Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Ολγα Κεφαλογιάννη: Συμβολικά ατυχήματα

Τι είναι καλύτερο από το να πάρεις ένα υπουργείο; Μα, προφανώς να πάρεις δύο υπουργεία. Αυτό φαίνεται ότι ήταν το αφοπλιστικό –τρόπος του λέγειν– «σκεπτικό» της Ολγας Κεφαλογιάννη, όταν απέρριπτε την πρόταση του Μητσοτάκη να αναλάβει το υπουργείο Τουρισμού. Φάνηκε σαν να υπολόγισε ότι ένα μόνο χαρτοφυλάκιο ήταν ανάξιο του μεγέθους της.

Εκ των υστέρων, βέβαια, η ίδια ισχυρίστηκε ότι στον τουρισμό «είχε κλείσει τον κύκλο της». Περίμενε το Πολιτισμού ως ανταμοιβή για τους κόπους της στην αντιπολίτευση.

Οι συνάδελφοί της, όμως, θυμούνται ότι ως τομεάρχης Πολιτισμού εμφάνιζε επεκτατικές τάσεις: Παρουσιαζόταν σαν να προαλείφεται για δύο χαρτοφυλάκια στη συσκευασία του ενός – γι’ αυτό που η ίδια αποκαλούσε «σύζευξη του τουρισμού με τον πολιτισμό».

Υπό την επήρεια της φαντασίωσης γι’ αυτή τη σύζευξη, είχε άλλωστε παραστεί στη τελευταία γενική συνέλευση του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων. Προφανώς τότε, ένα μήνα πριν από τις εκλογές, ο τουριστικός της κύκλος δεν ήταν εντελώς κλειστός.

Οποιος κι αν ήταν ο σκοπός της, η τέως τομεάρχης Πολιτισμού κατέληξε, πάντως, να ευεργετήσει το κόμμα της στα πρώτα του βήματα στην εξουσία. Η στάση της έδωσε στον πρωθυπουργό την ευκαιρία να δείξει ότι δεν δεσμεύεται από το φεουδαρχικό δίκαιο του αίματος. Του έδωσε την «πάσα» για να ισοφαρίσει κάπως τις εντυπώσεις από το γεγονός ότι στην κυβέρνησή του υπηρετούν ένας Καραμανλής, ένας Βαρβιτσιώτης και ένας Δήμας.

Η Κεφαλογιάννη βοήθησε το κόμμα της, κυρίως, επειδή επέτρεψε στον Μητσοτάκη να στείλει νωρίς και εκ του ασφαλούς ένα έμμεσο μήνυμα ότι δεν υπολογίζει πιέσεις, που άλλοτε ήταν τόσο αποδοτικές, ώστε να διαποτίσουν τα ευνοημένα στελέχη με μια ψευδαίσθηση άτρωτης ισχύος.

Η επίσημη εκδοχή είναι ότι αυτοί οι συμβολισμοί προέκυψαν απροσχεδίαστα – ότι ο αποκλεισμός της Κεφαλογιάννη ήταν ατύχημα και δεν προκλήθηκε για παραδειγματισμό.

Λίγο ή πολύ τυχαίο, το «ατύχημα» δίνει αφορμή για να ξαναζεσταθεί το ερώτημα που αναμασούν πολλοί – εντός και, κυρίως, εκτός Ελλάδος: Θα μπορέσει, ρωτούν, η νέα κυβέρνηση να αντισταθεί στο μόνιμο πλέγμα επιρροών του νόθου ελληνικού καπιταλισμού – αυτού που, από ευρωπαϊκά χείλη, ορίζεται παγίως ως «ολιγαρχικός»;

Αυτή η υπερανάλυση της περίπτωσης Κεφαλογιάννη ακούγεται ίσως υπερβολική. Αν σε κάτι έδειξε βούληση να αντισταθεί ο πρωθυπουργός είναι σίγουρα στις ολιγαρχικές συμπεριφορές μέσα στο ίδιο του το κόμμα· στην αξίωση να προσαρμόζεται ακόμη και η δομή της κυβέρνησης σε καλοθρεμμένους ναρκισσισμούς.

Δόμνα Μιχαηλίδου: Τα παλιά καπέλα

Ξεχασμένη σε έναν καλόγερο, σε ένα από τα υπόγεια γραφεία του Μαξίμου, κρεμόταν μια τραγιάσκα. Ενας από τους νέους ενοίκους πήρε το ρίσκο. Τη φόρεσε και φωτογραφήθηκε, όπως φωτογραφίζονται οι τουρίστες με μια ουσάνκα του Κόκκινου Στρατού – με το ενθύμιο ενός επώδυνου παρελθόντος που κατέληξε φολκλόρ.

Η πολιτική παρενδυσία με τη συριζαϊκή τραγιάσκα ήταν η αντίστροφη όψη αυτού που προβλήθηκε ως φαντασμαγορία εναλλαγής στην εξουσία – και πανηγυρίστηκε ως παλινόρθωση της γραβάτας. Το κύμα αισθητικοποίησης της πολιτικής αλλαγής –«όχι στα μπάχαλα και στα ντουμάνια, ναι στην υγιεινή κομψότητα»– συμπαρέσυρε και την εκπροσώπηση των γυναικών στο κυβερνητικό σχήμα. Ο σχεδόν αποκλεισμός τους αντιμετωπίστηκε περίπου σαν έλλειμμα στυλιστικό. Χρειάστηκε η ερώτηση μιας δημοσιογράφου του BBC για να επαναπολιτικοποιηθεί η ανισορροπία στο φύλο της κυβέρνησης – και να αναγνωριστεί από τον πρωθυπουργό, στη μόνη αμήχανη στιγμή της πενθήμερης θητείας του.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι φωνές της φεμινιστικής αγωνίας ήταν περίπου οι ίδιες που στράφηκαν εναντίον της νεότερης από τις πέντε γυναίκες που μετέχουν στο κυβερνητικό σχήμα. Η υφυπουργός Εργασίας δικάστηκε για μια κουβέντα της που ερμηνεύθηκε σαν απαξίωση του αντιδικτατορικού αγώνα. Αναφερόταν στη δυσκολία ορισμένων αντιστασιακών να ξεπεράσουν τον πυρετό της αντίστασης – να συντονιστούν με την αντιηρωική ρουτίνα της δημοκρατικής ομαλότητας. Η σκέψη δεν ήταν καν δική της. Ηταν του Απόστολου Δοξιάδη και περιεχόταν στο βιβλίο που η Μιχαηλίδου παρουσίαζε, έχοντας δίπλα της τον πιο αντιηρωικό αντιστασιακό, τον Σταύρο Τσακυράκη. Τον ήρωα που, αντί να μασήσει τις πικρές του δάφνες, τις έφτυσε. Τις ξέχασε για να διαπρέψει δημιουργικά και αθόρυβα στα αμφιθέατρα της Μεταπολίτευσης.

Το σχόλιο, που δεν ενόχλησε τον όντως αντιστασιακό, προκάλεσε αποτροπιασμό στους άκαπνους νεκροκόμους της αντίστασης. Το παράδειγμα δείχνει ότι τα ρεύματα εκείνα που δοκίμασαν στην κρίση να επαναφέρουν τους διχασμούς του 20ού αιώνα δεν θα αποσυρθούν, όπως φαντάζονται όσοι κηδεύουν ήδη τον λαϊκισμό. Απόδειξη ότι καραδοκούσαν για να φορέσουν σε μια 32χρονη νεοφώτιστη πολιτικό το καπέλο των ανειρήνευτων εμφυλιακών τους ιδεασμών.

Τη δεύτερη ημέρα που οι νεοφερμένοι πήγαν στα υπόγεια γραφεία τους, η τραγιάσκα-σουβενίρ είχε εξαφανιστεί. Οποιος κι αν την είχε πάρει, τους είχε κάνει χάρη.

Το παρελθόν δεν κρεμόταν πια προκλητικά μπροστά τους, έτοιμο κιόλας να τους καπελώσει. Το μέλλον τους –το μέλλον κάθε δημοκρατικής εξουσίας– είναι λίγο. Είναι πολύ λίγο για να σπαταληθεί προς τα πίσω.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ