ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εφικτή η μείωση των στόχων για το πλεόνασμα σε βάθος χρόνου

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΟΥΡΤΑΛΗ

Για τους αναλυτές, το σημαντικό δεν είναι τόσο η μείωση των στόχων για τα πλεονάσματα, όσο η εστίαση στην επίτευξη ισχυρότερης ανάπτυξης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι υψηλοί στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι ίσως το μεγαλύτερο βαρίδι της «κληρονομιάς» που άφησε η κυβέρνηση Τσίπρα στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Η συμφωνία με τους δανειστές για τη μείωσή τους αποτελεί για τον Κυριάκο Μητσοτάκη βασική προτεραιότητα, ώστε να μπορέσει να εφαρμόσει την αναπτυξιακή του πολιτική, απελευθερώνοντας (κυρίως) δημοσιονομικό χώρο για φοροελαφρύνσεις. Οι θεσμοί, όπως είναι αναμενόμενο, επαναλαμβάνουν τη στάση τους για τήρηση των συμφωνηθέντων, δείχνοντας ξεκάθαρα ότι η σχετική διαπραγμάτευση θα συναντήσει δυσκολίες. Ωστόσο, όπως τόνισε πρόσφατα ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα στερούν αναπτυξιακή δυναμική από τη χώρα, τη στιγμή που την έχει ανάγκη περισσότερο από οτιδήποτε άλλο και μια χαλάρωση των όρων λιτότητας θα συνέφερε και την Ελλάδα και τους δανειστές.

Σύμφωνα με τους αναλυτές και οικονομολόγους που μίλησαν στην «Κ», είναι πιθανή η συμφωνία για μείωση των στόχων, ωστόσο μπορεί να επιτευχθεί μόνο υπό συγκεκριμένες και πολύ σημαντικές προϋποθέσεις.

Οπως τονίζει στην «Κ» ο Μουτζτάμπα Ραχμάν, επικεφαλής αναλυτής ευρωπαϊκών θεμάτων στην Eurasia Group, η μείωση των στόχων για τα πλεονάσματα θα είναι ένας δύσκολος και ανηφορικός δρόμος για την ελληνική κυβέρνηση, κυρίως γιατί τα κράτη του ευρωπαϊκού Βορρά δεν είναι τόσο πρόθυμα να δεχθούν την ιδέα για ένα επίπεδο χαμηλότερο του 3,5% σε ό,τι αφορά το μεσοπρόθεσμο διάστημα. Προς το παρόν, δεν αναμένεται να υπάρξει κάποια σχετική διαπραγμάτευση, ωστόσο αυτό είναι εφικτό για τους στόχους από το 2021 και μετά, όπως επισημαίνει.

Στις ίδιες γραμμές κινείται και η Wood, με την οικονομολόγο Ραφαέλα Τενκόνι να σημειώνει στην «Κ» πως το πιθανότερο είναι να υπάρξει μια μείωση των στόχων για το 2021 και το 2022 κατά 0,5% του ΑΕΠ, ένα μικρό δηλαδή «παράθυρο» μέχρι τους στόχους των πλεονασμάτων διαστήματος μετά το 2022, που είναι το 2%.

Οι καλές σχέσεις με τους πιστωτές και τα ισχυρά «δείγματα γραφής» από τη Ν.Δ. ότι εφαρμόζει πολιτικές που όντως ενισχύουν τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, είναι οι βασικές προϋποθέσεις και τα «κλειδιά», κατά τους αναλυτές, για να μπορέσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης να πείσει τους δανειστές για χαλάρωση των στόχων.

«Αυτό που πρέπει να κάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του είναι πρώτον, να χτίσει μια σχέση αξιοπιστίας με τους δανειστές, δεύτερον, να προχωρήσει σε δομικές μεταρρυθμίσεις έτσι ώστε να στείλει το σωστό μήνυμα και τρίτον, να υπάρξει συνέχιση της δημοσιονομικής πολιτικής και τήρηση των συμφωνηθέντων (δηλαδή του στόχου του 3,5% του ΑΕΠ για τα πλεονάσματα), έτσι ώστε να μπορέσει να φέρει σε διαπραγμάτευση στις Βρυξέλλες το ζήτημα της μείωσης των στόχων», τονίζει ο κ. Ραχμάν της Eurasia. «Αυτό είναι ένα ζήτημα που αφορά το 2021», τονίζει, η διαπραγμάτευση αναμένεται να είναι εφικτή κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού του 2021, δηλαδή το φθινόπωρο του επόμενου έτους.

Οπως σημειώνει στην «Κ» ο Βολφάνγκο Πικολί, συμπρόεδρος της εταιρείας ανάλυσης πολιτικού ρίσκου της Teneo Intelligence, αν και είναι πολύ νωρίς να πούμε εάν ο στόχος για τα πλεονάσματα μπορεί τελικά να μειωθεί στο μέλλον, ωστόσο δεν είναι ποτέ πολύ νωρίς για να αρχίσει η κυβέρνηση να προχωράει με τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για να καταστήσει την Ελλάδα πιο ελκυστικό προορισμό για εγχώριους και ξένους επενδυτές. Υπάρχει επίσης επιτακτική ανάγκη να αναπτυχθεί ένα αξιόπιστο σχέδιο που θα ενθαρρύνει την ανταγωνιστική, καινοτόμο και βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα. Μόλις επιτευχθούν αυτά τα δύο, οι πιθανότητες να υπάρξει καλύτερη συμφωνία για το πρωτογενές πλεόνασμα θα αυξηθούν σημαντικά. Εν τω μεταξύ, η Αθήνα θα πρέπει να εξετάσει πώς να αξιοποιήσει καλύτερα τα διαθέσιμα διαρθρωτικά κεφάλαια από την Ε.Ε. αλλά και να διερευνήσει τη δυνατότητα διεξαγωγής μιας συνολικής αξιολόγησης δαπανών για την εξεύρεση πρόσθετων πόρων.

Κατά τους οίκους αξιολόγησης ωστόσο το σημαντικό δεν είναι η μείωση των στόχων, τα πλεονάσματα, αλλά η επικέντρωση στην επίτευξη ισχυρότερης ανάπτυξης. Οπως τονίζει μιλώντας στην «Κ» η Κάθριν Μιούελμπρονερ, αντιπρόεδρος της Moody’s, «η Ευρωζώνη επανέλαβε ότι η Ελλάδα πρέπει να τηρήσει τις δεσμεύσεις. Πάντως, η ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη θα διευκολύνει την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων». Ανάλογη είναι και η άποψη της Νίκολα Τζέιμς, επικεφαλής αξιολογήσεων του καναδικού οίκου αξιολόγησης DBRS. Οπως επισημαίνει, «αναμένουμε ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση θα τηρήσει τους μεσοπρόθεσμους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα. Οι στόχοι αυτοί ενισχύουν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. Η Νέα Δημοκρατία στοχεύει στην επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την αύξηση του αναπτυξιακού δυναμικού της Ελλάδας, έτσι, η ταχύτερη αύξηση της απασχόλησης και του εισοδήματος μπορεί να απομακρύνει την εστίαση από τα πρωτογενή πλεονάσματα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ