ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Alpha Bank: Υπάρχουν περιθώρια για μείωση των υψηλών πλεονασμάτων

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δυνατότητα επαναδιαπραγμάτευσης των στόχων για τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα διαπιστώνει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο δελτίο της, εξαιτίας κυρίως της μείωσης των επιτοκίων δανεισμού της χώρας.

Οπως επισημαίνει στην ανάλυσή της, η Ελλάδα, παρά τον υψηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ το 2020, σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης, παρουσιάζει το δεύτερο χαμηλότερο, μετά την Ιρλανδία, κόστος εξυπηρέτησης του χρέους τη διετία 2019-2020 και τη μεγαλύτερη εκτιμώμενη αρνητική διαφορά μεταξύ του επιτοκίου εξυπηρέτησης του χρέους και του ονομαστικού ρυθμού μεγέθυνσης (snowball effect).

«Οι ανωτέρω παράγοντες καθιστούν το προφίλ του δημοσίου χρέους βιώσιμο, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα», σημειώνεται στο δελτίο, και προστίθεται: «Η επίτευξη ενός μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής φιλικού προς την ανάπτυξη, με μείωση των φορολογικών συντελεστών, εξορθολογισμό των δημοσίων δαπανών, επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, παράλληλα με το χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους βραχυχρόνια και την επιμήκυνση των ωριμάνσεων σε μακροχρόνιο ορίζοντα, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια εκ νέου διαπραγμάτευση των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος, σε επίπεδα που αφενός μεν δεν θα θέτουν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του χρέους και αφετέρου θα επιτρέπουν την άσκηση πιο χαλαρής δημοσιονομικής πολιτικής. Το θετικό προφίλ του δημοσίου χρέους αντανακλάται και στις αποδόσεις των ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες έχουν μειωθεί σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα».

Ακόμη, σημειώνει, το αποτέλεσμα της εκλογικής αναμέτρησης επηρέασε δύο βασικές παραμέτρους του οικονομικού περιβάλλοντος, τον βαθμό πολιτικής ευστάθειας και τη σχεδιαζόμενη οικονομική πολιτική.

Σύμφωνα με την τράπεζα, «η πολιτική σταθερότητα  διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια του τρέχοντος εκλογικού κύκλου.

Η τράπεζα σημειώνει ότι η προσδοκία για μείωση των στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων, σε συνδυασμό με την αλλαγή του μείγματος οικονομικής πολιτικής, μετά τα εκλογικά αποτελέσματα, αντανακλάται στη βελτίωση της εμπιστοσύνης του επενδυτικού κοινού.

Από την άλλη, παρατηρεί ότι η ενδεχόμενη αδυναμία επίτευξης του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ φέτος ενδέχεται να οδηγήσει σε εκτροχιασμό τη συνθήκη βιωσιμότητας του χρέους.

«Ωστόσο», καταλήγει, «η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, σε συνδυασμό με χαμηλά επιτόκια δανεισμού, μπορεί να συμβάλει στη μείωση του λόγου χρέους ως προς ΑΕΠ, επιτρέποντας τη μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ