ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

GARETH STEDMAN JONES
Καρλ Μαρξ. Μεγαλείο και ψευδαισθήσεις
μτφρ. Πέτρος Γεωργίου, εκδ. Πατάκη
(1η αγγλική έκδοση 2016), σελ. 794


Ασφαλώς ο Κάρολος Μαρξ δεν ήταν ένας κανονικός άνθρωπος· δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι κάτι τέτοιο. Μια προσωπικότητα που με τη δράση και το έργο της καθόρισε, με όποιον τρόπο και αν το δει κανείς, τις τύχες του 19ου και του 20ού αιώνα, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ένας κανονικός άνθρωπος. Ωστόσο, ο Μαρξ δεν υπήρξε αυτό που μάθαμε να νομίζουμε ότι ήταν, δηλαδή η αποστειρωμένη προσωπικότητα που για πολλές δεκαετίες παρουσιαζόταν από όσους επιδίωκαν να καρπωθούν την κληρονομία του. Οι προσπάθειες να βρεθεί ένας «νέος και ένας ώριμος Μαρξ», να δοθεί έμφαση στο εγελιανό παρελθόν του δεν ήταν παρά μερικές από τις προσπάθειες για να διαμορφωθεί μια φυσιογνωμία του Μαρξ πιο κοντά στην πραγματικότητα που διαρκώς ξέφευγε.

Νομίζω λοιπόν ότι η δημοσίευση από τις εκδόσεις Πατάκη, στη σειρά «Προσωπογραφίες», την οποία διευθύνει ο Χάρης Βλαβιανός, της βιογραφίας του Μαρξ από τον καθηγητή της Ιστορίας των Ιδεών Γκάρεθ Στέντμαν Τζόουνς (Gareth Stedman Jones) αποτελεί ένα ευτυχές γεγονός για την ελληνική παραγωγή βιβλίου. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή και αξιοπρόσεκτη βιογραφία του ανθρώπου που προσπάθησε να αλλάξει την πορεία της ιστορίας, και ώς ένα βαθμό τα κατάφερε, με κύριο άξονα την προσπάθεια να επαναφέρει τον Κάρολο Μαρξ στις ανθρώπινες διαστάσεις του.


H λεπτομερής μελέτη του έργου του Μαρξ δεν υπήρχε σε παλαιότερες βιογραφίες.

Το βιβλίο του Τζόουνς είναι αξιοπρόσεκτο, καθώς διερευνά τις προσπάθειες του Μαρξ να κατανοήσει τη νέα κοινωνία που αναδύεται γύρω του και μέσω της επιστήμης να βρει τρόπους να την τιθασεύσει. Ο Μαρξ δεν ήταν η μονολιθική προσωπικότητα που συχνά έχουμε κατά νουν· ήταν ένας άνθρωπος που πάσχιζε να ελέγξει τη γνώση, να τη συστηματοποιήσει προσπαθώντας να εντάξει την ανερχόμενη βιομηχανική κοινωνία σε μια ιστορική προοπτική και συνάμα να αναζητήσει τα αδύναμα σημεία του συστήματος, που θα επέτρεπαν στην εργατική τάξη να παρέμβει για να καταργήσει το ταξικό σύστημα, που καταδυνάστευε τους ανθρώπους. Συνάμα όμως, ο Μαρξ έχει αμφιβολίες γι’ αυτά που γράφει, συχνά αλλάζει γνώμη καθώς οι προσπάθειες κατανόησης των διαφόρων φαινομένων αποτυγχάνουν, διστάζει στη διατύπωση κατηγορηματικών απόψεων και συχνά φαίνεται να αντιφάσκει στον τρόπο που κατανοεί την κοινωνική διαδικασία. Δεν του συμβαίνει, δηλαδή, τίποτε περισσότερο ή τίποτε λιγότερο από ό,τι θα συνέβαινε σε οποιονδήποτε κοινωνικό επιστήμονα.

Η μαρξιστική σκέψη

Ο Τζόουνς είναι σε θέση να παρακολουθήσει λεπτομερώς το πώς εξελίσσεται η σκέψη του Μαρξ, ποιες είναι οι επιδράσεις που υφίσταται από την κοσμογονία που ζει γύρω του, τόσο με την άνοδο της βιομηχανίας όσο και με την ανατροπή των πολιτικών δεδομένων, είτε αυτό οφείλεται στις επαναστάσεις του 1789, 1830, 1848 είτε της Κομμούνας του 1870. Η δημοσιογραφική δραστηριότητά του, είτε αφορά τα ριζοσπαστικά φύλλα στην έκδοση των οποίων συμμετέχει στη Γερμανία είτε τον ρόλο του ανταποκριτή σε αμερικανικές εφημερίδες, εξετάζεται με λεπτομέρεια καθώς μέσα από αυτήν παρουσιάζεται η οπτική που διαμορφώνει μέσα στον χρόνο ο Μαρξ για να κατανοήσει την πολιτική πραγματικότητα στην ηπειρωτική Ευρώπη πρώτα και στην Αγγλία αργότερα.

Η λογική της ταξικής προσέγγισης που υιοθετεί από ένα σημείο και πέρα αναδεικνύεται μέσα από την ογκώδη αρθρογραφία του, καθώς και η εγκατάλειψη του ριζοσπαστισμού και η προσχώρηση στον κομμουνισμό. Αυτή η λεπτομερής μελέτη του έργου του, τόσο σημαντική για την κατανόηση της σκέψης του Μαρξ, κάτι που δεν υπήρχε σε παλαιότερες βιογραφίες που περιορίζονταν μόνο στο αυστηρώς νοούμενο βιογραφικό κομμάτι, είναι ένα σημαντικό στοιχείο της προστιθέμενης αξίας του βιβλίου.

Είναι φανερό πως ο Τζόουνς δαπάνησε πολύ χρόνο μελετώντας τα αρχεία του Μαρξ, που διασώζονται πλέον στο Αμστερνταμ. Αυτή δε η ενδελεχής μελέτη του έδωσε τη δυνατότητα να πλησιάσει πλευρές της σκέψης του Μαρξ που έχουν υποβαθμιστεί ή αποκρυβεί. Π.χ. ο πρώτος εκδότης των έργων του Μαρξ (και του Ενγκελς), ο Νταβίντ Ριαζάνοφ, ιδρυτής του Ινστιτούτου Μαρξ-Ενγκελς, επικριτής του Στάλιν –κάτι το οποίο πλήρωσε με τη ζωή του στις εκκαθαρίσεις του 1938– είχε επισημάνει την ύπαρξη μιας επιστολής του Μαρξ του 1881 στην οποία απαντούσε σε ερώτημα της Ρωσίδας συντρόφου του Βέρας Ζασούλιτς σχετικά με τη σημασία της ρωσικής αγροτικής κοινότητας ως παράγοντα αναγέννησης της ρωσικής κοινωνίας.

Η απάντηση του Μαρξ, που απευθυνόταν όχι μόνο στη Ζασούλιτς αλλά και στον Αξελροντ και τον Πλεχάνοφ, ανευρέθηκε πολύ αργότερα στα κατάλοιπα ενός εκ των τριών και εξηγούσε για ποιο λόγο ακριβώς δεν δημοσιεύθηκε: ο Μαρξ προέτρεπε και τους τρεις να υποστηρίξουν την αγροτική κοινότητα αντί για τη φερόμενη ως ορθόδοξη «μαρξιστική» στρατηγική της οικοδόμησης ενός σοσιαλδημοκρατικού κινήματος αποκλειστικά με βάση τους εργάτες των αστικών κέντρων. Αυτή, ωστόσο, ήταν μόνο μία πλευρά του τρόπου με τον οποίο κατασκευάστηκε ο Μαρξ που γνωρίζουμε. Αντίστοιχες παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν και στις εκδόσεις των έργων του Μαρξ, με ορισμένους τόμους, όπως αυτοί που περιλαμβάνουν τα χειρόγραφα του 1844 και τη γερμανική ιδεολογία, να παρουσιάζουν σημαντικά εκδοτικά προβλήματα.

Η προσωπική ζωή

Ο Τζόουνς, ωστόσο, δούλεψε με μεγάλη προσοχή και την προσωπική ζωή του Μαρξ, ενός κανονικού ανθρώπου του 19ου αιώνα, που αγάπησε σφόδρα τη Γένυ φον Βεστφάλεν, πόνεσε με τον χαμό κάποιων παιδιών του, αλλά φαίνεται ότι απέκτησε και ένα νόθο παιδί με τη Χελένε Ντέμουτ, την υπηρέτρια της οικογένειας, υπέφερε από τις αρρώστιες πολύ συχνά όμως και από τη φτώχεια, που μάλωνε με τους πολιτικούς αντιπάλους του και για ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του στηρίχθηκε στην οικονομική βοήθεια του φίλου του Φρίντριχ Ενγκελς για να επιβιώσει.

Με την πάροδο του χρόνου, πρώτα οι κόρες του προσπάθησαν να εξωραΐσουν την εικόνα του πατέρα τους και μετά η σοσιαλδημοκρατία επιδίωξε να «στρογγυλέψει» τη ζωή του Μαρξ, με τους μπολσεβίκους να αναλαμβάνουν κατ’ εργολαβία στο τέλος τον έλεγχο των εκδόσεων των έργων του Μαρξ και του Ενγκελς, αλλά και της αφήγησης για τη ζωή του.

Οπως λέει και ο Τζόουνς, ο Μαρξ του 19ου αιώνα δεν είχε καμία σχέση με τον Μαρξ που γνωρίσαμε τον 20ό.

* Ο κ. Κώστας Κωστής είναι καθηγητής ΕΚΠΑ. Τελευταίο του βιβλίο «Ο πλούτος της Ελλάδας» (εκδ. Πατάκη).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ