ΗΛΙΑΣ Γ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ*

Οι Σειρήνες του νεο-τιμωρητισμού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η δημόσια συζήτηση για τον νέο Ποινικό Κώδικα (Π.Κ.) ανέδειξε τρία φαινόμενα που αξίζουν την προσοχή μας. Το πρώτο είναι ο αντιπολιτευτισμός. Με τον όρο αυτόν εννοώ την αντίθεση στις μεταρρυθμίσεις που δεν συνοδεύεται από εποικοδομητικές προτάσεις, αλλά έχει ως περιεχόμενο την εμμονή στα κατεστημένα. Σε όλες τις φιλελεύθερες - δημοκρατικές κοινωνίες οι μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες είναι αναγκαίες· και η έλλογη ανταλλαγή απόψεων γι’ αυτές συμβάλλει στην αποτροπή λαθών και στη λήψη ορθών αποφάσεων.

Αντιθέτως, η θορυβώδης απόκρουση των μεταρρυθμίσεων και η υπεράσπιση του status quo, έστω και αν αυτό εμφανίζει βαριά παθολογία, είναι ανώφελη και μπορεί να αποβεί επικίνδυνη. Οσοι διακατέχονται από αντιπολιτευτισμό δεν ενδιαφέρονται για την αλλαγή των κακώς κειμένων. Αντιλέγουν χάριν του αντιλόγου, προτιμώντας να μη διαταραχθεί η καθημερινή τους ρουτίνα από τις επικείμενες αλλαγές.

Σε αυτό το πνεύμα, εκφράστηκαν αντιρρήσεις ακόμη και για ρυθμίσεις του νέου Π.Κ. προφανούς ορθότητας, όπως η κατάργηση των περιττών αδικημάτων της κατάχρησης πληρεξουσιότητας, της βλασφημίας, της τυμβωρυχίας ή της παράνομης αλιείας. Ακόμη, αποκρούστηκε η εξαιρετικά χρήσιμη ποινή της κοινωφελούς εργασίας με το αιτιολογικό ότι δεν υπάρχουν κατάλληλες υποδομές, αντί να ζητηθεί η άμεση βελτίωση των τελευταίων, που δεν είναι δυσχερής, ώστε να υποδεχθούν την ποινή αυτή.

Το δεύτερο φαινόμενο είναι ο δικαιωματισμός. Φορείς και οργανώσεις προστασίας διαφόρων δικαιωμάτων αξίωσαν με επιμονή από τον νομοθέτη να προσαρμόσει το περιεχόμενο διατάξεων του Π.Κ. που τους ενδιαφέρουν στα δικαιώματα που δηλώνουν ότι υπηρετούν. Τα αιτήματα αυτά δεν είχαν, κατά κανόνα, ως περιεχόμενο τη δημιουργία ή διεύρυνση χώρων ελευθερίας, ώστε να εξασφαλίζεται η ακώλυτη άσκηση των δικαιωμάτων, αλλά τη διεύρυνση των αξιόποινων πράξεων και την αυστηρότερη δυνατή τιμωρία των παραβατών.

Οι οργανώσεις προστασίας δικαιωμάτων έχουν διαδραματίσει στο παρελθόν σημαντικό ρόλο για τη διεύρυνση των χώρων ελευθερίας των ατόμων και τον περιορισμό της κρατικής ή κοινωνικής καταστολής. Τα τελευταία χρόνια, εντούτοις, παρατηρείται μια τιμωρητική στροφή τους. Αυτό που αξιώνουν, δηλαδή, δεν είναι περισσότερη ελευθερία αλλά περισσότερη τιμωρία: δημιουργία νέων εγκλημάτων, διεύρυνση των υφισταμένων και κλιμάκωση των ποινών.

Ο δικαιωματισμός εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη ένταση στη συζήτηση για τις διατάξεις περί βιασμού στον νέο Π.Κ. Οι εκπρόσωποί του απέκρουσαν, χωρίς πραγματική βάση, τη νομοτεχνικά αρτιότερη αρχική διατύπωση των σχετικών διατάξεων, που είχαν ως θεμέλιο τον εξαναγκασμό του θύματος από τον δράστη, και πέτυχαν την αντικατάστασή του από την εύθραυστη έννοια της έλλειψης συναίνεσης του θύματος. Με τον τρόπο αυτό η νέα διάταξη έγινε λιγότερο σαφής και ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρά αποδεικτικά προβλήματα στις δίκες που θα ακολουθήσουν.

Το τρίτο φαινόμενο είναι ο συνωμοτισμός. Κάθε νέος Ποινικός Κώδικας επιδιώκει πρωτίστως να ρυθμίσει το μέλλον της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Με τις ρυθμίσεις του αποσκοπεί στον εξορθολογισμό του ποινικού συστήματος και στη βελτίωση της ποιότητάς του χάριν των πολιτών. Οι ρυθμίσεις του, επομένως, πρέπει να αξιολογούνται με κριτήριο την προσδοκώμενη επιτυχία των στόχων του. Είναι εξάλλου αυτονόητο ότι οι διατάξεις ενός νέου Ποινικού Κώδικα θα έχουν επιρροή σε εκκρεμείς υποθέσεις. Η επιρροή αυτή δεν είναι κάποια ανεπιθύμητη παρενέργεια· είναι αναγκαία προσαρμογή στο νέο νομοθετικό περιβάλλον.

Μέρος της κριτικής που ασκείται στον νέο Π.Κ. δεν ασχολείται καθόλου με την επιτυχή ή μη ρύθμιση του μέλλοντος από τον ίδιο, αλλά μόνον με την επιρροή του σε εκκρεμείς υποθέσεις, με προτίμηση σε αυτές για τις οποίες υπάρχει (ή καλλιεργείται) ενδιαφέρον του κοινού. Οι επιδιδόμενοι σ’ αυτήν την κριτική επιχειρούν μάλιστα να συνδέσουν διατάξεις του Π.Κ., οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας από τέσσερις πολυμελείς νομοπαρασκευαστικές επιτροπές επί μία δεκαετία, με απροσδιόριστες συνωμοσίες για την ατιμωρησία κατηγορουμένων, των οποίων η ενοχή προεξοφλείται, ή την απελευθέρωση καταδίκων.

Η συνωμοσιολογία αυτού του είδους αναδεικνύει απλώς τον στενό ορίζοντα ή τη μεροληψία των εκφραστών της. Ο νέος Π.Κ. είναι γενικό και απρόσωπο νομοθέτημα, που πρέπει να ισχύει για όλους χωρίς διακρίσεις. Οποιος επιχειρεί να τον συνδέσει με συγκεκριμένα πρόσωπα και υποθέσεις, για να επηρεάσει με τον επιθυμητό στον ίδιο τρόπο τη μεταχείρισή τους, αγνοεί το θεμελιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμα της προηγμένης δημοκρατίας, την ισονομία.

Τα φαινόμενα που περιγράφηκαν θάλπουν τον νεο-τιμωρητισμό. Πρόκειται για ένα ρεύμα που υπόσχεται ασφάλεια και ευτυχία στους πολίτες μέσω της σκληρής ποινικής καταστολής. Η ιστορική εμπειρία και η επιστήμη έχουν αποδείξει, όμως, ότι οι δίκαιες και όχι οι σκληρές ποινές συμβάλλουν στην πρόληψη των εγκλημάτων και στην κοινωνική ειρήνη. Οι τελευταίες θάλπουν την αδικία, εξαγριώνουν τα ήθη και οδηγούν στον εκβαρβαρισμό της κοινωνικής ζωής.

Ο νέος Ποινικός Κώδικας υπηρετεί ευγενείς στόχους. Ας τους σεβαστούμε!

* Ο κ. Ηλίας Γ. Αναγνωστόπουλος είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Ποινικολόγων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ