Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Η Κωνσταντοπούλου της νέας Βουλής

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι θαυμαστές του Μπόρις Τζόνσον, όπως το πλάσμα αριστερά, τον απoκαλούν Μπότζο (Bojo), από τις πρώτες συλλαβές του ονόματος και του επωνύμου του – για κάποιους άλλους, επειδή «bojo» είναι το ακρωνύμιο της παροιμιώδους φράσης «better off jerking off», η οποία αναφέρεται μεταφορικώς στο προτελευταίο στάδιο της απελπισίας πριν από την αυτοκτονία. Οσο για το πλάσμα (χρησιμοποιώ έναν ουδέτερο όρο, που ελπίζω ότι δεν θίγει τον αυτοπροσδιορισμό του πλάσματος, βάσει της έμφυλης ταυτότητάς του, η οποία για εμένα είναι απροσδιόριστη), αν δεν γνώριζα ότι εκάρη μοναχός (που σημαίνει ότι κουρεύτηκε), θα ορκιζόμουν ότι πρόκειται για τον πρώην μελλοντολόγο, αστρολόγο, κληρονομικό χάρισμα κ.λπ. Νίκο Χορταρέα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Πρέπει να ήταν κάπου στις αρχές της κυβέρνησης ΓΑΠ, δεν είμαι σίγουρος. Πάντως, ήταν η εποχή κατά την οποία στην Ελλάδα οι άνθρωποι του ΓΑΠ έσφυζαν από αυτοπεποίθηση –και τεστοστερόνη– που τους είχε δώσει η νίκη με σχεδόν 44% (43,92%) στις εκλογές του 2009 και, κυριολεκτικά, δεν ήξεραν τι να την κάνουν. Γι’ αυτούς, ήταν η εποχή της αμεριμνησίας, καθώς δεν είχαν ακόμη αντιληφθεί την οικονομική κρίση που ερχόταν – και δέκα χρόνια αργότερα, είναι αλήθεια, πολλοί από αυτούς ακόμη δεν τα έχουν καταφέρει. Συγχρόνως, στην Ευρώπη, ήταν η περίοδος της προσαρμογής στη νέα απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας, με όλες τις δυσκολίες που συνεπάγεται κάτι τέτοιο: σχολαστικότεροι έλεγχοι, αυστηρότερα μέτρα ασφαλείας, περιορισμός ελευθεριών κ.λπ.

Αυτοί οι δύο αντίθετοι κόσμοι –της περήφανης ΠΑΣΟΚάρας και μιας Ευρώπης αγριεμένης από τη βία του παλαβού Ισλάμ– συναντήθηκαν μοιραία, όταν μια ωραία μέρα ταξίδεψε στις Βρυξέλλες ως μέλος κάποιας χαμηλόβαθμης ελληνικής αντιπροσωπείας ο Γιάννης ο Μίχας. Κλασικός πασόκος σε όλα του, από την κοψιά και το περισπούδαστο ύφος μέχρι το κομπολόι, πολιτευόταν στον Πειραιά, όπου είχε διατελέσει νομάρχης επί επταετία (2003-2010). Φανατικός του ΓΑΠ, όπως και τόσοι άλλοι του παραδοσιακού ΠΑΣΟΚ που είδαν στον Γιώργο την ευκαιρία για να επανέλθουν σε αυτό που ήξεραν καλύτερα, ήταν εκείνος που έκλαιγε από τα δακρυγόνα στο πλευρό του προέδρου, όταν εκείνος έδινε μάχες εκ τους συστάδην με την αστυνομία στο λιμάνι, προκειμένου να ακυρώσει την επένδυση της Cosco. (Σήμερα, στη Wikipedia, ο Γιάννης ο Μίχας καταχωρίζεται ως «Ελληνας ζωγράφος και πολιτικός»...)

Κατά την επιστροφή του, στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών, εκείνος μεν αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τους νέους κανόνες ασφαλείας, οι δε Βέλγοι αστυνομικοί δεν είχαν ιδέα οι άνθρωποι ποιος είναι ο Γιάννης ο Μίχας και πόσο κοντά βρίσκεται στον ΓΑΠ, με αποτέλεσμα ο συμπαθής πολιτικός να καταλήξει με χειροπέδες και μπρούμυτα στο πάτωμα. Στο αλησμόνητο βίντεο που συνόδευσε την είδηση, διακρίνεται ένας έντρομος Σηφουνάκης (ο μόνος που μιλούσε ξένα...) να προσπαθεί να κατευνάσει τους αστυνομικούς, ενώ ακούγονται οι σπαρακτικές ικεσίες του Γιάννη του Μίχα προς τους Βέλγους: «Οπεν, ρε! Οπεν! Πονάει ρε. Οπεν!». Εννοούσε ο καημένος τις χειροπέδες που τον έσφιγγαν πολύ...

Πρόκειται, βέβαια, για το γνωστό έργο του κλασικού ελληνικού ρεπερτορίου, «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;», που ανέβηκε ξανά την περασμένη Κυριακή, αυτή τη φορά στο αεροδρόμιο των Παρισίων, σε σκηνοθεσία Χοροπηδηχτού Αγορίνου, με τον ίδιο ασφαλώς στον βασικό ρόλο – τον μόνο ρόλο, για να είμαι δίκαιος, διότι ο Γάλλος αστυνομικός στο βίντεο δεν λέει τίποτε, απλώς υπάρχει εκεί για να ξεθυμαίνει ο Βαρουφάκης.

Δείτε, για πλάκα, το σχετικό βίντεο στις ιστοσελίδες, αλλά μην περιμένετε τίποτε ιδιαίτερο. Ο Αγορίνος δεν κατάφερε να φτιάξει κάτι καινούργιο και φρέσκο από τα υλικά του κλασικού έργου. Θα μπορούσε, λέω ένα παράδειγμα εκ του προχείρου, όχι μόνο να τσιρίζει αλλά να σκίσει και το μπλουζάκι του! Ή να αρχίσει να τραγουδάει. Ακόμη καλύτερα: να χορεύει, που είναι δεινός χορευτής, όπως λένε. Το φοβήθηκε όμως, περιορίστηκε στην τυπική τσιριχτή απόδοση του ρόλου, τον οποίο πασπάλισε απλώς με ολίγη μοντέρνα αριστερίλα (καταστολή, δικαιώματα και τα τοιαύτα), ενώ παρουσίασε την πλοκή σε μια πιο σύγχρονη αφήγηση, επηρεασμένη από το γοργό, στακάτο ύφος των σειρών του Netflix.

Παραθέτω χαρακτηριστικό τμήμα της αφήγησής του μετά το επεισόδιο: «Μου ζήτησε το διαβατήριο, το έδωσα. Πήγε να μου δώσει το διαβατήριο, πήγα να το πάρω και το τράβηξε πίσω, κάτι σαν μικρό καψωνάκι. Mου επέστρεψε το διαβατήριο αλλά ενώ ήμουν έτοιμος να φύγω, τοποθετήθηκε στη μέση του διαδρόμου, με τους αγκώνες σε έκταση και εμφανώς επιθετικά, αφήνοντάς μου λίγο χώρο για να περάσω χωρίς να τον ακουμπήσω. Με το διαβατήριο στα χέρια, καθώς τον περνούσα από τα αριστερά, ο δεξιός μου αγκώνας ακούμπησε τον δικό του. Τη στιγμή που οι αγκώνες μας ακούμπησαν ο ένας τον άλλο, αντέδρασε βίαια, με κακοποίηση (sic), χρησιμοποιώντας φυσική βία, άπλωσε τον αγκώνα του και καθώς τον ακουμπάω, με πιάνει και με κολλάει στον τοίχο».

Φυσικά, δεν παρέλειψε να επικαλεστεί την ιδιότητα του βουλευτή, την οποία εντούτοις δεν έχει ακόμη, αφού κανείς δεν έχει ορκιστεί –εκτός του Αγορίνου, που προφανώς δεν χρειάζεται να ορκιστεί, διότι είναι συγγενής πρώτου βαθμού της θείας οικογένειας. Θα διακινδύνευα την πρόβλεψη ότι ο Αγορίνος θα εξελιχθεί σε Κωνσταντοπούλου της νέας Βουλής. Οχι, ευτυχώς, από τη θέση του προέδρου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ