναν λαογράφο και συγγραφέα, τον Κανάκη Γερωνυμάκη, και τους μιλάμε για την ιστορία και τη λαογραφία: πώς έζησαν πριν από 500 χρόνια οι άνθρωποι σε αυτά τα σπίτια. Την ημέρα δουλεύουμε όλοι μαζί, ενώ, όταν πέφτει το σκοτάδι, καθόμαστε στην αυλή, ακούμε κρητικά τραγούδια, τρώμε ντομάτες από τον κήπο μου και πίνουμε ρακή, συζητώντας κάτω από τα αστέρια. Εδώ μεγάλωσαν οι δύο κόρες μου, πρωτοήρθαν τριών μηνών και σήμερα είναι 24 και 26 ετών. Πλέον έρχονται για να ζήσουν την εμπειρία στα Κολοκάσια με τους φίλους τους. Η ικανοποίησή μας είναι μεγάλη που το χωριό έμεινε όρθιο και ανήκει σε όλες τις γενιές.

Γιατί το φτιάξατε; Υπάρχει κάποιος μελλοντικός στόχος;

Σε πολλούς ακούγεται τρελό, αλλά το φτιάξαμε χωρίς οικονομικά κίνητρα. Είμαστε μια παρέα ρομαντικών και ιδεαλιστών, που δεν αντέχαμε να βλέπουμε τα καμαρόσπιτα να πέφτουν. Ο στόχος είναι να διατηρήσουμε το χωριό και να το προφυλάξουμε από τον μαρασμό. Δεν νομίζω ότι θα γίνει ποτέ μόνιμη κατοικία. Όσο μεγαλώνεις, άλλωστε, τόσο πιο δύσκολο είναι να το προσεγγίσεις με τα πόδια, αφού δεν υπάρχει δρόμος παρά μόνο ένα απότομο μονοπάτι. Όμως έχουμε βγάλει ρίζες εδώ. Έχω αγοράσει ένα σπίτι κοντά στα Κολοκάσια, στο χωριό Πατσιανός, και ζω εκεί έξι μήνες τον χρόνο, με την Πέτρα, τη σύζυγό μου, καθηγήτρια κι αυτή. Είναι το καταφύγιό μας. Η φύση, οι φίλοι, η ησυχία σε κάνουν να αισθάνεσαι ελεύθερος.

Γιατί πιστεύετε ότι η γερμανική αγορά παραμένει από τις πιο δυνατές στον τουρισμό της Κρήτης;

Προσεγγίζω πάντα με κριτική ματιά το θέμα της τουριστικής ανάπτυξης. Αυτή τη στιγμή σάς μιλάω και περπατάω στην ασφυκτικά γεμάτη από τουρίστες πόλη των Χανίων. Ο κόσμος που βλέπω γύρω μου άνετα θα μπορούσε να κάνει διακοπές στη Μαγιόρκα ή στα Κανάρια νησιά. Οι χιλιάδες επισκέπτες από τα κρουαζιερόπλοια που πλημμυρίζουν τα καλοκαίρια το νησί δεν θέλουν τίποτε άλλο εκτός από ήλιο και παραλία. Η γενιά των τουριστών που ήρθε τη δεκαετία του 1980 ήταν άλλο πράγμα. Ανάμεσά τους πολλοί Γερμανοί δημιούργησαν σχέσεις ζωής με την Κρήτη, γοητευμένοι από το άγριο και ανεξερεύνητο τοπίο, και από τότε επιστρέφουν κάθε χρόνο. Συχνά, στο Φραγκοκάστελο συναντώ αρκετούς Γερμανούς που πρωτοήρθαν νέοι και σήμερα είναι 70 ετών. Η Κρήτη είναι ανεξάντλητη. Έχουν περάσει 48 χρόνια και το στοιχείο της έκπληξης διατηρείται. Εξακολουθώ να ανακαλύπτω μονοπάτια και φυτά που δεν έχω ξαναδεί ποτέ, να γνωρίζω ανθρώπους που με συναρπάζουν. Προτιμώ να έρχομαι από Οκτώβριο μέχρι το Πάσχα – μου αρέσουν οι πόλεις της Κρήτης τον χειμώνα και οι ανοιξιάτικες εκδρομές. Χαίρομαι όταν επισκέπτομαι χωριά όπως οι Αρχάνες, που δεν επενδύουν μόνο στον τουρισμό, αλλά έχουν ζωή όλο τον χρόνο. Αγαπώ την αυθεντική Κρήτη και την κρητική μουσική, την οποία η νεολαία εξελίσσει ακόμα. Μου αρέσει να εξερευνώ τα φαράγγια και τη νότια πλευρά των Λευκών Ορέων. Άλλα εκατό χρόνια να γύριζα την Κρήτη, ακόμα θα ανακάλυπτα θησαυρούς.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ