ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δύσκολη εξίσωση για πλεόνασμα 3,5% το 2020

ΘΑΝΟΣ ΤΣΙΡΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα γόρδιο δημοσιονομικό δεσμό καλείται να λύσει το νέο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, καθώς για να παραχθεί το 2020 πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ και ταυτόχρονα να υλοποιηθούν οι πρώτες κυβερνητικές εξαγγελίες –χωρίς μάλιστα να καταργηθούν τα ήδη ψηφισμένα μέτρα– απαιτείται δημοσιονομικός χώρος άνω των 6 δισ. ευρώ μόνο για την επόμενη χρονιά. Εξ αυτών, τα 4 δισ. ευρώ αφορούν μέτρα που ψήφισε η προηγούμενη κυβέρνηση και τα οποία θα επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό της επόμενης χρονιάς, ενώ επιπλέον 2 δισ. ευρώ, κατ’ ελάχιστον, χρειάζονται για να χρηματοδοτηθούν οι βασικές εξαγγελίες της Νέας Δημοκρατίας.

Δηλαδή, η πρώτη φάση μείωσης του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων, η θέσπιση χαμηλού συντελεστή 9% στην κλίμακα φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων αλλά και η πρώτη δόση της μείωσης του ΕΝΦΙΑ.

Αυτά τα τρία μέτρα συνθέτουν, σύμφωνα με αρμόδιο παράγοντα, και την κόκκινη γραμμή της νέας κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς, οι οποίες προμηνύονται δύσκολες. Και αυτό διότι το «κουαρτέτο» βλέπει κενό έως και δύο δισ. ευρώ στην εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2019 τη στιγμή που και η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώνει  «τρύπα» της τάξεως του 1,2 δισ. ευρώ για φέτος. Οι διαπραγματεύσεις με τους δανειστές –ατύπως ξεκινούν από την ερχόμενη  εβδομάδα– θα έχουν στόχο να «κλείσει» αυτό το κενό με τον πλέον αναίμακτο τρόπο για την ελληνική πλευρά. Αν πάντως χρειαστεί, είναι ήδη πάνω στο τραπέζι το σενάριο αναβολής της φετινής μείωσης του ΕΝΦΙΑ, κάτι που θα εξασφάλιζε εξοικονόμηση περίπου 265 εκατ. ευρώ.

Οι προετοιμασίες για την κατάρτιση του πρώτου φορολογικού νομοσχεδίου της κυβέρνησης θα εντατικοποιηθούν τις επόμενες ημέρες, προκειμένου να ισχύσει η δέσμευση για ψήφιση έως τις 10 Αυγούστου. Τρεις είναι οι βασικές διατάξεις που θέλει να ενσωματώσει η κυβέρνηση:

1. Η μείωση του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων από το 29% στο 24%. Για το 2020, έχει προϋπολογιστεί κόστος 145 εκατ. ευρώ (σ.σ. έχει ήδη ψηφιστεί η μείωση από το 29% στο 28%) αλλά η μείωση στο 24% προϋποθέτει συνολικά 730 εκατ. ευρώ. Αν προστεθεί και η μείωση στον φόρο μερισμάτων, αλλά και η ταμειακή επίπτωση από τη μείωση της προκαταβολής φόρου, ο λογαριασμός ανεβαίνει πάνω από τα 850 εκατ. ευρώ.

2. Η μείωση του ΕΝΦΙΑ μεσοσταθμικά κατά 10%. Απαιτούνται 270 εκατ. ευρώ. Αν τελικώς ισχύσει η έκπτωση από φέτος, δεν θα χρειαστεί πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος.

3. Η θέσπιση συντελεστή 9% στη φορολογική κλίμακα κοστίζει 800-900 εκατ. ευρώ.

Ο προϋπολογισμός του 2020 «κουβαλάει» ήδη κόστος 1,92 δισ. ευρώ από την κατάργηση της μείωσης του αφορολογήτου και 667 εκατ. ευρώ από τις μειώσεις ΦΠΑ (το ποσό θα αυξηθεί στα 800 εκατ. ευρώ εάν εφαρμοστεί μειωμένος συντελεστής 13% και στον σερβιριζόμενο καφέ). Οι ψηφισμένες αυξήσεις στις συντάξεις χηρείας κοστίζουν 140 εκατ. ευρώ ενώ απαιτούνται και 830 εκατ. ευρώ για να μην καταργηθεί η λεγόμενη «13η σύνταξη». Η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και της εισφοράς αλληλεγγύης απαιτεί δημοσιονομικό χώρο 1 δισ. ευρώ συνολικά (και γι’ αυτό θα γίνει σταδιακά σε βάθος χρόνου), ενώ 180 εκατ. ευρώ χρειάζεται και το επίδομα των 2.000 ευρώ για κάθε νεογέννητο.

Για να καλύψει αυτό τον λογαριασμό, η νέα κυβέρνηση θα επικαλεστεί το δημοσιονομικό όφελος του 1,5 δισ. ευρώ από την κατάργηση των αντιμέτρων του 2020 (σ.σ. ψηφίστηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση) αλλά και ένα πρόγραμμα περικοπής των δαπανών που μπορεί να αποφέρει έως και 2 δισ. ευρώ. Για τα υπόλοιπα, θα απαιτηθεί σκληρή διαπραγμάτευση με τους δανειστές για τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο, αλλά και ισχυρά επιχειρήματα ότι οι ρυθμίσεις των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία οι οποίες βρίσκονται αυτή την περίοδο σε εξέλιξη δεν θα επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Μέχρι τώρα, το νέο οικονομικό επιτελείο δεν έχει προσδιορίσει τα τελικά αποτελέσματα των ρυθμίσεων. Να υπενθυμίσουμε ότι ο κ. Ευκλείδης Τσακαλώτος και η κ. Εφη Αχτσιόγλου περίμεναν ενίσχυση των εσόδων του Δημοσίου από τις ρυθμίσεις, σε αντίθεση με τους τεχνοκράτες των θεσμών οι οποίοι προβλέπουν συρρίκνωση εσόδων από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

Στα 800 με 900 εκατ. το κόστος από τη θέσπιση χαμηλού συντελεστή 9%

Τουλάχιστον 800-900 εκατ. ευρώ στοιχίζει δημοσιονομικά η δέσμευση της νέας κυβέρνησης για θέσπιση χαμηλού συντελεστή 9% για το τμήμα του εισοδήματος έως τις 10.000 ευρώ. Ακόμη και χωρίς καμία άλλη μεταβολή στη φορολογική κλίμακα –πρόθεση της Νέας Δημοκρατίας είναι να μειωθούν όλοι οι συντελεστές κατά δύο με τρεις μονάδες από τα σημερινά επίπεδα (45%, 39%, 29%)– ο λογαριασμός είναι υψηλός λόγω του πολύ μεγάλου αριθμού των ωφελουμένων.

Το σύνολο των μισθωτών και των συνταξιούχων με ατομικές αποδοχές άνω των 9.000 ευρώ ετησίως θα κερδίσει έως και 180 ευρώ έκαστος, ενώ στις τάξεις των αυτοαπασχολουμένων, όλοι ανεξαιρέτως θα έχουν οικονομικό όφελος, το οποίο μπορεί να φτάσει ακόμη και στα 1.300 ευρώ σε ετήσια βάση. Το ποσό των 800-900 εκατ. ευρώ έρχεται να προστεθεί στα περίπου 2 δισ. ευρώ που στοιχίζει η διατήρηση της έκπτωσης φόρου στο επίπεδο των 1.900 ευρώ και δεν περιλαμβάνει ούτε τις εξαγγελίες για τη μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης ούτε βέβαια τις επιπτώσεις από οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση στην κλίμακα φορολογίας εισοδήματος.

Η εφαρμογή συντελεστή 9% θα ωφελήσει το σύνολο των αυτοαπασχολουμένων, καθώς για το τμήμα του εισοδήματος έως τις 10.000 ευρώ προκύπτει όφελος 130 ευρώ ανά 1.000 ευρώ εισοδήματος. Δηλαδή, όποιος έχει κέρδος 2.000 ευρώ τον χρόνο, θα εξοικονομεί 260 ευρώ και όποιος έχει κέρδος 5.000 ευρώ θα εξοικονομεί 650 ευρώ από φόρους. Η έκπτωση μεγιστοποιείται στα 1.300 ευρώ και αφορά όλους όσοι κερδίζουν (ή εμφανίζουν) από 10.000 ευρώ και πάνω σε ετήσια βάση.

Το δημοσιονομικό κόστος της έκπτωσης μόνο για τους αυτοαπασχολουμένους μπορεί να ξεπεράσει τα 260 εκατ. ευρώ.

Για τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους και τους αγρότες το οικονομικό όφελος μπορεί να φτάσει στα 180 ευρώ υπό την προϋπόθεση ότι το ατομικό δηλωθέν εισόδημα ξεπερνάει τις 8.500-9.000 ευρώ (σ.σ. καθώς για χαμηλότερα εισοδήματα δεν επιβάλλεται φόρος λόγω της έκπτωσης φόρου των 1.900 ευρώ). Βέβαια, ο αριθμός των ωφελουμένων είναι πολύ μεγάλος ξεπερνώντας τα 2,8 εκατομμύρια. Ετσι, το δημοσιονομικό κόστος από την ελάφρυνση των μισθωτών θα είναι μεγαλύτερο των 500 εκατ. ευρώ. Ειδικά για τους αγρότες, ο αριθμός των ωφελουμένων δεν θα είναι πολύ μεγάλος, καθώς είναι ελάχιστοι οι αγρότες που εμφανίζουν ατομικό εισόδημα άνω των 8.000 ευρώ. 

Η νέα κυβέρνηση είναι πιθανό να διατυπώσει εκ νέου τη διάταξη για το αφορολόγητο, καθώς μετά τη μείωση του κατώτατου συντελεστή της κλίμακας στο 9%, το πιθανότερο είναι ότι η έκπτωση φόρου (σ.σ. σήμερα 1.900-2.100 ευρώ) θα μετατραπεί σε μείωση από το φορολογητέο εισόδημα (π.χ. 8.600 ευρώ για τον εργένη με προσαύξηση 1.000 ευρώ για κάθε παιδί).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ