ΒΙΒΛΙΟ

Τα ατελείωτα ξενοδοχεία του περιπλανώμενου Γιόζεφ Ροτ

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Το βιβλίο κυκλοφορεί μέσα στις επόμενες ημέρες από τις εκδόσεις Αγρα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γράφει ο Μίκαελ Χόφμαν στην έκδοση «Τα χρόνια των ξενοδοχείων. Περιπλανώμενος στην Ευρώπη ανάμεσα στους πολέμους» του Γιόζεφ Ροτ (το βιβλίο κυκλοφορεί μέσα στις επόμενες ημέρες από τις εκδόσεις Αγρα, σε μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου): «Στὴ σύντομη ζωή του ὁ Ρὸτ ἔγραψε ἑκατοντάδες ἄρθρα γιὰ περιοδικὰ κι ἐφημερίδες. Ἂν ἡ ζωὴ τοῦ Τσέχοφ ἦταν ἡ Ἰατρική, ἡ ζωὴ τοῦ Ρὸτ ἦταν ἡ δημοσιογραφία – δημοσιογραφία μὲ μιὰ ἀσυνήθιστα γλυκιὰ καὶ ἐλεύθερη καὶ πλούσια ἔννοια τῆς λέξης· σὰν γυναίκα ποὺ ξαπλωμένη στὴν αἰώρα, μ’ ἕνα κοκτέηλ μὲ ὀμπρελίτσα στὸ ποτήρι της, βάφει τὰ νύχια τῶν ποδιῶν της». «Σαπουνόφουσκες χρωματιστές, σὲ ὅλα τὰ χρώματα τοῦ οὐράνιου τόξου», ἀποκαλοῦσε ὁ ἴδιος τὰ κομμάτια του – ὅταν δὲν μιλοῦσε γι’ αὐτὰ μὲ ἐπιθετικὸ καμάρι στοὺς ἐργοδότες του, λέγοντάς τους πὼς «ἦταν τὰ σχέδια ἑνὸς πορτραίτου τῆς ἐποχῆς».

Γιὰ μεγάλα χρονικὰ διαστήματα ἔγραφε τρία, τέσσερα ἢ καὶ πέντε ἄρθρα τὴν ἑβδομάδα, γιὰ τὴ Frankfurter Zeitung καὶ ἄλλες ἐφημερίδες. Ὁ Ρὸτ ἦταν μισὸς μυθιστοριογράφος καὶ μισὸς δημοσιογράφος. Ἀφοσιώθηκε μὲ θαυμαστὴ ἰσορροπία καὶ στοὺς δύο αὐτοὺς τρόπους γραφῆς. Δὲν ἦταν ὁ σκοπός του, ἴσως δὲν τὸ ἤξερε κάν (ὅσοι ἔχουν διαβάσει τὶς ἐπιστολές του, θὰ θυμοῦνται ὅτι ζοῦσε μὲ δύο, τρεῖς βαλίτσες ὅλες κι ὅλες, δὲν εἶχε βιβλία, οὔτε κὰν τὰ δικά του), ἀλλὰ ἡ ἰσορροπία (καὶ ἡ ἰσοτιμία) ποὺ πέτυχε ἀνάμεσα στὰ δύο εἴδη στὸ ἔργο του εἶναι ἐξαιρετικὴ κι ἀποκαλυπτική. Σὲ μιὰ σταδιοδρομία ποὺ τυπικὰ ἐκτείνεται σὲ εἰκοσιτέσσερα, οὐσιαστικὰ σὲ εἴκοσι χρόνια (ἀπὸ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὸν Πόλεμο τὸ 1919 ὣς τὸν πρόωρο θάνατό του ἀπὸ ἀλκοολισμὸ στὶς 27 Μαΐου τοῦ 1939 σὲ ἡλικία μόλις σαραντατεσσάρων ἐτῶν), δημοσίευσε μεταξὺ 250 καὶ 300 σελίδες ἐτησίως, ἔγραφε ἐλάχιστα λιγότερο δηλαδὴ ἀπὸ μιὰ σελίδα τὴν ἡμέρα.

«Τα χρόνια των ξενοδοχείων» περιλαμβάνουν τέτοια ακριβώς κείμενα, μονάχα που έχουν απολέσει την όποια δημοσιογραφική τους υπόσταση και έχουν γίνει τεκμήρια μιας ολόκληρης εποχής: του Μεσοπολέμου. Ατμοσφαιρικά, στοχαστικά, μικρά αφηγηματικά διαμάντια, προσφέρονται για ανάγνωση εκατό χρόνια μετά τη γέννησή τους.

Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει τρία χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τον υπό έκδοσιν τόμο.

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

«Αφιξη στο ξενοδοχείο (1929)

Αγαπώ το «απρόσωπο» αυτών των δωματίων όπως αγαπά ο καλόγερος το κελί του. [...]

Χαιρετώ τη φθηνή ταπετσαρία, τη θαμπή αθώα πορσελάνη της λεκάνης, τις μεταλλικές αστραφτερές βρύσες του νιπτήρα και το πιο σοφό απ’ όλα τα βιβλία: τον τηλεφωνικό κατάλογο. Το παράθυρό μου, εννοείται, δεν βλέπει ποτέ την πίσω αυλή. Είναι το παράθυρο ενός τακτικού πελάτη. Δεν το κλείνει τίποτα, ανοίγει στο δρόμο. Βλέπω μια καμινάδα, τον ουρανό κι ένα σύννεφο... Δεν είναι, όμως, τόσο απόμερο ώστε να μη με φτάνει ο απόηχος της μελωδίας από την κοντινή πλατεία, η ἠχώ του αγαπημένου κόσμου. Είμαι, λοιπόν, μόνος μου, αλλά όχι απομονωμένος· βολεμένος αλλά όχι ξεκομμένος· είμαι στην ησυχία μου, αλλά όχι στην ερημιά. Οταν ανοίγω το παράθυρο, ο κόσμος μπαίνει στο δωμάτιό μου. Από μακριά ακούγονται οι βραχνές σειρήνες των πλοίων.
[...] Κι όταν ο ταχυδρόμος μού φέρνει χρήματα, μ’ ενημερώνει πανηγυρίζοντας διακριτικά. Είναι Ιταλός. Ο σερβιτόρος είναι Αυστριακός. Ο πορτιέρης Γάλλος από την Προβηγκία. Ο ρεσεψιονίστας από τη Νορμανδία. Ο μαιτρ ντ’ οτέλ Βαυαρός. Η καμαριέρα Ελβετίδα. Ο γκρουμ Ολλανδός. Ο διευθυντής Λεβαντίνος. Κι εδώ και χρόνια υποψιάζομαι πως ο μάγειρας είναι Τσέχος. Οι πελάτες είναι απ’ όλα τα μέρη του κόσμου. Ηπειροι και ωκεανοί, νήσοι και χερσόνησοι και πλοία, χριστιανοί, Εβραίοι, Βουδιστές, μουσουλμάνοι, όλοι –ακόμα κι οι άθεοι– εκπροσωπούνται σ’ αυτό το ξενοδοχείο. Ο ταμίας προσθέτει, αφαιρεί, μετράει, κλέβει σε όλες τις γλώσσες, αλλάζει όλα τα νομίσματα. Ξεφεύγοντας από το σφίξιμο του εθνικισμού τους, ξαλαφρωμένοι κάπως από το βάρος της αγάπης τους για την πατρίδα, αφήνοντας για λίγο πίσω του την εθνική τους περηφάνια, οι άνθρωποι εδώ μαζεύονται και τουλάχιστον μοιάζουν να είναι αυτό που κανονικά θα έπρεπε να είναι πάντα: παιδιά του κόσμου.

Το θέρετρο της Βαλτικής (1924)

Εχει είκοσι ξενοδοχεία και διακόσιες πανσιόν, δυο χιλιόμετρα προμενάντ δίπλα στη θάλασσα κι είναι γεμάτο φτιασίδια και πούδρα, ατροπίνη, ρακέτες του τέννις και παντελόνια με τσάκιση, μπαράκια και ποτά και κόσμο κεφάτο· έχει ξενοδοχεία με αίθουσες χορού, όπου μπορεί κανείς να διασκεδάσει φορώντας φράκο ή βραδινή τουαλέτα· έχει ακόμα και σημαίες με σβάστικα. [...]

Η θάλασσα, όμως, είναι αιώνια, καθαρή κι ανέγγιχτη από τα παιδαριώδη και φριχτά παιχνίδια των ανθρώπων. Αγναντεύει τον απέραντο ορίζοντα ουρανού και θάλασσας· και ξεχνάς. Ο αέρας που κάνει τη σημαία με τη σβάστικα να φουσκώνει και ν’ ανεμίζει, δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτήν.

Το ανοιχτό μνήμα (1925)

Στα επίκαιρα του κινηματογράφου μπορεί κανείς να δει τον τσάρο της Ρωσίας και την αυτοκρατορική οικογένεια σε μία από τις τελευταίες τους εξόδους στην Πετρούπολη: την τσαρίνα, τον μικρό τσάρεβιτς, τους αυλικούς όλους, τους αγέλαστους άντρες της Τιμητικής Φρουράς. Τη σκηνή αυτή ακολουθεί μια άλλη: η κόκκινη στρατιωτική παρέλαση, που κινηματογράφησε στη Μόσχα ο Τρότσκι. Μ’ αυτές τις δύο φέτες κινηματογραφημένης ιστορίας αρχίζουν να καταλαβαίνουν οι θεατές πόσο έχουν αλλάξει οι καιροί.

[...] Αυτή η ταινία δείχνει την πιο φριχτή μη πραγματικότητα· έναν ιστορικό χορό του θανάτου, ένα μνήμα ανοιχτό που κάποτε έμοιαζε θρόνος...

Το Τρίτο Ράιχ, η θυγατρική της κόλασης στη Γη (1934)

Εδώ και δεκαεφτά μήνες έχουμε πια συνηθίσει το γεγονός ότι στη Γερμανία χύνεται περισσότερο αίμα απ’ όσο μελάνι χρειάζονται οι εφημερίδες για να αναφέρουν και να σχολιάσουν το αίμα αυτό. Φαίνεται πως ο κύριος της γερμανικής τυπογραφικής μελάνης, ο υπουργός Γκαίμπελς, έχει περισσότερους νεκρούς στη συνείδησή του (αν βέβαια έχει συνείδηση) απ’ ό,τι δημοσιογράφους στη διάθεση και στη δούλεψή του, που στόχο και σκοπό έχει να αποσιωπηθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι απ’ αυτούς τους θανάτους. Διότι είναι γνωστό ότι η αποστολή του γερμανικού Τύπου είναι ετούτη ακριβώς: να μη δημοσιοποιεί μόνο, αλλά να αποκρύπτει τα γεγονότα· να μη διαδίδει απλώς, αλλά να προτείνει τα ψέματα· και να μην περιορίζεται στην παραπλάνηση του κόσμου –του κακόμοιρου υπόλοιπου κόσμου, που έχει ακόμα κοινή γνώμη–, αλλά να τον μπουκώνει πλαστές και ψεύτικες ειδήσεις με εκπληκτική αφέλεια. Είναι η πρώτη φορά, από τότε που άρχισε να χύνεται αίμα σε τούτη τη Γη, που ένας δολοφόνος ξεπλένει τα ματωμένα χέρια του σε άφθονο τυπογραφικό μελάνι. Η πρώτη φορά, από τότε που άρχισαν να λέγονται ψέματα σε τούτη τη Γη, που ένας ψεύτης έχει στη διάθεσή του τόσο δυνατά και τόσο πολλά μεγάφωνα.»

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ