Πέρασε η ώρα, μπαίνει να μαζέψει την κουζίνα. Μια στιγμή πιάνει να σκουπίσει το αγαπημένο της φλιτζάνι και παγώνει. Στέκεται για λίγο στον νεροχύτη αμίλητη. Της το ’χε πάρει η αδελφή της το ’63. Λίγο πριν φύγει για Ελλάδα. Ήρθε μόνη της με τα παιδιά, μωρά ήταν ακόμα, το σχεδίαζαν με τον άντρα της καιρό. Μες στη μαύρη νύχτα μάζεψε λίγα συμπράγκαλα, ρούχα, χαρτιά, ξημερώματα έφτασαν Θεσσαλονίκη. Με τον διωγμό ήρθε και ο άντρας της. Στην αρχή έμειναν για λίγους μήνες στης ξαδέλφης της της Μαιρούλας στη Νέα Αρετσού, καλή της ώρα, μετά πήραν ένα διαμέρισμα στην Τσιμισκή, χωρίς συμβόλαιο, με τα χέρια. Έκανε κάτι κουταμάρες κι αυτός ο Πέπης... Από μαράζι πήγε ο σαψάλης, δεν άντεξε. Χήρα, έπιασε άλλο σπίτι στο Πανόραμα, παλιό, το έφτιαξε, μεγάλωσε τα παιδιά της άνετα, είχε γερό κομπόδεμα, τίποτα δεν τους έλειψε. Ο μόνος της καημός, που δεν πρόκαμαν να δουν την Πόλη, την Πόλη τους, τη γειτονιά, το σπίτι τους. Δεν θυμούνται τίποτα από το σπίτι τους. Πού να θυμούνται; Μωρά ήταν, ο Τζούλιος τεσσάρων, η Μερόπη ενάμισο, μόλις είχε αρχίσει να περπατάει.

Τι την έπιασε τώρα, τα παιδιά θα έρθουν την Κυριακή, έχει πει να ψήσει όλα τα αγαπημένα τους φαγιά. Χαρά της, η χαρά τους. Θα πει και στην κυρα-Λένη να ’ρθει να βοηθήσει, έχει μαγκώσει πάλι το άτιμο το νεύρο στο ποδάρι της και ώρες ώρες δεν μπορεί να κάνει ρούπι. Θα φέρει κι ο Τζούλιος τον Πέπη, το γιαβρί της. «Ο Πέπης το γιαβρί μου κι ο Πέπης το γιαβρί μου», την κοροϊδεύει η γλωσσού η κυρα-Λένη. Μωρέ, καλή είναι η δόλια, τόσα της έχουν συμβεί κι αυτηνής.

Βάζει το φλιτζάνι στο ντουλάπι, πάει στο βεσέ, χτενίζει τα μαλλιά της και πέφτει να ξαπλώσει. Θυμάται πως ξέχασε να παραγγείλει στον χασάπη της κυιμά.

Τι κουταμάρες έκανε κι αυτός ο Πέπης...

(Τα μισά μας σόγια είναι από την Πόλη.)

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ