ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ*

Η Εκκλησία και το εκλογικό αποτέλεσμα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

H έκφραση της λαϊκής ετυμηγορίας στην εκλογική κάλπη της 7ης Ιουλίου, που ακολούθησε εκείνη της 26ης Μαΐου, βρίσκει, κυρίως, το μέχρι χθες κυβερνών κόμμα σε μια διαδικασία πολιτικής ενδοσκόπησης, προκειμένου να αναζητηθούν τα αίτια της εκλογικής αποτυχίας. Μια προσπάθεια εντοπισμού τους δεν μπορεί να αγνοήσει το ύφος της εξουσίας, το ήθος της πολιτικής, τη διαχείριση των εθνικών ζητημάτων, τις οβιδιακές μεταμορφώσεις στην άσκηση της πολιτικής, τη διευθέτηση της οικονομικής κρίσης κ.ά. Ωστόσο, ο κατάλογος αυτός θα ήταν ημιτελής εάν δεν συνεκτιμηθεί στην αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος η κυβερνητική διαρρύθμιση της σχέσης Πολιτείας - Εκκλησίας και η απόπειρα εξορθολογισμού της. Η προσπάθεια αυτή συνδιαμόρφωσε, αν και λιγότερο ίσως από άλλοτε, το μετεκλογικό τοπίο.

Είναι γνωστό ότι το «προσχέδιο συμφωνίας» Αρχιεπισκόπου - πρωθυπουργού της 6ης Νοεμβρίου 2018 επιχείρησε, με συνευθύνη ασφαλώς και της Εκκλησίας, άτεχνα και εκ του προχείρου, όπως έχω ήδη εξηγήσει σε παρεμβάσεις μου στη φιλόξενη «Κ» (12 και 15.11.2018), να εξορθολογίσει σε πρακτικό επίπεδο την πολύπτυχη σχέση Πολιτείας και Εκκλησίας. Αντίστοιχη προσπάθεια έλαβε χώρα και στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης, όπου η καινοτομία της κυβερνητικής πρότασης συνίστατο στην ενσωμάτωση στο συνταγματικό κείμενο μιας ρήτρας, αμφίσημης σημασίας και αμφίβολης στόχευσης, για την κρατική «θρησκευτική ουδετερότητα». Στη διαχείριση, όμως, των ευαίσθητων αυτών ζητημάτων από την κυβέρνηση ήταν εύκολα ανιχνεύσιμη η μικροπολιτική εκμετάλλευση (βλ. εξαγγελία για 10.000 νέες προσλήψεις), γεγονός που προδιέγραφε την απρόσφορη έκβαση της σχετικής πρωτοβουλίας.

Σύμφωνα με τον Γάλλο οικονομολόγο Jean-Baptiste Say (1767-1832), «Η Ιστορία δεν είναι χρήσιμη επειδή διαβάζει κανείς εκεί το παρελθόν, αλλά επειδή διαβάζει το μέλλον». Ας θυμηθούμε λοιπόν το ακόλουθο, διδακτικό περιστατικό, που καταγράφει η μετεκλογική επικαιρότητα στο μακρινό 1981...

Μήνας Νοέμβριος. Μετά τον εκλογικό θρίαμβο της 18ης Οκτωβρίου, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εξαγγέλλει νομοσχέδιο για την υποχρεωτικότητα του πολιτικού γάμου. Η πρωτοβουλία αυτή ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων στους εκκλησιαστικούς κύκλους. Η αναζήτηση διεξόδου προκαλεί την έκτακτη συνάντηση του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου με τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ. Μπαίνοντας στο πρωθυπουργικό γραφείο, ο Αρχιεπίσκοπος, μετά τις πρώτες εθιμοτυπικές κουβέντες, με τον αυθορμητισμό και την ευθύτητα που τον διέκρινε, είπε στον Ανδρέα: «Ακουσε πρόεδρε, ο μακαρίτης ο πατέρας σου έλεγε μια σοφή κουβέντα.  Μην τα βάζετε με την Εκκλησία, γιατί η Εκκλησία είναι σαν το κάρβουνο, αν είναι αναμμένο θα σε κάψει, αν είναι σβησμένο θα σε μουντζουρώσει»!

Βεβαίως, η διαπίστωση αυτή δεν αποκλείει –αντιθέτως επιβάλλει– τον καλόπιστο, ειλικρινή, μεθοδικά σχεδιασμένο και χωρίς τετελεσμένα, χρονικά ή άλλα, διάλογο των δύο μερών, τα οποία, στην προσπάθειά τους να προσδιορίσουν την ιδεατή τυπολογία της σχέσης τους, φέρνουν συχνά σε «αμηχανία» εαυτούς και αλλήλους… Ωστόσο, ο διάλογος αυτός, για να είναι αποτελεσματικός, πρέπει να γίνει στο πλαίσιο μιας συνολικής εκκλησιαστικής πολιτικής, η οποία θα διαμορφωθεί όχι αποσπασματικά και με όρους πολιτικού καιροσκοπισμού, αλλά με βάση έναν μακρόπνοο σχεδιασμό. Η νέα διακυβέρνηση έχει την ευκαιρία να αφήσει το αποτύπωμά της στον τομέα αυτό και να κάνει τη διαφορά. Επ’ αυτού, όμως, θα χρειαστεί να επανέλθω…

* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ