ΕΛΛΑΔΑ

Σπάνιες ηχογραφήσεις: Αγνωστοι σκοποί της Θράκης στο φως μέσω Μελβούρνης

ΛΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ

Οι τέσσερις μουσικοί που ηχογράφησαν τον δίσκο «Σαν τι τραγούδι να σε πω...», του οποίου η περιπέτεια εξιστορείται στις σημειώσεις του εξωφύλλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Τραγουδιστή, τραγούδησε, και πες μας ’να τραγούδι, ν’ ανοίξεις τις καρδούλες μας ’πως ανοίγει το λουλούδι!». Αχ και να μπορούσαν να μετρηθούν οι αποστάσεις με τραγούδια και καημούς, να ταξιδεύαμε με τα στιχάκια ώς την Αυστραλία και ακόμα παραπέρα και να ήταν και για τους ξενιτεμένους πιο υποφερτή η ξενιτιά. Αλλά έτσι κι αλλιώς η «πατρίδα» της μουσικής είναι μία και μας χωράει όλους, όπως έχει να μας διηγηθεί η ιστορία μιας αναπάντεχης φιλίας και ενός νέου δίσκου από τη Μελβούρνη, στον οποίο Ελληνες ομογενείς μας συστήνουν άγνωστα παραδοσιακά τραγούδια –«προσφυγικούς καημούς» της Στράντζας, της Μήδειας και του Πλαγιαριού Αν. Θράκης.

Ο λόγος για τον δίσκο «Σαν τι τραγούδι να σε πω…», που επιμελήθηκε ο 49χρονος μουσικός Λάμπρος Κάππας από τη Μελβούρνη. Γεννημένος από Ελληνες μετανάστες, ο Λάμπρος έχει ζήσει εκεί το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του: εκεί τελείωσε το σχολείο, εκεί σπούδασε βιολογία στο πανεπιστήμιο, εκεί έπιασε δουλειά σε πολυεθνική στον τομέα των σκιαγραφικών, εκεί δημιούργησε τη δική του οικογένεια. Η πατρίδα φυσικά παραμένει πάντα στο μυαλό, ιδίως τα απογεύματα, όταν η μουσική παίρνει τα ηνία. Ο Λάμπρος παίζει ούτι και τραγουδά «τραγούδια στεριανά και άλλα», όπως λέει στην «Κ» από τη μακρινή Αυστραλία.

Η περιπέτεια αυτού του δίσκου άρχισε το 2015, όταν υπέπεσε στην αντίληψή του ένα άρθρο που ανέφερε τη δικηγόρο Ευδοκία Σταυρακούκα από τα Γιαννιτσά, απόγονο γονέων από τη Στράντζα, ένα χωριό βόρεια της Κωνσταντινούπολης, η οποία –έγραφε το άρθρο– είχε στην κατοχή της πολύτιμο αρχείο αυθεντικών ηχογραφήσεων από ηλικιωμένους πρόσφυγες πρώτης και δεύτερης γενιάς από την Ανατολική Θράκη και ιδίως από τη Στράντζα, τη Μήδεια και το Πλαγιάρι. Ο Λάμπρος, που αγαπούσε από πάντα τη μουσική της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας, συνειδητοποίησε ότι επρόκειτο για υλικό που δεν είχε ηχογραφηθεί ποτέ.

«Αμέσως επικοινώνησα μαζί της. Οπως μου είπε η Ευδοκία, και εκείνη έψαχνε εδώ και χρόνια υποστήριξη, κάποιον να ενδιαφερθεί για την έρευνά της. Ενα εξάμηνο αργότερα, τον Μάιο του 2016, μπήκα στο αεροπλάνο και ταξίδεψα στα Γιαννιτσά». Οπως του διηγήθηκε, η Ευδοκία είχε μεγαλώσει σε γειτονιά με πρόσφυγες ακούγοντας τις ιστορίες και τα τραγούδια τους. Με το πέρασμα των χρόνων κατάλαβε ότι αν κάποιος δεν τα κατέγραφε, τόσο τα τραγούδια όσο και τις μνήμες αυτών των ανθρώπων, θα χάνονταν για πάντα. Κάπως έτσι, έγινε το έργο της ζωής της. Εξέδωσε δύο βιβλία, στα οποία αποτύπωσε έθιμα και φωτογραφίες, αλλά εκκρεμούσαν τα τραγούδια.

Ο Λάμπρος γρήγορα ανακάλυψε ότι το έργο της ήταν ιδιαίτερα σημαντικό: από τα 40 τραγούδια που είχε καταγράψει, τουλάχιστον οκτώ με δέκα ήταν εντελώς άγνωστα. Με την επιστροφή στην Αυστραλία, έβαλαν μπρος με ντόπιους μουσικούς από την ομογένεια να τα δουλεύουν. Επίπονη εργασία, καθώς δεν υπήρχαν στις καταγραφές αρκετές πληροφορίες για τα όργανα που χρησιμοποιούσαν. Ο ίδιος έβαλε το ούτι και τη φωνή, ο Αντώνης Ηλίου έπαιξε λαούτο και κιθάρα, ο Γιώργος Κυριακίδης κρουστά και ο Πάντι Μοντγκόμερι πολίτικη λύρα και τοξωτό ταμπουρά.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε στην Ελλάδα τον περασμένο Απρίλιο, με τη σφραγίδα του Κέντρου Ερευνας και Προβολής της Εθνικής Μουσικής (ΚΕΠΕΜ), αλλά η χαρά ήταν μισή για τους μουσικούς και ιδίως για τον Λάμπρο Κάππα. «Δυστυχώς, η Ευδοκία δεν πρόλαβε να τον χαρεί, “έφυγε” λίγους μήνες νωρίτερα. Οταν το έμαθα, το κλάμα που έριξα δεν περιγράφεται... Με όλη αυτή τη διαδικασία είχαμε έρθει πολύ κοντά. Οταν ηχογραφούσαμε τα τραγούδια, την παίρναμε τηλέφωνο και της τα παίζαμε. Εκείνη τα άκουγε μέσα από το ακουστικό και συγκινούνταν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ