Είκοσι χρονών ήταν οι –αμερικανικής καταγωγής– Τζέικομπ και Κασσάνδρα όταν έστησαν το 2013, για πρώτη φορά, το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σύρου. Μόνο τους όπλο, το πάθος τους για τον κινηματογράφο και για το νησί. Επτά χρόνια μετά, μιλούν στο «Κ» για το πώς το SIFF έγινε θεσμός, σπάζοντας τα στενά όρια ενός τυπικού φεστιβάλ.

Όλα ξεκίνησαν όπως ξεκινούν οι ωραίες ιδέες. Σε διακοπές. Ο Τζέικομπ Μόου και η Κασσάνδρα Σελέστιν ήταν στη Σύρο για το καλοκαίρι, όπως συνήθιζαν κάθε χρόνο, ερχόμενοι με τις οικογένειές τους από την Αμερική, όπου ζούσαν. Δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους. Ο πρώτος χωρίς ελληνική καταγωγή, με μαμά όμως καθηγήτρια νεοελληνικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ένιωθε τη Σύρο περισσότερο σπίτι του από οπουδήποτε αλλού. Η δεύτερη, με μαμά Ελληνίδα και μπαμπά Αμερικανό, μεγαλωμένη και σπουδασμένη στη Νέα Υόρκη. Και οι δύο παθιασμένοι με τον κινηματογράφο, αλλά και με το νησί. Τι λογικότερο, όταν γνωρίστηκαν, να σκεφτούν με κάποιον τρόπο να τα συνδυάσουν. Κάπως έτσι γεννήθηκε το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σύρου (SIFF), που έκανε το ντεμπούτο του το 2013. 

 


Προβολή στην παραλία Κόμητο, από παλιότερο φεστιβάλ.

 

Όχι ένα ακόμα φεστιβάλ

Κεντρική ιδέα ήταν όχι μόνο να προβάλουν την έβδομη τέχνη, αλλά και να τη συνδέσουν με τη φυσιογνωμία του τοπίου. Με απλά λόγια, παίρνουν το σινεμά και το πάνε στα μέρη όπου θα πήγαινες μόνος σου ή με την παρέα σου και θα έλεγες «τι φανταστικά που θα ήταν να είχαμε μια οθόνη εδώ»: στο πουθενά, σε μια παραλία, σε ένα ναυπηγείο, σε ένα μοναστήρι. «Η ιδέα του φεστιβάλ ήταν πως κάθε ταινία, κάθε περφόρμανς υπάρχει σε έναν χώρο και έναν χρόνο συγκεκριμένο», λέει ο Τζέικομπ. «Σήμερα, που έχουμε όλοι πρόσβαση σε τόσα πράγματα μέσα από τα κινητά ή τις ταμπλέτες μας, αυτό το ζεις μία φορά: σε αυτόν τον χώρο, με αυτούς τους ανθρώπους, αυτό το καλοκαίρι, αυτό το συγκεκριμένο βράδυ. Είναι μια εμπειρία. Δεν είμαστε ένα φεστιβάλ που δείχνει τις ταινίες της χρονιάς. Είμαστε site-specific, το πρόγραμμα πρέπει να εξυπηρετεί και τα δύο επίπεδα – κινηματογράφο και τοπίο. Η σχέση μας με το νησί δημιουργείται μέσα από αυτούς τους χώρους και τις κοινωνίες που υπάρχουν εκεί. Ο ταρσανάς και οι ναυπηγοί, ο καντινιέρης που έχει μια παραλία που κάνουμε προβολή, η καθολική εκκλησία που μας παραχωρεί ένα γήπεδο για να κάνουμε drive-in».  

Να σημειώσω κάπου εδώ πως όλα αυτά ο Τζέικομπ τα λέει σε άπταιστα ελληνικά – τόσο άπταιστα, που πλέον κάνει και μεταφράσεις ελληνικής λογοτεχνίας. «Ελληνικά έμαθα από τη μητέρα μου και ξέρουμε να μιλάμε όλα τα αδέλφια (σ.σ. έχει άλλα δύο μικρότερα). Ήρθαμε πρώτη φορά στη Σύρο πριν από δεκαπέντε χρόνια και ερωτευτήκαμε το νησί. Έζησα κάποια διαστήματα στην Ελλάδα λόγω της δουλειάς της μητέρας μου, αλλά με το φεστιβάλ το πήρα απόφαση να είμαι εδώ πια μόνιμα. Μετακομίζω σύντομα στην Αθήνα». Το ίδιο και η Κασσάνδρα, που πλέον επίσης μιλάει αρκετά καλά ελληνικά.  

 


Το κοινό του SIFF είναι διαφορετικό σε κάθε προβολή, γιατί αυτά που το φεστιβάλ προσφέρει δεν είναι μόνο ένα πράγμα. 

 

Πώς ξεκίνησε, πού έφτασε

Την πρώτη χρονιά, το SIFF έγινε με ένα crowdfunding μέσω ίντερνετ. «Ήμασταν οι δυο μας και οι φίλοι μας, που ήρθαν να βοηθήσουν», λέει η Κασσάνδρα. «Είχαμε ένα αμάξι, έναν προτζέκτορα, κάποιες ιδέες και το πρώτο μας κοινό ήταν οι οικογένειές μας». Τώρα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Από το 2014, το φεστιβάλ το στηρίζει το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, ενώ στη Σύρο πλέον είναι θεσμός και έρχονται όχι μόνο Συριανοί, αλλά και σινεφίλ από όλη την Ελλάδα για να το παρακολουθήσουν, ενώ πολλοί είναι και οι ξένοι. «Η Σύρος το έχει αγκαλιάσει», λέει η Ζουστίν Αρβανίτη, που ξεκίνησε ως εθελόντρια το 2014 και πλέον εργάζεται για το φεστιβάλ. «Τη δεύτερη χρονιά έλεγαν “τι είναι αυτό”, τώρα το ξέρουν καλά. Το κοινό όμως έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί σε κάθε προβολή είναι διαφορετικό. Έχει ζευγαράκια, φοιτητές, παρέες, 50άρηδες, ξένους, Αθηναίους. Γιατί και αυτό που προσφέρουμε δεν απευθύνεται πάντα στο ίδιο κοινό, δεν είναι μόνο ένα πράγμα». Η Ζουστίν, Συριανή με μητέρα Γαλλίδα, 25 χρονών, είναι φέτος υπεύθυνη για ένα εργαστήρι κινηματογράφησης που οργανώνει το SIFF με την ντοκιμαντερίστρια Εύα Στεφανή. Θα γίνει σε συνεργασία με μια Στέγη Ανηλίκων στη Σύρο, με στόχο τα παιδιά να εμπλακούν στη διαδικασία και, με δικό τους απλό εξοπλισμό, να δημιουργήσουν τη δική τους αφήγηση για το πώς είναι να ζουν στη Σύρο. 

Γιατί αυτό κάνει το SIFF ακόμα πιο ιδιαίτερο. Δεν είναι απλώς ένα φεστιβάλ που προβάλλει ταινίες, αλλά παράγει και κάποιες. Ταυτόχρονα δεν είναι μόνο για τον κινηματογράφο. Φέτος, από τις 16 έως τις 21 Ιουλίου, με ένα πλούσιο πρόγραμμα προβολών, πολλών κινηματογραφικών ειδών, εργαστήρια και μουσικές περφόρμανς, σε παραδοσιακούς και αναδιαμορφωμένους χώρους –από τους κινηματογράφους «Παλλάς» μέχρι τον Ταρσανά, αλλά και το «αυτοσχέδιο» Ντράιβ Ιν στην Ντελαγκράτσια–, το φεστιβάλ εκτείνεται σε όλο το νησί και εμπλέκει διαφορετικά είδη τέχνης ή έκφρασης. Το πρόγραμμα φέτος περιλαμβάνει από την εμβληματική «Nausicaa» της Ανιές Βαρντά και το κλασικό αριστούργημα «Βαμπίρ» του Καρλ Θίοντορ Ντράγιερ υπό τις (live) μουσικές της Ela Orleans μέχρι το σύγχρονο πειραματικό σινεμά, και από την Ασία μέχρι την Ολυμπία. Παράλληλα, θα παρουσιαστεί το έργο τριών σπουδαίων σύγχρονων σκηνοθετών (Τζεμ Κόεν, Εύα Στεφανή, Rainer Kohlberger), με άξονα τη φετινή θεματική του φεστιβάλ, που είναι η «Υπερέκθεση». Μια έννοια που μπορεί να αναφέρεται σε μια σειρά διαφορετικών φαινομένων, από τη φωτογραφική μέθοδο και την αποκάλυψη του φυσικού τοπίου υπό τον καυτό ήλιο της Μεσογείου, έως πληροφοριακή υπερφόρτωση, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή στη σύγχρονη κοινωνία. Σε αυτό το πλαίσιο, μια συνεργασία-έκπληξη είναι και αυτή του SIFF με την ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Goldsmiths του Λονδίνου, που στις 18 Ιουλίου θα παρουσιάσει στο «Παλλάς», μέσα από ένα εκτενές βίντεο, τα ευρήματα της εν εξελίξει έρευνας για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, τα στοιχεία για τον φόνο του Ζακ Κωστόπουλου, καθώς και την έρευνά τους για το «Sea Watch εναντίον Ακτοφυλακής Λιβύης», όπου συνενώνονται οι σκηνές μιας συμπλοκής κατά τη διάρκεια μιας αποστολής διάσωσης μεταναστών σε κατάσταση κινδύνου σε διεθνή ύδατα.

Γιατί αυτή τη θεματική; ρωτάω την Κασσάνδρα στο κλείσιμο της κουβέντας. «Σήμερα η υπερέκθεση είναι το βασικό θέμα της εποχής. Όλοι υπερεκθέτουμε τον εαυτό μας και υπερεκτιθέμεθα σε πληροφορία. Το SIFF, όμως, είναι αλλιώς. Όταν έρχεσαι εδώ, δεν έρχεσαι γιατί θέλεις να δεις όλες τις νέες ταινίες και να γνωρίσεις όλους όσους θα έβρισκες σε άλλα φεστιβάλ. Έρχεσαι γιατί θέλεις να είσαι μέρος ενός συναισθήματος, για έξι ημέρες να είσαι μέσα στο σινεμά και στο νησί. Μερικές φορές είναι πιο ενδιαφέρον να μην είσαι στο κέντρο των πραγμάτων. Εμείς αυτό κάνουμε».  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ